Edward Wells II, entropy

“Out there it is bloody, fucking chaos, mate.” he spun on his left leg toward the younger, twirling the spatula in his left hand. The apron settled in front of him and he began again shaking the spatula at the younger gently and then turning back toward the stove. “In here, you think about it, and the whole fucking thing seems simple enough. Yeah?” He pressed down into the skillet and something seemed to shriek, as he resumed too quickly to allow a response, “Simple enough and straight about too. That’s how things are too. If you can find that in here you know that is how they are. It is so elegant that you’ll know- when you find it, that all it takes is to express it and like the lights mate, you’ve got it.” He moved his arms around a bit in a restrained motion in front of him and then turned toward the table that the younger male was sitting at. He walked to the table and placed two plates on it. “It’s so simple; yet out there, it’s bloody, fucking chaos.” He sat down and then looked directly at the younger. “Now, eat up, mate.”

It was especially when the younger male sat on the hard floor of the living room, staring at blocks with sunlight streaks cutting through smokey, dusty air to strike whatever was in its path, that the younger went, in his mind, to something nice and simple. Mostly he sat there quietly with his legs crossed and his hands palms up, one holding the other, and both resting in the center of his legs. The sounds of his neighbors were a varying ambiance that was internalized and unrecognized.
The younger could smell the older male and hear the older’s body any time he was there. The older spoke loudly sometimes, and he liked when the younger looked at him while he talked. According to everything the older imparted, all the things that the older said would be of benefit, but it didn’t make sense because the younger had already found the simplest and easiest way. He was polite, and some people gave him what he wanted.
“Get up. We’ve got to get the trash out of here, now.” The older man was wearing a plain white t-shirt that had a number of holes widening around the neck line. In his pocket rested the soft package of cigarettes that had the visual appearance of a decoration. The younger rose, walked to the kitchen and opened the cabinet beneath the sink. The large green plastic trash can had been with the older man longer than the younger had. The rim was worn, revealing a number of holes that were beginning to widen. The result was that small pieces of the lip would crack off when lifting the can by the lip. The older man would lament and attempt to reinforce in the younger the importance of not breaking off any more of the lip. The younger would listen. “I realize that that can is getting old, but every day that we make it last from now on, is another day that we save the cost of replacing it. It’s like overtime. These points are important. Do you understand that?”
The younger would nod his head in the positive. The younger would inform the older when another piece of the lip would break off, because it was important. What was actually real in his mind was the can could be used long after it had no lip and that a broken lip was no reason to stop being polite & getting what he wanted.
A wrapper spun at the base of the hallway’s wall. A piece of string swung at the top of the stairwell. He drug the toe of his shoe pointing it at the spinning wrapper, then across a seam with a thump. Another thump against the angled concrete above the stairs. Another fainter down the hall. The light grew brighter and brighter. He reached the bottom step. The last on the left. The door was the end. Light streamed and spread around the darkened concrete wall. Light from above and up the steps on either side of the wall ahead at the end of building. The light came up into the hall and just past the last door on the left where he now stood.
He touched the handle and then knocked. The tiny dent at the upper left was always a comfortable resting spot for the ring finger of his left hand. The knob turned with his hand still on it and the man pulled the door open. The boy stepped inside and rubbed his left eye with the meat of his hand.
“Got the trash out quick didn’tcha?” The man pushed the door closed behind the boy and then walked into the living area and sat on the couch. “You know. When you don’t take out the trash, I have to walk out to the left, Down the short steps and all way ’round. The banging stairs you bound up, I can’t take anymore.” The man sat there with the television for a moment while the boy sat down on the hard floor. “Chinga. Never get like me. Ya hear. And would’cha look at that on the screen.?” The boy lifted his head in the direction of the screen. The two watched as a news story was read and text scrolled across the bottom of the screen.
“They’re screaming overthrow him. I’m wondering where’s the bloody dictator supposed to dictate the people that want to be dictated when we give the country to the people that want to be free.” The younger watched as some diminishing flames and embers lit part of the otherwise darkening room in a brief image. “But out there, it’ll be a lot of bloody fucking chaos before its over, mate.”

*

©Edward Wells II
photo: 19th cent. photo snapshot by Staxtes.com

Bio
Edward Wells II is a writer soon to graduate from schooling, again. He is plotting a plan to reenter schooling soon after graduation–or in lieu of that, to hopefully flee the country. Individual pieces of his short fiction have appeared in Mad Swirl, This Great Society is Going Smash, The Bicycle Review, and other publications.
Edward is currently engaged in a protracted dialectic on setting and plot with the Editor of the Pedestrian Press, publisher of Edward’s collection “CO” (2013). The dialectic was inspired by another Editor’s rejection of Edward’s fiction, ‘What wicked tricks are these?’
You can contact him through his artist facebook page, (EdwardWellsII).

Ασημίνα Ξηρογιάννη, οκτώ χαϊκού

1.
Μέσα στους «-ισμούς»
Του κόσμου ξαναγράφεις
Την Ιστορία.

2.
Ξεβόλεψέ τους
με τους στίχους, ποιητή!
Βάλε τους φωτιά!

3.
Τραγουδάς Λόρκα.
Τραγουδάς το φεγγάρι.
Ποίημα κεντάς! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ασημίνα Ξηρογιάννη, οκτώ χαϊκού»

Τάσος Γουδέλης, Το ωραίο ατύχημα

Τα 22 διηγήματα της συλλογής αφηγούνται με τον τρόπο τους «μικρές ιστορίες», οι οποίες επιχειρούν να αποδώσουν ελλειπτικά, χωρίς άσκοπες περιγραφικότητες, περίπου «μετέωρες» καταστάσεις. Το ποιητικό ζητούμενο κυριαρχεί μέσα σε τόνους μινιμαλιστικούς και σκηνικά όπου η λεπτομέρεια μεγεθύνεται ανησυχητικά ή ειρωνικά.
Πρόσωπα (συνήθως το υποκειμενικό βλέμμα) και καταστάσεις δεν υπακούουν αυστηρά στις επιταγές της κλασικής δραματουργίας, ενώ το σύνολο συντίθεται από ποικιλία θεματικών μοτίβων, τα οποία επιχειρούν να συλλάβουν τα φευγαλέα παράδοξα μικρών και μεγάλων «αντινομιών» της πραγματικότητας.
 
Τι είναι αυτό που ενοχλεί τον Γουδέλη στην καθιερωμένη εκφραστική – κλασική ή μοντέρνα; Προφανώς τίποτε άλλο από τη σύμβαση της κυριολεξίας όπου η οιαδήποτε φράση υπογράφει προκλητικά συμβόλαια πιστότητας με το πραγματικό! Έχουμε, δηλαδή, μια γενναία πνευματική άρνηση που απωθεί τα δεδομένα για να ελευθερώσει μια διαφορετική (και – γιατί όχι; – την αληθινή) αίσθηση ζωής. Ωστόσο ο Γουδέλης δεν καταφεύγει, όπως θα περίμενε κάποιος, σε αφηρημένες πρόζες στις οποίες δεν υπάρχουν: υπόθεση, δραματικότητα και αφήγηση. Απεναντίας, προτιμά τον ενδιάμεσο χώρο μεταξύ παραστάσεως και εσωτερίκευσης, όπου κατά κάποιον τρόπο μεσολαβεί ένας μετεωρισμός που παρευθύς βρίσκει καταφύγιο στη γνωστή μας αφηγηματική ροή. Με άλλα λόγια, είμαστε πολύ κοντά και συνάμα πολύ μακριά από το νόημα…
Κωστής Παπαγιώργης
*
ΚΡΙΤΙΚΕΣ – ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ
Πρόκειται για μία γλώσσα πρόσφορη για τη συστηματικά -και με την επιστράτευση μεθόδων του μαγικού ρεαλισμού- επιδιωκόμενη από τον αφηγητή απόδοση μετέωρων καταστάσεων, καθώς και για τη σύλληψη και ακινητοποίηση παράδοξων και φευγαλέων, στην πλειονότητά τους, εκδοχών της πραγματικότητας. Πρόσφορη, ακόμα, για τη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, στα στρώματα της οποίας μεγιστοποιείται το ενδεχόμενο της υποβολής, το παράδοξο γίνεται οικείο και, κυρίως, λύνονται ή εξευμενίζονται οι «κόμποι» της τρέχουσας –παλιάς ή νεωτερικής- αφηγηματικής λογικής, αφήνοντας ανοιχτό το πεδίο για προφανείς αλλά και για αδιόρατους συνειρμούς• για συνειρμούς που είναι απόρροια μιας αδιατάρακτης σύζευξης -συνειδητής ή ασυνειδητοποίητης αδιάφορο- πραγματικών και αναγνωστικών βιωμάτων που, σε τελευταία ανάλυση, δεν διαφέρουν, αφού τα πρώτα μοιάζει να είναι διαπερασμένα από μνήμες αναγνωστικές και τα δεύτερα δρουν εμπλουτισμένα από ατομικές και συλλογικές μνήμες του αφηγητή.
Οι 22 «ιστορίες» του βιβλίου συντίθενται και οργανώνονται λεκτικά κατά τη διάρκεια της γραφής τους και καθ’ υπαγόρευσιν της γλώσσας, η οποία αφηγείται και, συγχρόνως, καταθέτει την αγωνία της να ανταποκριθεί στις αφηγηματικές προθέσεις του αφηγητή• πράγμα ιδιαιτέρως περίπλοκο -παρά την επικρατούσα επιφανειακή αταραξία-, αν σκεφτεί κανείς ότι, συχνά, τα κεντρικά πρόσωπα των ιστοριών του Γουδέλη είναι ο «άλλος» που γίνεται αφηγούμενος ο ίδιος ο αφηγητής. Πρόσωπα, σε τελευταία ανάλυση, πλασμένα από υλικά παλιών και νέων «παλίμψηστων» αφηγήσεων. Προσεγγισμένα έτσι, που να δημιουργείται στον αναγνώστη η ψευδαίσθηση ενός ακένωτου βάθους, ενώ στην πραγματικότητα δεν φωτίζονται παρά μόνο κάτι φευγαλέες και, με την επισφάλεια του ονείρου, επιφανειακές εκφάνσεις σκέψεων και αισθημάτων τους.
Όπως έχει αποδείξει στην εικοσιπεντάχρονη συγγραφική του παρουσία, ο Τάσος Γουδέλης είναι λάτρης της σκιάς και του φευγαλέου• σχεδόν απεχθάνεται τη συγκεκριμενοποίηση του όποιου υλικού τον κινητοποιεί αφηγηματικά. […] προτιμά να κινηθεί και να δράσει αφηγηματικά «μέσα στο αδιάσειστο της φαντασίας». Εκεί που τα πρόσωπα, τα πράγματα και οι καταστάσεις περιβάλλονται από την αχλή απροσδιόριστων ψιθύρων ή μιας ομιλούσας σιωπής, απροσπέλαστης και ακατανόητης από τους ανυποψίαστους, τους συνηθισμένους στην ευθεία αναγνωστική πορεία, από αυτούς που προτάσσουν την κατανόηση της αναγνωστικής ηδονής. Και πώς θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, όταν έχουμε να κάνουμε με ένα συγγραφέα μονίμως -αλλά με σύνεση τηρώντας τους κανόνες του λογοτεχνικού παιχνιδιού- πειραματιζόμενο –με έναν συγγραφέα που ακόμη και γράφοντας αναζητεί ερείσματα γραφής.
Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η Αυγή, 06/07/13
Συχνά έχουμε την εντύπωση ότι οι συλλογές διηγημάτων είναι ένα πάρεργο – πριν από το μείζον «τούβλο» κάποιου συγγραφέα. Δυστυχώς πολλοί γράφοντες τα αντιμετωπίζουν έτσι ακριβώς, ως διάλειμμα. Ο Τάσος Γουδέλης, σε συνέντευξή του, έχει δηλώσει -προς τιμήν του για την ειλικρίνειά του- πως δεν πιστεύει στα πολυσέλιδα βιβλία.
Και αυτό ακριβώς κάνει. Σμιλεύει εδώ και χρόνια ένα έργο από αλλεπάλληλες συλλογές σύντομων διηγημάτων. Με έναν λόγο εσωτερικό χωρίς να γίνεται χαώδης. Στην πρόσφατη συλλογή του συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε. Κείμενα που χρησιμοποιούν τη λεπτομέρεια μεγεθύνοντας τη – χωρίς να απουσιάζει η πλοκή ή η παράδοση της αφήγησης, απλώς ενίοτε παρακάμπτεται.
Γιώργος Ρομπόλας, METROPOLIS, 19/06/13
Από τη στιγμή –μεγάλη και κρίσιμη στιγμή– που τα μέσα της λογοτεχνίας αυτολογοκρίθηκαν και αποφάσισαν να πατάξουν τη φυσική παραστατικότητα, οι οιμωγές των λογοτεχνών συγκρότησαν ένα μέγα δράμα που συχνά είχε τα γνωρίσματα της κωμωδίας. Η μεγάλη απώλεια (όπως στη ζωγραφική, όπου το φυσικό σχήμα του ανθρώπου διαστρεβλώθηκε για να αποδώσει όσα δεν επέτρεπε η προτέρα τεχνοτροπία) αφορούσε, βέβαια, το φυσικό πρότυπο των πραγμάτων που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έπρεπε να αναβαπτιστούν στην ατμόσφαιρα της νέας εποχής. Η μεταφορά, η μετωνυμία, η προσωποποίηση, ό,τι τέλος πάντων έριχνε γέφυρες ανάμεσα στο γραφτό και στο είδωλο του λογοτέχνη, λάου λάου απομυθεύτηκε για να επιτρέψει στη νέα τεχνοτροπία μια ελευθερία που (τρόπος του λέγειν) παρέμενε φυλακισμένη και άπραγη. Με άλλα λόγια, η νέα γραφή ήταν μια άδεια (=αφοβία σημαίνει η λέξη) που έχτιζε την κατοικία της στο μέλλον, έστω κι αν έδειχνε να είναι εκτός σχεδίου, με παράξενες εισόδους, όπου ο αναγνώστης άφηνε στην είσοδο ό,τι ήξερε για να μυηθεί στη νέα πραγματικότητα που ήταν η ίδια η ζωή του, αλλά με νέα κοπή. Θα μπορούσαμε να μιλάμε σε δεκάδες σελίδες γι’ αυτή την επανάσταση που ουσιαστικά διέλυσε και διαλύει τον ψυχισμό του ήρωα εις τα εξ ων συνετέθη και επιβάλλει εκφράσεις που είναι σύνθετες εκ συναρπαγής.
Ο Τάσος Γουδέλης, μετά από-έξι επτά βιβλία διηγημάτων και, πιο σωστά, μετά από επώδυνο φροντιστήριο πάνω στην καταστροφή της φράσης που εμπνέεται από τον ρεαλισμό και τη δεδομένη παρατήρηση, κερδίζει το «λίαν καλώς» και πιάνει πια την άκρη του αφηγηματικού νήματος, όπως κι αν εμπνευστεί τη συνέχεια.
Κωστής Παπαγιώργης, LIFO, 05/06/13
Τα διηγήµατα του Γουδέλη δεν είναι στεγνές επιδείξεις τεχνικής παγιδευµένες στην εσωστρέφειά τους αλλά ζωηρά στιγµιότυπα µιας εσωτερικής ζωής µε αληθινή δραµατική ένταση και πηγαίο ψυχικό ρίγος: χαρακτηριστικά που αποµακρύνουν αυτοµάτως την οποιαδήποτε υποψία εγκεφαλικότητας και µεταµορφώνουν το συγγραφικό υποκείµενο σε γνησίως πάσχουσα οντότητα. Και εδώ ο µοντερνισµός (στον οποίον ανήκει χωρίς την παραµικρή αµφιβολία ο Γουδέλης) κάνει µε τα πιο πειστικά αποτελέσµατα τη δουλειά του.
Βαγγέλης Χατζηβασιλείου, Το Βήμα, 23/06/13
Με αρωγό τα εξαίρετα ελληνικά του, ο Γουδέλης παρατηρεί την παρενδυσία της αλήθειας. Ανασύρει από τα σκεπασμένα κιτάπια της πραγματικότητας μια ζοφερή μέθεξη. Υλικά άυλα που παντρεύονται με ένα χιούμορ γεμάτο αυτοσαρκασμό, πλάθοντας το ανυπόφορο, σε ελεγειακά υποφερτό.
Νίκος Κουρμουλής, Η Αυγή, 11/06/13
*
Τάσος Γουδέλης,  Το ωραίο ατύχημα
Εκδόσεις Κέδρος
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Daniel Bowman, After the Funeral

Elaine Morton caught a glimpse of herself in the dining room mirror as she carefully carried the teas towards the living room, two in each hand. She did not immediately recognise herself with short hair; she had not worn it this short since she was twelve years old. For a moment it was like looking at some grotesque distortion, like a child who has suddenly aged fifty years overnight. She looked tired. She felt tired.

   The funeral had finished some hours ago. George, Elaine’s ex-husband, had taken the younger children for the night so that she could look after her elderly father in peace. It had been a long, difficult day. Robert, her eldest, was also there. He had only come home for the funeral and would be catching a train back to University early tomorrow morning. He stood up and attempted to remove two of the teas from around his mother’s spindly fingers.
   “You should have given me a shout.”
   “It’s alright I managed fine.”
   Robert placed the piping mugs on the plastic table.
   “Who’s that other one for?”
   Elaine looked puzzled at the two remaining teas she carried. She remembered consciously choosing four mugs from the cupboard. She managed a weak laugh.
   “Do you know I’m not sure, spare one.”
   They sipped their teas in silence. Norman, her father, sat back in the armchair, oblivious to the conversation. It really was a horrible armchair. The theme of the living room had always been ‘child-proof’: Paintings on tatty paper blu-tacked to the walls, patches of damp spreading from the corners of the ceiling, turning the cream paint a tea-stained yellow; the little blue picnic table where the kids used to eat their lunches, shapeless brown sofas to camouflage the Ribena stains, and a scattering of neglected toys and board game pieces. The chair had been a spur-of-the-moment purchase after her husband had taken the matching brown one, a sort of burgundy with creeping black floral patterns winding up the arms. It had looked very striking outside the second-hand-shop, amongst the tatty leather recliners and ominously discoloured futons. But here, surrounded by childish plastic furniture and facing an oversized television, it looked ridiculous, desperate almost.
   “Grandad?”
   Robert leant forwards, holding his grandfather’s traditional Manx mug at arm’s length.
   “Do you want your tea Grandad?”
   Norman didn’t reply. His frail eyelids quivered a little, folded down over frightened eyes. He’s not asleep, Elaine thought, he just doesn’t want to be here. But he is, nonetheless. She gently nudged her father on the shoulder until he opened his eyes.
   “Dad, Robert’s got your tea.”
   Norman squinted; even this action seemed to require a great effort.
   “Robert’s got your tea.”
   Slowly, slowly her father returned to the room.
   “Who?”
   “Robert.”
   “Robert?”
   “Yes, Dad. You know Robert.”
   She smiled apologetically at her son, but it didn’t offend him anymore. It had been easier for him, only seeing his grandfather during the holidays. He hadn’t had to watch him suffer and struggle and gradually forget how to live independently.
   Norman stared at Robert through cloudy blue eyes. They weren’t vacant, they hadn’t given up. That was what kept Elaine going. There was a desire to remember, still a desire to understand. But there was no recognition.
   “Thanks, lad” he said quietly, accepting the tea with two shaking hands. He took a minute sip before holding it out before him. Like a baby, thought Elaine, but scolded herself, helping her father replace the mug on the plastic table. A baby was easier to look after. It had sometimes been unpleasant, but she had really loved every second of raising her four children. Being woken up at all hours, changing nappies, nursing colds and the overall frustration at their incapacity to understand had all felt so right, so perfectly natural and easy. She hoped her children never had to look after her in such a way; there was no pleasure in that task.
   They sat in silence, the three of them. All at such different points of life. Was it any wonder they didn’t have anything to talk about? thought Elaine, glancing over at her son. Nineteen years old, she couldn’t believe it. When had they become so – distant? Being fifteen when his youngest brother was born, he just seemed to crawl into his attic room one day and quietly grow up. There he was, staring silently at the worn curtains, hanging limply from the few remaining hooks. Who has the time to replace curtain hooks?
   Was he happy? He never seemed unhappy. She’d heard him talk fondly about his friends, although he’d never brought them over for dinner. Was that still something people did at nineteen? She couldn’t remember. There was no reason to come to this house anyway, it was designed for children. But where were her children now? Every alternate weekend they would leave, leaving her alone in this playhouse. It fell into a state of suspended animation as soon as the kids left. Robert would be gone tomorrow as well.
   “Are you happy Robert?”
   She hadn’t really meant to ask. It wasn’t the kind of question to throw at your son on the day of his grandmother’s funeral, but there it hung. Robert thought for a moment, evidently trying to assess where this was going.
   “Do you mean right this second, or just generally?”
   “Just generally, with your own life.”
   Elaine thought he looked a little frightened. It was true she’d never spoken to her son like this before – plainly. When was the last time the two of them had had a meaningful conversation? It wasn’t as if they didn’t get on as mother and son, but it occurred to Elaine that their conversations could all be put down to a sense of duty. Her duty as mother to ask about his day, but not to pry, and his duty to respond pleasantly, and pretend he was interested in hearing about her boss. She doubted she could name any of his current friends, and he probably didn’t know what her job was.
   “Yes. I’d say I was happy. Every year seems to be a bit better than the one before.”
   There was a far-off quality in his expression as he spoke these words.
   “What about you, Mum? How are you doing?”
   She hadn’t expected him to return the question. Thinking about it, it would have seemed quite heartless of him not to, she just couldn’t see how her life could be of any interest to someone who could give an answer like the one Robert had just given her. It probably couldn’t be.
   “I don’t know” Elaine sighed, unsure how much she was about to burden her son with.
   “I just find myself wondering sometimes…” Was this fair? Robert was perched uncomfortably on the arm of the sofa, studying the scum inside his tea cup. Elaine looked at the little white clock on the mantelpiece, chipped from where a bouncy ball had knocked it off years ago. It was after midnight, in seven hours he’d be up and heading to the station. He probably couldn’t wait to get out of this house, back to real life.
    “What Mum?”
   Elaine stared at the little clock, then at her tired father.
   “What happens now?”
   Her tone must have betrayed something, because now Robert moved to her side and put his arm around her narrow shoulders.
   “I guess we just get on with it.”
*
©Daniel Bowman
photo 19th cent. anonymous.
Bio
Daniel is 21 years old and currently studying English Literature and Creative Writing at Northumbria University. He is originally from Sheffield and his favourite writers incluide Katherine Mansfield and James Joyce.

Howie Good, «The wind is out of focus» -poetic prose

MUST BE GENETIC
Everything’s online – guns and victims and suspects. Click a link. The turmoil is irresistible. Must be genetic. Language itself is a kind of treachery. Why perhaps a horse’s ears quiver. I have been meaning to ask, What’s it like to be the last fire engine in hell? Busy, probably. The son of man raises a warning finger before anyone can comment. I’m wise enough not to say what I think, but not wise enough not to think it.
GONE TO MEXICO
He vanished over the border. It’s been a hundred years and still no trace. I’m waiting for you outside the Starbucks in Buzzards Bay. I could be waiting for him to stroll up, an English-Spanish dictionary under his arm. A woman at one of the sidewalk tables is talking on her cell about cutting everyone’s hours. She’s twenty-something and almost pretty. I watch the afternoon heat rise in waves from the blacktop. “It is what it is,” the woman says. She glances at me and then away – not ashamed, just uninterested. Every day is a heart hooked up to a monitor, another cat shot with an arrow.
AMBIENT NOISE
The wind is out of focus. Soon you and everyone else related to me will begin to suffer the effects. The wind screams something about invisibility, spyware, a garden of beheaded flowers. It screams all night. In the morning, I sit at the kitchen table, unable to concentrate on what I’m reading. I listen in on the inane conversation of the birds at the feeder. There are tremors and a drooling sky. Juror No. 3 doesn’t seem to like me. I call the emergency number. I’m the emergency.
DON’T DIE
You’re whichever tree, the beech tree or the silver birch, sheds its leaves first. Blood that should only flow out parts of your heart flows back in. There are no secrets allowed, and no do-overs either, a line of buildings in the distance like so many tall knives. If thoughts made a noise, the noise my thoughts made would be moderate to severe, the flap-flap-flap of winged skulls hunting insects in the dark.
OBSCURE SIGNS OF PROGRESS
A man watches from somewhere nearby. The existence of angels would constitute a violation of U.S. airspace. You had been hoping for a quiet night tonight and, in the morning, caves of brightness. The man shields his eyes. You’re either a victim or a suspect. There’s always a choice. Repeat after me, Love is death turned inside out.

*
©Howie Good
photo: André Kertész, «Long Island» 1936

Bio
Howie Good, a journalism professor at SUNY New Paltz, is the author of the forthcoming poetry collection The Middle of Nowhere (Olivia Eden Publishing) and the forthcoming poetry chapbooks The Complete Absence of Twilight (Mad Hat Press), Echo’s Bones and Danger Falling Debris (Red Bird Chapbooks), and An Armed Man Lurks in Ambush (unbound CONTENT). He co-edits White Knuckle Press with Dale Wisely. goodh51@gmail.com

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τ΄ ανυπόταχτο βήμα


Αγαπημένε Μπέρτολντ από τα μαύρα δάση

Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ μοιάζει να επιβεβαιώνει πρόθυμα εκείνη τη διαπίστωση που θέλει την τέχνη να στέκει στο πλευρό της Εύας. Η έννοια της δημιουργίας, η θηλυκή προοπτική, η μήτρα της ανθρώπινης δραστηριότητας που γεννά και γεννιέται μες στην πιο βαθιά και τρυφερή έκφανση της ανθρωπιάς μας. Ο Μπρεχτ, τιμημένος με την πίκρα της εξορίας και την πολιτική εκείνη αγωνία που σε λίγους μονάχα κυριαρχεί και ορίζει τη ζωή τους, αντικρίζει στον ίδιο τον κόσμο το μητρικό εκείνο υλικό από το οποίο τρέφονται οι κοινωνίες και οι εξελίξεις. Διακριτικός στον πυρήνα της συλλογιστικής του, διατυπώνει μες στο ποιητικό σώμα, σε επίπεδα πολλαπλά τις ανθρώπινες, τις αιώνια δικαιωμένες αξίες του. Στην ποιητική δειγματοληψία του Μάριου Πλωρίτη, πέρα από τις μεταφραστικές απόπειρες, οι οποίες διαθέτουν με διαύγεια αμείωτο το στοιχείο της κοινωνικής ευαισθησίας, διαπιστώνονται η κριτική στάση του ποιητή για την αστική πραγματικότητα που αναγεννιέται τη νέα χιλιετία. Και έτσι αναγνωρίζει μες στην πικρή ιστορία της παιδοκτόνου Μαρία Φεράρ που με τόση ένταση και απανθρωπιά δολοφόνησε το δυο μηνών παιδί της, την απελπισία, την αμείωτη αγωνία του ανθρώπου, τη μοναξιά του σύγχρονου εργάτη που δίχως καμιά προοπτική εξαντλεί τη δυστυχισμένη ζωή του. Ο Μπρεχτ αναγνωρίζει στην περσόνα της Φεράρ μια αφορμή για να αξιολογηθεί η εποχή μας, ένας καιρός δίχως τρυφερότητα, μια εποχή ανύπαρκτων ευκαιριών, η αστάθμητη εποχή που πλησίαζε και ήταν στα μάτια και την ψυχή μονάχα λίγων ριζωμένος ο φόβος της αδικίας. Στη μορφή της παιδοκτόνου, στην αγαπημένη όψη της νεκρής μητέρας που στοιχειώνει τη μνήμη του ποιητή, σε τέτοιες γωνιές υφίσταται η μυστική λύπη, ένα υπόστρωμα κάτω και πέρα από τον ανυπότακτο κυνισμό των ποιητικών σωμάτων. Ο Μπέρτολντ Μπρεχτ, αναγνωρίζει στο μέλλον την όψη του ανθρώπου που καραδοκεί, κατώτεροι οι θεοί και τα οράματα, υπαίτιοι μονάχα εκείνοι για τις αδυναμίες και τις απρέπειες του καιρού μας, φοβεροί θεοί που απέμειναν υψηλά σύμβολα μες στα ρωμαϊκά μνημεία, στις ιουδαϊκές συναγωγές, στα επιβλητικά ρύγχη των αναγεννησιακών ναών. Οι θαλασσινές πολιτείες, τα χιόνια στη σκεπή, οι γυναίκες, το άρωμα των ώριμων μήλων στο κελάρι, οι αναγεννημένες αισθήσεις, όλα τούτα πράγματα και ονειροπολήσεις καταργημένες στα καινούρια, ασφάλτινα χρόνια, με τη μαιναδική επιστημοσύνη να φλέγει τις άπειρες στις νέες τοπογραφίες ζωές. Οι αιώνες πριν την ποιητική διατύπωση του Μπρεχτ, με τις ανακατατάξεις, τις αγωνίες και τους σχεδιασμούς τους τίποτε δεν δίδαξαν τον άνθρωπο, μήτε την ιερογλυφική ιερότητα της ύπαρξής του, την έννοια του δίκαιου και την υποχρέωση ενός απαραβίαστου αγώνα. Όλες οι ελπίδες μορφές ριγμένες, ο Αχιλλέας, η μυθική Μέδουσα, η όψη του Πρωτέα, παλλαϊκοί πια χαρακτήρες στις καινούριες μας ασπίδες. Δεν θα μπορούσε παρά να αποδοθεί η ιδιότητα του ενδεικτικού στις ποιητικές κρίσεις του Μπρεχτ, μια κρίση ευθεία και περιεκτική της ιστορικής αγωνίας.

 

   Αγαπημένε φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, εσύ ανήκεις πια στους ρομαντικούς, με οράματα αρχαία και φόβους αδύναμους, το ιερό βάρος που σήκωσες μονάχος, τόσους αιώνες σε εξορίες, όπως τα πολωνικά παιδιά της ποίησής σου που τραβώντας κατά το νότο θα βρουν το θάνατο. Αγαπημένη φίλε Μπέρτολντ Μπρεχτ, μαρμαρωμένος σαν νεκρός, με την ιδεολογία της ανθρωπιάς ριγμένα φύλλα στους ενταφιασμούς σου, νεκρός στη Ζυρίχη, στο Λονδίνο, στο Εκουαδόρ, με την Ρόζα ο ποιητής αγκαλιασμένοι στις μεγάλες λεωφόρους, προτού χαθεί το ανυπόταχτο κορμί της, ο Μπέρτολντ ανασαίνοντας κρύο άνεμο στα πιο σκοτεινά δάση, οιωνοσκόπος, μες στους κατάλληλους φωτισμούς των παγκόσμιων θεάτρων. Αγαπημένε Μπέρτολντ, απελπισμένος μες στους κύκλους, κιμωλία στα αυλακωμένα μάτια σου, μάτια καλού στρατιώτη, χιόνια στο Μανχάταν και ο σοσιαλισμός που πνίγεται μες στα φώτα νέον και τις τυχοδιωκτικές μαρκίζες. Αγαπημένε Μπρεχτ, φίλε παλιέ και τίμιε ξοδεμένε στις χιλιόχρονες εξορίες στα αποστολικά σου κηρύγματα, αχνό φως μες στα τρομερά σκοτάδια, μοιάζει πως έληξε πια η εποχή σου. Και όμως, εσύ με μια από εκείνες τις θολές όψεις καταφτάνεις μέσα από τα συντρίμμια του παλιού μας κόσμου, οπλισμένος με στίχους λεπίδες, φυτεμένα στο στόμα σου και μες στα χέρια που φλέγονται, φλέγονται τα χέρια σου φίλε Μπέρτολντ, ένας άγιος των ορθόδοξων εργατών, ένας προφήτης με τα γυμνά του πόδια και τα στρατιωτικά αμπέχονα  όλο χιόνι στις πλάτες του ο Μπέρτολντ, παράξενες οδοσημάνσεις, ακατανόητες πια Μπέρτολντ, μα καθώς φτάνεις, πελώριος με την αλήθεια σου στα χέρια, μικρό, ελπιδοφόρο παιδί και εμείς κοιτούμε πίσω μας τα αγαπημένα ηρωικά κοπάδια των εργατών, νεαροί αγρότες με χώμα μες στα νύχια και μες στα στόματα, εσύ Μπέρτολντ πελώριος, ασύρματος να πιάνεις επαφή με τις δικές μας, ακραίες στιγμογραφίες, γνωρίζοντας σε βάθος και σε ουσία την ανθρώπινη γεωγραφία. Μπέρτολντ Μπρεχτ, χαραγμένη πάνω στη γλώσσα σου και αληθινά πορφυρό, κόκκινο αγκάθι, αδίσταχτο μες στα μάτια σου και τα δικά μας μάτια, η όψη σου με το κεραμίδι στα χέρια, να δείχνεις συγκινημένος πώς ήταν κάποτε τα σπίτια μας.

Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά

 
Όπου η δύσκολη ενηλικίωση ενός κοριτσιού στη  μεταπολεμική Αθήνα. 

«Η μάνα μας, σκληρή και πρωτόγονη γυναίκα από τα ορεινά της κεντρικής Εύβοιας έκανε στην αρχή, πολύ νέα, τη Μαρία και την Ελπίδα. Η Ελπίδα πεθαίνει εννιά  χρονώ και στο καπάκι η μάνα  κάνει κι άλλο κοριτσάκι. Εμένα, που με βγάλανε πάλι Ελπίδα λόγω της πεθαμένης –λευχαιμία. Γεννήθηκα στην Αθήνα. Τον άλλο χρόνο, η μάνα έκανε τέταρτο και τελευταίο κοριτσάκι, τη Σταυρούλα. Την πέρναγα μόνο δεκατρείς μήνες. Δύο σετ κοριτσιών δηλαδή, για να μη μπερδεύεσαι. Δε δούλευε φυσικά η μάνα, με τα παιδιά και με το σπίτι ασχολιότανε. Και τα παιδιά εμείς, κλεισμένες μέσα συνέχεια. Στρατιωτική πειθαρχία. Καθένα που μεγάλωνε, έπαιρνε δουλειές στο σπίτι, και μεγάλωνε και το μικρότερό του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Ελπίδα Τσεβά»

Έκθεση Ζωγραφικής, P.S.Mavro/Stavriotis στην «Kερκυραϊκή Πινακοθήκη»

• Tη Δευτέρα, 5 Αυγούστου (και ώρα 8.00 το βράδυ) εγκαινιάζετε στην «Kερκυραϊκή Πινακοθήκη» (Ιωάννου Θεοτόκη 77 / Κέρκυρα) μια πολύ ενδιαφέρουσα Έκθεση Ζωγραφικής, του Παναγιώτη Μαυρόπουλου (P.S.Mavro/Stavriotis) που έχει σαν τίτλο… «Πρόσωπα – αληθή και αναληθή – που μιλούν και αφηγούνται». Ο Κερκυραίος καλλιτέχνης παρουσιάζει, με το μοναδικό, δικό του – ιδιότυπο – τρόπο, μια σειρά από υποθετικά πρόσωπα – ποτρέτα, ζωγραφισμένα (με παστέλ λαδιού, ακριλικά και σκόνες), πάνω σε χαρτόνια από χαρτόκουτες!

* «Eυχαριστούμε εκ των πρότερων (!) τόσο για την παρουσία σας στα Eγκαίνια της Έκθεσης μας, όσο και για την προβολή αυτής της καλλιτεχνικής εργασίας». (Μιχαήλ – Άγγελος Βραδής – P.S.Mavro/Stavriotis)

Κριτική του γλύπτη Γιώργο Μέγγουλα….

Το «πικρό χιούμορ» και η αναζήτηση της κρυμμένης πνευματικότητας, όπως καταγράφετε Εικαστικά στα «Πρόσωπα» του P.S.Mavro/Stavriotis
Τα τελευταία χρόνια παρακολουθώ (με αυξανόμενο ενδιαφέρων) την καλλιτεχνική εργασία του P.S.Mavro/Stavriotis, όπως αυτή παρουσιάζετε στις εκθέσεις όπου συμμετέχει.
Αυτή τη φορά διαπιστώνω ότι… τα έργα που επέλεξε να μας παρουσιάσει δεν είναι μια απλή παράθεση «πορτρέτων». Η προσεκτική παρατήρηση τους με κάνει να υποψιαστώ πως υπάρχει κάτι πολύ βαθύ και πολύ φιλοσοφημένο που θέλει να μας πει ο καλλιτέχνης!
Τα «Πρόσωπά» του P.S.Mavro, ομοιάζουν να έχουν βγει μέσα από αγιογραφίες, ή από τις φωτογραφίες συγγενών που βρίσκονται κορνιζαρισμένες και κρεμασμένες στα παλιά σπίτια μας. Η φθορά, ο θάνατος, η λησμονιά, ή η ανάμνηση καταγράφετε και υποδεικνύετε εικαστικά, πολλές φορές ακόμα και με ένα ιδιότυπο πικρό σαρκαστικό χιούμορ. Mε αυτό το εικαστικό αλλά και λεκτικό σαρκασμό (του P.S.Mavro) προβάλλονται τα βαθύτερα «δράματα» που δημιουργούνται από τις σχέσεις και τις ιδιαιτερότητες των ανθρώπων. Οι προσωπικές ιστορίες όλων μας, έχουν ως αφετηρία πάντα κάποια αιτία, παρουσιάζουν μία απρόβλεπτη πλοκή… και σχεδόν συχνά μας οδηγούν σε οδυνηρή κατάληξη.
Μέσα από τα έργα του P.S.Mavro υποδεικνύεται εξατομικευμένο το ανθρώπινο «Δράμα» στην ολότητα του. Τα «Πρόσωπα» διηγούνται μία αρχέτυπη ιστορία, που ο παρατηρητής διαβάζει στα μάτια των εικονιζόμενων. Πρόκειται για «αφηγήσεις» απλές – γήινες, αλλά και βαθιά φιλοσοφημένες. Aυτή η ιστόρηση επιτυγχάνετε από το P.S.Mavro – όχι απλά με την τεχνική και το στυλ, που επιλέγει να χρησιμοποιήσει – αλλά με την Eσωτερικότητα που καταφέρνει να αναδείξει μέσα από το έργο του.
Τα «Πορτρέτα» του P.S.Mavro δεν είναι απλές «φωτογραφικές» απεικονίσεις προσώπων… ούτε επιδιώκετε η όποια «ομοιότητα» με νατουραλίστικες τεχνικές. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει καμία «ωραιοποίηση» και κανένα «φινίρισμα» του έργου του. Ο καλλιτέχνης αδιαφορεί για όλα αυτά. Ο P.S.Mavro/Stavriotis βαθιά επηρεασμένος από τη Mεσαιωνική ανατολική ζωγραφική (που καθορίζει την ελληνικότητα του) αδιαφορώντας για δυτικά πρότυπα και επηρεασμούς – ζει και εργάζεται (τα τελευταία χρόνια) απομονωμένος στο νησί μας.
Με αυτά τα έργα του, μας παρουσιάζει έναν «παραδοσιακά – σύγχρονο» τρόπο γραφείς και απεικόνισης, τόσο δυνατό που… θα ήταν αδιανόητο, κάποιος, βλέποντας αυτή την έκθεση, να μη νιώσει τα ίδια συναισθήματα που θα ένιωθε μπαίνοντας σε μία Mεσαιωνική εκκλησία! Τα βλέμματα των αγίων, που σε κοιτούν από ψηλά, από τις τοιχογραφίες, είναι τα ίδια με αυτά των πορτρέτων του P.S.Mavro! Έχουν ακριβός την ίδια Ιερότητα και εκπέμπουν την ίδια Πνευματικότητα. Εξάλλου, οι άγιοι ήταν και αυτοί καθημερινοί άνθρωποι.
Η δύναμη, του καλλιτεχνικού έργου του P.S.Mavro/Stavriotis, στηρίζεται (όπως προ είπαμε) καθαρά στην Πνευματικότητα που εκπέμπετε (εκ βαθέων) από τα πρόσωπα που απεικονίζονται. Αυτό που εκπέμπετε είναι κάτι υψηλό, εκλεπτυσμένο και πνευματικό… κάτι που δεν περιγράφετε με λόγια αλλά βιώνετε με συναισθήματα και σκέψεις, που γεννιούνται με την προσεκτική παρατήρηση των έργων. Έργων εσωτερικών που λειτουργούν σαν καθρέφτης… και που σε αυτά ο κάθε ένας μας, βλέπει κομμάτια της ψυχής του. Αυτό ακριβός συμβαίνει και με τη θέαση μιας λατρευτικής ιερής εικόνας. Σε αυτήν, ο απλός άνθρωπος, βλέπει την «εν δυνάμει» αγιοποίηση του. Όπως η «αγιότητα» των «ιερόν προσώπων», κατακτήθηκε μέσα από τα βάσανα που προκλήθηκαν από τα πάθη, τα πιστεύω και τα θέλω τους… έτσι και ο απλώς καθημερινός άνθρωπος, με όλα τα βάσανα, τα πάθη και τις ατέλειές του… θα καταφέρει τελικά να «εκ πυρωθεί» και να μετουσιωθεί σε «Πνεύμα Άγιο».
Κάτι ακόμα που είναι έκδηλο σε αυτή την έκθεση, είναι η σύνθεση και η ανασύνθεση των εικόνων. Όλοι μας έχουμε δει – δίπλα στους αγίους, στα εικονοστάσια των σπιτιών μας… αναρτημένα παλιά συγγενικά φωτογραφικά πορτρέτα… Ο συνειρμός της ταύτισης της λατρευτικής εικόνας και του συγγενικού φωτογραφικού πορτρέτου είναι φανερός. Οι πρόγονοί μας , στη μνήμη μας έχει είδη αγιοποιηθεί! Γι αυτό λοιπόν, πολλά από τα πρόσωπα που ζωγραφίζει ο P.S.Mavro/Stavriotis, έχουν φτερά αγγέλου ή φέρουν φωτοστέφανο δόξας.
Θα κλείσω αυτό το σημείωμα με μια προσωπική μου ανάμνηση. Κάποτε είχα ρωτήσει το Γιάννη Τσαρούχη… «Δάσκαλε, γιατί ζωγραφίζετε – ως αγγέλους με φτερά – τα μοντέλα σας? Ο Τσαρούχης με κοίταξε και χαμογελώντας μου, ειρωνικά… δε μου απάντησε! Τώρα, βλέποντας τα «πορτρέτα», τους «άγιους» και τους «αγγέλους» του P.S.Mavro/Stavriotis νομίζω ότι βρήκα την απάντηση στο ερώτημά μου.
Προτρέπω τους φιλότεχνους να επισκεφτούν και να δουν αυτή την έκθεση… να κρίνουν τα έργα στο σύνολό τους, να τα δουν αλληλένδετα και ως ενότητα με τα κείμενα που τα συνοδεύουν… αλλά κυρίως να τα πλησιάσουν κάνοντας μια πιο προσωπική Εσωτερική προσέγγιση προβάλλοντας σε αυτά τον εαυτό τους. θα κερδίσουν πολλά!
Γιώργος Μέγγουλας
Γλύπτης / Ιππότης γραμμάτων και τεχνών της Γαλλικής Ακαδημίας.
Αύγουστος 2013 …για την τελευταία ζωγραφική εργασία του P.S.Mavro/Stavriotis

…………………………….
P.S.Mavro / Stavriotis – Ζωγραφική.
«Πρόσωπα – αληθή και αναληθή – που ομιλούν και αφηγούνται».
Παστέλ λαδιού και σκόνες σε χαρτόκουτα!
Kερκυραϊκή Πινακοθήκη. Aύγουστος – Σεπτέμβριος 2013.
Εγκαίνεια: Δευτέρα 5 Αυγούστου / ώρα 20:00 μ.μ.
https://www.facebook.com/events/162648947257803/?ref=22
http://www.youtube.com/watch?v=7vQCwFT3PFc&feature=youtu.be
http://issuu.com/psmavro