Hisham M. Nazer -poetry

 
Towards the Words

Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος

Google it!
‘Cause it’s a poem about Words
Or a Word.
Grab a Merriam
Grab anything you have!
Or you may simple ignore the sources
And divine the meaning instead!
You will find, what you shall know already!

In the music, in the murder
In the euphoria, in the eulogy
In the grand and in the grain,
There are words.
Everything is words in disguise.
The woman you see in the street,
For the mathematical dysfunction of moments,
Or for a prophetic pattern in numbers,
Is only a beautiful ‘word’,
Or perhaps only a melodious echo and equation in the mind
Of the word ‘beautiful’,
That solves all the perplexities of so simple a sensation
So simple that it’s almost unexpected.
The sudden encounter has no meaning
Only the face is meaningful, ‘cause it’s a word
And you have just rehearsed your vocabulary
And have turned ‘one word wise’.
Or the dog you see in the alley
And suddenly feel like fleeing away from it,
Is a word, or maybe two words (but words!)-
‘Teeth’ and ‘bark’. You feel like a cat.
‘Fear’- the word, is your puffy tail,
And ‘run’ is your action of folly.
Whatever, the trees are also full of them,
And a tree is one word, a verbose of leafy alphabets.
It sheds letters in autumn days,
And the poets merely pick them up
And press them inside the leaves of books.
Also the buildings, we live inside words,
And if you climb the storeys quietly you will see
The bricks have piled up into a different story
From the one you just left, or the one you will leave.
It’s up to you whether you like wandering or not,
But if you are unwilling to read the bricks
The corners, the stairs, the skylights and the shadows,
Probably you will have a favourite word,
Or only a bunch of them.
Probably you will say the same thing in all the seminars!
Like this, this world is the draft of an epic written by a fine poet.
That’s why if you simply rephrase a story
Which alone is not that bad,
Work on it a bit, galvanize, equate,
You may even come up with a conclusive story of your own
And call it your own epic!
You may even decipher all the encrypted stories
Some written in crumbled papers thrown away in the streets
Or in the basket- the vestibule for the unwanted.
And if you are so good at it, in rephrasing
And, well, in masterful plagiarizing,
If you have read a lot of these words in disguise
With the details- all the alphabets and then the stories,
Who knows, you may even find the poet,
Who hides behind these words,
Who too is a word,
Was a word in the beginning.
And some say- will be just a word in the end!

*

The Birthnight of an Unwanted Poem

In the beginning of the end of light
It was quite a prosaic and dull encounter:
In the three-wheeler me revising the synopsis of the day
(Not remembering the beginning, neither the complication
Nor the denouement, not even where I was and why I was
There where I was then!)
Planning a plain dinner with boiled rice and fish
And after that a porn perhaps, or a movie
Or some episodes from the sitcom I watch for fun
And after that some light snacks I feast upon for fun
And after that some yawns- prelude to no sleep
And after that a dose of dream, injected forcefully
Into the rebellious Insomnia. (for fun?)
It wasn’t in my plan, not for that moment it was meant.
My plan was simple, unpoetic, without any songlike ceremony
And my entire forgotten day wasn’t supposed to lead to that!
(I wasn’t ready for anything but for some idle fun!
That I deserved for saving the world by doing nothing!)
I was just looking at things without seeing anything
And then, some of a sudden, an image
Acted upon itself quietly, but obviously in some artistic frenzy;
Appeared at my brief appearance at that spot
Out from some empty corner of the street.
It was bizarre, absolutely odd and quite a view:
Sitting under some lonely lamp-post
A painter, long-haired and shabby,
By artfully scratching his paper with a pen
Was trying to squeeze some fun out of a skinny beggar
Whose tiny figure lied completely shrouded in some black.
One can easily tell from the way the bum slept
That the shroud wasn’t unfriendly to the chill of the night. . .

The three-wheels of the wheeler
Didn’t stop to enjoy the show
And so was I back to my revision.
But then, like in some less divine apostasy
I even forgot what I couldn’t remember!
And in mind travelled back some five or ten seconds
To sit behind the painter who sat behind an idea,
To watch him watching the bum carefully
And dig a dark story out from his ink.
Just for a few unwatched seconds
The feeling filled me with a lost joy,
Moistened my dried well of poetic passion
And then again became what it was prosaically before-
Just a bizarre image acting upon itself to become
An image for an idle eye.
Then why, why the beggar’s black shroud
Transforming into the night
Is shrouding me tonight now in some dark chill?
Why questions are seeking answers through me
“What beauty did he seek in the otherwise ugly sleeping man?
Where’s the climactic calamity
That gives birth to the silent darkness?”

I had some plans for fun
But with their premature death
And now me sitting before an idea
How can I endure looking at nothing and seeing only that-
The wheels, the beggar and the painter
And seek beauty there to witness
The birthnight of an unwanted poem?

©Hisham M Nazer 
Photo: Creative Commons

bio
Hisham M Nazer is a trilingual poet. A T. S. Eliot scholar, currently working on a dissertation on T. S. Eliot and Dante, supervised by the department of English, University of Rajshahi. A prolific writer, published in several national magazines and international anthologies. He is an essayist too, a spiritual speaker and a teacher of philosophy. Worked as a sub-editor for two literary magazines- Shasshwatiki (Bengali, Bangladesh) and The Browsing Corner (Multi-lingual e-zine, India).

Αλέξανδρος Ζεν, Νύχτα φόνου

Ω ναι, τη θυμάμαι σα χτες εκείνη την ημέρα… Θυμάμαι ακριβώς την ημερομηνία: Δεκαπέντε Οκτωβρίου. Θυμάμαι τι ρούχα φορούσα, θυμάμαι πόσα τσιγάρα είχα καπνίσει, τι καφέ είχα πιει, που είχα παρκάρει τ’ αμάξι, θυμάμαι ακόμα και πόσο γεμάτο ήταν το φεγγάρι – ακριβώς μέχρι τη μέση. Θυμάμαι και το νεκρό βλέμμα των ματιών του… Αυτό καλύτερα απ’ όλα…
   Είχα ξυπνήσει πολύ νωρίς εκείνο το πρωί, δεν είχε καν ξημερώσει. Είχε ζέστη, ζέστη ασυνήθιστα γλυκιά για πρωινό του Οκτώβρη. Το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας είχε κάνει το κεφάλι μου βαρύ σαν μολύβι και είχε εξασθενίσει το ήδη αδύναμο στομάχι μου. Ήμουν ένα ζωντανό πτώμα που περιφερόταν άσκοπα απ’ το υπνοδωμάτιο στην κουζίνα, από κει στην τουαλέτα, κι απ’ την τουαλέτα στο υπνοδωμάτιο. Δεν τα άντεχα καθόλου τα μεθύσια, ούτε τα ξενύχτια γενικά. Με θυμάμαι από έφηβο ακόμα να στριφογυρίζω για το πολύ δυο ώρες στο κρεβάτι μου και να σηκώνομαι γεμάτος τσίμπλες στα μάτια, πόνους στα πόδια και αλκοόλ στο αίμα για να συρθώ μέχρι τη λεκάνη. Τις άλλες νύχτες βέβαια έκανα υπέροχους ύπνους. Μέχρι εκείνο το βράδυ της δεκάτης πέμπτης δεν ήξερα καν τι θα πει η λέξη ‘αϋπνία’. Κοιμόμουνα βαριά και ήσυχα για τουλάχιστον οχτώ ώρες – απολάμβανα ύπνο! Εκείνο το πρωινό πάντως, για να επιστρέψω και στο θέμα, το πρώτο πράγμα που έκανα όταν σηκώθηκα δεν ήταν να συρθώ μέχρι την τουαλέτα, αλλά να συρθώ μέχρι την κουζίνα, όπου θα έφτιαχνα το μόνο πράγμα που θα μπορούσε κάπως να με ζωντανέψει: έναν διπλό ελληνικό καφέ, μαζί με ένα φτηνό παλ μαλ τσιγάρο. Και όντως, με την πρώτη κιόλας γουλιά ένιωσα το σώμα μου να συνέρχεται. Το μυαλό μου πάλι, όχι και τόσο…
Πέρασα τις ώρες της ημέρας συμπληρώνοντας έγγραφα για τη δουλειά και διαβάζοντας το βιβλίο που είχα αφήσει από καιρό στη μέση: τον Ξένο του Καμύ. Ποτέ δε μπόρεσα να καταλάβω τι το τόσο σπουδαίο έβλεπε ο κόσμος σ’ αυτό το βιβλίο. Εμένα πολλές φορές με κούραζε… Το μεσημέρι δεν είχα καθόλου όρεξη για μαγείρεμα, οπότε παρήγγειλα μια πίτσα απ’ έξω. Και κατά τις έξι το απόγευμα είχα ραντεβού για καφέ με την Μαρία στο κέντρο.
   Θυμάμαι συζητούσαμε για το γάμο – κάναμε τις πρώτες προετοιμασίες. Είχε φέρει δείγματα από προσκλητήρια για να διαλέξουμε μαζί. Της είπα ότι δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου το προσκλητήριο, δε μ’ ενδιαφέρει τίποτα εκτός απ’ το να είμαι μαζί της. Μου χαμογέλασε. Τίποτα δε μπορούσε να μου φτιάξει περισσότερο τη διάθεση από ένα χαμόγελό της. Ολόκληρο το πρόσωπο της φωτιζόταν κάθε φορά που τα λεπτά της χείλη κοιτούσαν προς τα πάνω. Πλησίασα αργά και τη φίλησα για ώρα, παθιασμένα, μέχρι να μας επαναφέρει τελικά ο εκνευριστικός σερβιτόρος που κουβαλούσε τους καφέδες μας. Τελικά δεν αποφασίσαμε ποτέ το προσκλητήριο, το άφησα πάνω της, κι όταν πια ο ήλιος είχε πέσει και το σκοτάδι είχε αρχίσει να απλώνεται πάνω απ’ τη μεγάλη πόλη, φιληθήκαμε ξανά, αποχαιρετιστήκαμε και τραβήξαμε ο καθένας το δρόμο για το σπίτι του… Ποτέ μου δε θα πίστευα ότι εκείνη η φορά θα ήταν η τελευταία φορά που θα έβλεπα το πρόσωπο της, που θα άκουγα τη φωνή της, που θα κοίταγα στα μάτια της, που θα άγγιζα τα χείλη της…
   Είχα παρκάρει το αμάξι πολύ μακριά απ’ το καφέ που είχαμε καθίσει, τουλάχιστον είκοσι λεπτά περπάτημα. Φυσικά τέτοια ώρα στο κέντρο θα έπρεπε να νιώθω τυχερός μόνο και μόνο που είχα καταφέρει να βρω θέση, μα το περπάτημα δεν το άντεχα καθόλου, και πάντα παραπονιόμουν αν είχα πάνω από ένα χιλιόμετρο να διανύσω με τα πόδια. Γι’ αυτό και όταν έφτασα στο κακόφημο στενό της οδού Αλεξάνδρου, δεν το σκέφτηκα καθόλου πριν μπω και κόψω δρόμο. Θα γλίτωνα περίπου τριακόσια μέτρα. Χα, το σκέφτομαι σήμερα ότι όλα αυτά έγιναν για τριακόσια μέτρα και μου φαίνομαι τόσο γελοίος…
   Καθόταν στα σκαλιά, ακριβώς έξω απ’ το μισογκρεμισμένο και ερειπωμένο αρχοντικό με τον αριθμό επτά, δίπλα στην ανοιγμένη χαρτόκουτα που χρησιμοποιούσε για κρεβάτι. Φορούσε ένα παλιό, ξεσκισμένο μπλουτζιν κι ένα λεπτό, μπεζ πουκάμισο, απ’ το οποίο έλειπαν δυο κουμπιά στο ύψος του στομαχιού. Το πρόσωπό του ήταν τρομακτικό, απόκοσμο, τα μάγουλα του έμοιαζαν φαγωμένα, τα μικρά του μάτια πρησμένα και ρυτιδιασμένα, γεμάτα μαύρους κύκλους, το στόμα του ξερό. Μόνο το μακρύ, γκρίζο του μούσι είχε κάτι το μεγαλοπρεπές, έμοιαζε λες και ήταν βγαλμένο από τη Βίβλο. Ήταν λεπτός και αδύναμος, με το ζόρι φαινόταν να κρατάει το κεφάλι του όρθιο. Θα ήταν το πολύ εξήντα χρονών, μα έμοιαζε τουλάχιστον ενενήντα. Δεν το κρύβω πως το όλο θέαμα του μου προκάλεσε αηδία… Τον κοίταξα και με κοίταξε πίσω. Τα μάτια του ήταν άδεια, κενά, λες και ήταν ήδη νεκρός…
   Σηκώθηκε απ’ τη θέση του με δυσκολία και με βιαστικές κινήσεις άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος μου. Άνοιξα το βήμα μου. Δεν ήταν ότι τον φοβήθηκα, απλά ήθελα να τον αποφύγω… Άκουσα τη λεπτή και κουρασμένη φωνή του πίσω από την πλάτη μου: «Γεια σου φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» Συνέχισα να περπατάω χωρίς να απαντήσω. Με ακολουθούσε κατά πόδας. Ήταν εντυπωσιακό να βλέπεις έναν τέτοιο άνθρωπο να περπατάει τόσο γρήγορα, ήταν άξιον απορίας πως τον κρατούσαν ακόμα τα πόδια του. Έφτασε ακόμα πιο κοντά μου. «Συγγνώμη, φίλε…» «Όχι, τον διέκοψα απότομα, χωρίς καν να γυρίσω να τον κοιτάξω. Δεν έχω τίποτα.» Πίστεψα ότι θα σταμάταγε, ότι δεν θα έδινε περισσότερη σημασία σε έναν τυχαίο περαστικό που ήθελε απλά να πάει σπίτι του, μα αντιθέτως, με δυο απότομες κινήσεις βρέθηκε μπροστά μου, να μου κλείνει το δρόμο και να με κοιτάει στα μάτια. «Φίλε, μήπως έχεις μερικά ψιλά;» με ξαναρώτησε. «Σου είπα όχι, δεν έχω τίποτα,» απάντησα και προσπάθησα να φύγω, μα έκπληκτος συνειδητοποίησα ότι είχα σχεδόν παραλύσει όρθιος στη μέση του δρόμου. Καθόμουνα για ώρα – ή έστω λίγα δευτερόλεπτα που μου φάνηκαν αιώνες – και τον κοίταζα βαθιά μέσα στα μάτια. Το βλέμμα του ήταν γεμάτο μίσος, πρώτη φορά έβλεπα τόσο μίσος μέσα σ’ ένα ζευγάρι ανθρώπινων ματιών. Ένιωθα πως μ’ έπνιγε αυτό το βλέμμα. Κι εκεί ήταν που άρχισα να φοβάμαι…
   «Α… Δεν έχεις τίποτα…» είπε εκείνος, συνεχίζοντας να με κοιτάει με τα απάνθρωπα, ψυχρά του μάτια. «Όχι, τίποτα,» απάντησα χαμηλώνοντας τον τόνο της φωνής μου. Κοιταχτήκαμε για λίγο ακόμα, ώσπου άρπαξε το αριστερό μου χέρι απ’ τον καρπό και με τράβηξε προς τα πίσω. «Έλα λίγο μαζί μου,» μου είπε αδύναμα. «Άσε με ήσυχο,» του απάντησα θυμωμένος και τράβηξα το χέρι μου για να το ελευθερώσω. «Ρε έλα που σου λέω,» συνέχισε ξαναγραπώνοντας με. «Όχι, άσε με,» φώναξα τρομαγμένος προσπαθώντας πάλι να ελευθερώσω το χέρι μου, μα αυτή τη φορά χωρίς αποτέλεσμα. Με είχε σύρει τουλάχιστον δέκα μέτρα πίσω όταν άρχισα να πανικοβάλλομαι. Ξανατράβηξα το χέρι μου με περισσότερη δύναμη, το ελευθέρωσα, και του έριξα μια δυνατή σπρωξιά. Ο γέρος έπεσε κάτω στην άσφαλτο, μα, για κάποιο λόγο που ακόμα δε μπορώ να εξηγήσω, δεν το έβαλα στα πόδια, έμεινα εκεί, στο ίδιο σημείο, σχεδόν πετρωμένος… «Άσε με ήσυχο!» του φώναξα. Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και έτρεξε – όσο μπορούσε να τρέξει – κατά πάνω μου. Τον ξαναέσπρωξα και ξαναέπεσε κάτω. «Τι θέλεις από μένα;» τον ρώτησα σχεδόν κλαίγοντας. Ο γέρος, χωρίς να δώσει καμία σημασία στα λόγια μου, ξανασηκώθηκε, μα αυτή τη φορά κρατώντας ένα άδειο μπουκάλι μπύρας στο δεξί του χέρι, με στόχο να το προσγειώσει στο κεφάλι μου. Φυσικά δεν τα κατάφερε. Όταν έφτασε σε απόσταση αναπνοής, γράπωσα τον καρπό του χεριού του και με το άλλο μου χέρι του έριξα μια γροθιά στο στομάχι. Άφησε το μπουκάλι μπύρας να πέσει κάτω και να σπάσει σε κομμάτια, και με τις παλάμες του τύλιξε το σημείο που τον είχα χτυπήσει. Ήξερα πως πλέον δε μπορούσε να μου κάνει τίποτα… Του έριξα άλλη μια γροθιά όσο ήταν σκυμμένος πάνω απ’ το στομάχι του, μα αυτή τη φορά στη μύτη. Την έσπασα… Κύλησε αίμα πηχτό και σκούρο, ποτισμένο με ουσίες. Ο γέρος έπεσε στα γόνατα και άρχισε να κλαίει με βουβούς λυγμούς. Τον ξαναχτύπησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού και τον σώριασα κάτω. «Βρωμοπρέζακα!» φώναξα και του έριξα μια δυνατή κλωτσιά στα πλευρά. Εκείνος έσκουξε φωναχτά. «Πουτάνας γιε!» ξαναφώναξα και ξανακλώτσησα. Ο γέρος ήταν αναίσθητος. «Άσε με ήσυχο καριόλη!» φώναξα για μια τελευταία φορά, πριν αρπάξω ένα άλλο μπουκάλι μπύρας που ήταν πεταμένο δίπλα του και του το φέρω στο κεφάλι, όχι μια, αλλά τουλάχιστον τρεις φορές. Το κρανίο του άνοιξε στα δυο σαν όστρακο. «Άσε με ήσυχο,» ψέλλισα πριν ακόμα καταλάβω τι είχε γίνει – τι είχα κάνει…
   Έμεινα πάνω απ’ το σώμα του για ώρα, μαρμαρωμένος και θολωμένος. Ο γέρος δεν κουνιότανε καθόλου. Έσκυψα προσεκτικά κάτω στο δρόμο και γύρισα το γεμάτο αίματα κορμί του ανάσκελα. Τα μάτια του ήταν ακόμα ανοιχτά και με κοιτούσαν, μα πλέον δεν υπήρχε ούτε μίσος, ούτε κακία μέσα τους. Πλέον δεν υπήρχε τίποτα… Προσπάθησα να καταλάβω αν είχε σφυγμό. Δεν είχε…
Ναι, θυμάμαι ακόμα πολύ καλά τον ψυχρό αέρα που φύσηξε εκείνη τη στιγμή στην οδό Αλεξάνδρου. Θυμάμαι και το φως του μισογεμάτου φεγγαριού που έπεφτε στα άδεια μάτια του. Θυμάμαι και τις κηλίδες μαύρου αίματος στην άσφαλτο… Το άψυχο του πτώμα… Το μόνο που δε θυμάμαι… είναι τι έκανα μετά…
©Αλέξανδρος Ζεν
Image Source: Chase Bickel 

Γιώργος Μαραζάκης, Τριπλό άξελ

Mυρτώ την είχανε βγάλει, όπως τη μακαρίτισσα τη γιαγιά της. Μυρτούλα την φώναζε η Κυρία Ευανθία, η μάνα της. «Έλα Μυρτούλα μου, ξύπνα θα αργήσεις» της έλεγε τα πρωινά. Όταν την βαφτίζανε, οχτώ μηνών μωράκι κοιτούσε την κόρη της και έβλεπε ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κορίτσι να τρέχει ξυπόλυτο στην αμμουδιά. Μα η Μυρτούλα μεγάλωσε κι έγινε το αντίθετο, χλωμή και παχουλή. Ένα νωθρό μελαγχολικό κορίτσι. Μόνο δυο στρογγυλές πιτσιλιές κόκκινο χρωμάτιζαν τα φουσκωτά της μάγουλα.

 

Καθόταν στο θρανίο σκυφτή με το μολύβι στο χέρι. Η δασκάλα μιλούσε και αυτή ζωγράφιζε καρδούλες στην λευκή πρώτη σελίδα του βιβλίου χωρίς να την ακούει.
Όλα της τα βιβλία ήταν νοικοκυρεμένα, και προστατευμένα με διάφανο ντύμα. Είχαν πολύχρωμα αυτοκόλλητα με στρασάκια στο εξώφυλλο και μια ροζ ετικέτα στην γωνία. «Μυρτώ Λαμπροπούλου, μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού.» Δεν ήταν τσαλακωμένα στις γωνίες. Μέσα όμως ήταν γεμάτα ζωγραφισμένες καρδούλες. Καρδούλες και το όνομα Γιάννης. «Μυρτώ τι λέγαμε τώρα;» συνήθιζε να την ρωτάει η δασκάλα κι αυτή ποτέ δεν ήξερε τι να απαντήσει. Άκουγε την μονότονη φωνή που αντηχούσε στην τάξη χωρίς ποτέ να προσέχει τα λόγια. Οι κόκκινες πινελιές απλώνονταν τότε σε όλο της το πρόσωπο και τα άλλα παιδιά κρυφογελούσανε. Δεν την ένοιαζε όμως. Το είχε συνηθίσει. Μόνο το τραγουδάκι την πείραζε. Το ξεκινούσε ένα από τα παιδιά και το συνεχίζανε όλοι χορωδία∙ και ο Γιάννης μαζί. Ένα στιχάκι ήταν όλο κι όλο μα όποτε τους κολλούσε μπορούσαν να το επαναλαμβάνουν για ολόκληρο το διάλειμμα.
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό
Έρχεται η Μυρτώ
κρύψτε το φαγητό.

Δεν το άκουγε πάνω από δύο τρεις φορές. Κρυβόταν σε κάποια ευχάριστη σκέψη και οι φωνές τους γινόντουσαν μακρινοί υπόκωφοι ήχοι. Χανόταν σε μακρινούς κόσμους με ξωτικά και νεράιδες. Όλο και κάποια καλόκαρδο Τζίνι που έδινε τρεις ευχές σύχναζε εκεί. Με την πρώτη ευχή γινότανε όμορφη και με την δεύτερη τα έφτιαχνε με τον Γιάννη. Φορούσε ένα ροζ φόρεμα και καθόντουσαν μαζί στο παγκάκι της πίσω αυλής. Η Τρίτη ευχή άλλαζε κάθε φορά.
Τα απογεύματα τα περνούσε μπροστά στην τηλεόραση. Περίμενε όλη τη βδομάδα με λαχτάρα τη μέρα που έπαιζε candy candy. Έπαιρνε κρυφά τρεις τέσσερις χούφτες σοκολατάκια και στηνόταν μπροστά στην ασπρόμαυρη συσκευή. Όταν ο Antony έπεσε από το άλογο και σκοτώθηκε η Μυρτώ οριστικοποίησε την τρίτη της ευχή. Θα τον ανάσταινε για να παντρευτεί την Candy.
Τα χρόνια περνούσαν και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Όχι μόνο στα χρόνια αλλά και στις διαστάσεις. Γύριζε από το σχόλιο και κλεινόταν στο δωμάτιο της. Της είχε κάνει δώρο η θεία της μια φορητή τηλεόραση και την είχε στο κοριτσίστικο δωμάτιο ανάμεσα σε αρκουδάκια και κούκλες. Την εποχή που έδειχνε καλλιτεχνικό πατινάζ έβγαινε από το δωμάτιο μόνο για να πάει στο περίπτερο να αγοράσει σοκολάτες και πατατάκια. Παρακολουθούσε εκστασιασμένη, με το στόμα μπουκωμένο. Φανταζόταν τον εαυτό της να γλιστράει στο πάγο. Αδύνατη και όμορφη ελίσσεται με μπρίο ενώ το δαντελένιο της φόρεμα ανεμίζει στον ρυθμό της μουσικής.
Βραδιά καλλιτεχνικού πατινάζ ήταν και όταν έφυγε ο πατέρας της από το σπίτι. Είχε χαμηλώσει τον ήχο και κρυφάκουγε. Είχε σταματήσει να αναπνέει για να κάνει ησυχία. Δεν τα άκουγε όλα. Μόνο σκόρπιες λέξεις, πνιχτά κλάματα, τον μεταλλικό ήχο από το κούμπωμα της μεγάλης βαλίτσας, κάτι μισοτελειωμένες προτάσεις, η πόρτα που κλείνει. «Την κόρη σου δεν την σκέφτεσαι;» Όταν η Ευανθία άρχισε να κλαίει με λυγμούς η Μυρτώ σταμάτησε να ακούει. Κρύφτηκε πάλι σε κάποιον από τους κόσμους της. Ήταν μεγάλη και όμορφη εκεί. Ένα πρώην ασχημόπαπο. Είχε τρία παιδιά και ζούσε σε ένα μεγάλο σπίτι με κεραμίδια στην εξοχή. Είχε μια στρογγυλή πέργκολα στην αυλή και μια λιμνούλα με χρυσόψαρα στον κήπο.
«Διάβαζε Μυτούλα μου» της έλεγε η μάνα της πριν τις μεγάλες εξετάσεις. «Διάβαζε να ξεφύγεις εσύ τουλάχιστον». Και η Μυρτούλα που είχε μεγαλώσει σε όλες τις διαστάσεις ήξερε πως αυτό έπρεπε να κάνει. Έπαιρνε το βιβλίο και μερικά κομμάτια από τον κορμό σοκολάτα, που έφτιαχνε η Ευανθία για να την καλοπιάνει και διάβαζε. Διάβαζε μα από τα μισά της πρώτης σελίδας σταματούσε να αποτυπώνει τα γράμματα στο μυαλό της. Χανόταν σε φοιτητόσπιτα και χαρούμενες παρέες. Έβλεπε τον εαυτό της αδύνατο στην νοικοκυρεμένη γκαρσονιερούλα με τις σιέλ κουρτίνες. Στον καναπέ ένας νέος με καστανό μαλλί άκουγε μουσική. Άλλες φορές τον λέγανε Μπράντον κι άλλες Ντύλαν. Όταν βγήκε η βαθμολογία δεν έκλαψε. Ήταν Πέμπτη, είχε τα χτυποκάρδια στο Μπέβερλυ χιλς το βράδυ. Τα είδε στην μικρή της τηλεόραση συντροφιά με τρία πακέτα σοκολατένια μπισκότα και πατατάκια.
Τα μάτια της ίσα που φαινότανε από το φουσκωμένο πρόσωπο της. Το κόκκινο στα μάγουλα της είχε πάλι απλωθεί. «Μάλιστα κύριε Γεωργίου» ψέλλιζε στις παύσεις της φωνής του.
«Θα περίμενα περισσότερη υπευθυνότητα Δεσποινίς Μυρτώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Η καλή από την κακή δουλειά διαφέρει μόνο στις λεπτομέρειες»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
«Τα λάθη είναι ανθρώπινα αρκεί να μην επαναλαμβάνονται»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου»
Αυτός μιλούσε μα η Μυρτώ δεν άκουγε. Είχε ήδη χαθεί στην χαρούμενη σκέψη της. Αυτή τη φορά όμως δεν ήταν νεράιδα μα άνθρωπος κανονικός. Τον λέγανε Φάνη. Το βράδυ θα πηγαίνανε σινεμά. Προτιμούσαν τον κινηματογράφο γιατί ήταν και οι δυο ντροπαλοί. Ο κινηματογράφος έδινε μια λύση στις αμήχανες σιωπές τους. Πριν πάνε, συζητούσαν για το έργο που θα δουν και μετά που φεύγανε για αυτό που είδαν. Βγαίνανε εδώ και τρεις μήνες. Περπατούσανε δίπλα δίπλα και ο κόσμος τους κοιτούσε. Ο Φάνης ήταν πολύ αδύνατος, καμπούριζε και λίγο. Είχε πατήσει τα εικοσιτέσσερα μα η ακμή δεν είχε φύγει από το πρόσωπο του. Φορούσε και κάτι χοντρά γυαλιά μυωπίας. Τις πρώτες φορές που βγήκαν, η Μυρτώ προσπαθούσε να οδηγεί τις συζητήσεις. Αυτός απαντούσε μονολεκτικά με μια μονότονη φωνή που έβγαζε από τη μύτη. Η κατάσταση βελτιώθηκε λίγο με τον κινηματογράφο. Μετά τα πρώτα δέκα – δεκαπέντε ραντεβού ολοκλήρωσαν και την σχέση τους. Οι γονείς του Φάνη λείπανε στο χωριό και την κάλεσε σπίτι. Ήταν και για τους δύο η πρώτη φορά. Νευρική και αγχωμένη. Ρούχα που δεν βγαίνανε εύκολα, παράξενα κουμπώματα σουτιέν, φακελάκια προφυλακτικών που δεν άνοιγαν, αγωνιώδεις ανιχνεύσεις ανατομικής φύσεως, σουμιέδες που τρίζανε επικίνδυνα. Πάντα είναι η δύσκολη η πρώτη φορά. Μια από τις επόμενες μέρες θα ερχόταν και η δεύτερη, αυτή θα ήταν καλύτερη έλεγε η Μυρτώ. Μετά φανταζόταν τον γάμο και το σπιτικό τους. Πηγαίνουν βόλτα στην παιδική χαρά και ο Φάνης κρατάει από το χέρι την κόρη τους, ένα ηλιοκαμένο αδύνατο κοριτσάκι.
«Λίγη περισσότερη προσοχή σε παρακαλώ»
«Μάλιστα κύριε Γεωργίου».
Όταν της είπε να χωρίσουν ήταν η πρώτη φορά που μίλησε τόσο πολύ. Η Μυρτώ είχε καρφώσει το βλέμμα στο πάτωμα. Της έλεγε ότι είναι ακόμα νέος για σοβαρή σχέση και ότι θέλει να ασχοληθεί εντατικότερα με τις σπουδές του. Ήδη είχε σταματήσει να τον προσέχει. Άκουγε μόνο τον ήχο της φωνής να βγαίνει από την μύτη του. Φανταζόταν το γιατρό με την πειραματική μέθοδο. Χρειαζόταν μια εθελόντρια να δοκιμάσει την νέα θεραπεία. Σε τρεις μήνες θα ήταν αδύνατη και όμορφη με τα νέα επαναστατικά χάπια. Θα είχε οποίον ήθελε στα ποδιά της. Θα την έβλεπε ο Φάνης στην καφετέρια αγκαλιά με εκείνο το ψηλό παιδί από το τμήμα προμηθειών και θα έβαζε τα κλάματα. Ας πρόσεχε, ας πρόσεχε.
Την άλλη μέρα ήταν η πρώτη φορά που δεν σηκώθηκε από το κρεβάτι. Πήρε τηλέφωνο στη δουλειά και είπε ότι είναι άρρωστη. Έμεινε όλη μέρα στο δωμάτιο να βλέπει τηλεόραση. Κάθε λίγες ώρες έπαιρνε τηλέφωνο να παραγγείλει φαγητό. Πίτσα, σουβλάκια, κρέπες. «Τι έχεις Μυρτούλα μου» την ρωτούσε η μάνα της. «Γιατί δε μου λες;»
Ο καιρός περνούσε και η Μυρτούλα μεγάλωνε. Μεγάλωνε σε όλες τις διαστάσεις. Είχαν περάσει χρόνια από την τελευταία φορά που βγήκε από το διαμέρισμα. Δεν την κρατούσαν πια τα γόνατα της. Είχε πάψει να σηκώνεται από το κρεβάτι. «Δυστυχώς πρέπει να λάβετε δραστικά μέτρα» είπε ο γιατρός «Διατρέχετε άμεσο κίνδυνο» . Η Ευανθία προσπάθησε να την βοηθήσει. Δοκίμασε να μαγειρεύει υγιεινά και δεν πήγαινε να της αγοράσει γλυκά από το περίπτερο. Μα η Μυρτώ έκλαιγε και ούρλιαζε. Έκανε σαν θηρίο στο κλουβί. Πετούσε τα πιάτα και τα ποτήρια στον τοίχο. Μόνο το τηλεκοντρόλ πρόσεχε σαν τα μάτια της. Στο τέλος η Ευανθία υπέκυπτε. Πήγαινε στο ψιλικατζίδικο και γέμιζε μια νάιλον σακούλα με τις αγαπημένες λιχουδιές της κόρης της. Όλη σχεδόν τη σύνταξη την ξόδευε σε σοκολάτες, πατατάκια και πίτσες. «Αν πάθω κάτι τι θα απογίνεις;» μονολογούσε κάθε τόσο κλαίγοντας.
Η Μυρτώ δεν μπορούσε να πάει ούτε στην τουαλέτα. Της πήγαινε την πάπια η μάνα της. Κάθε δυο μέρες την έπλενε με μια βρεγμένη πετσέτα. Έβαζε όλη της την δύναμη και την βοηθούσε να γυρίσει στο πλάι για να καθαρίζει το δέρμα της που σάπιζε κολλημένο στα σεντόνια.
Ένα πρωί η Ευανθία πήρε τηλέφωνο στο νούμερο που δίνανε στην αγαπημένη της εκπομπή. Από το κανάλι είπαν πως θα βοηθούσαν. Θα έπαιρναν μια συνέντευξη από την Μυρτώ και μετά θα την κατέβαζαν από το μπαλκόνι με τη βοήθεια κάποιου γερανοφόρου οχήματος. Θα αναλαμβάνανε τα έξοδα για την νοσηλεία της σε ιδιωτική κλινική και την επέμβαση στο στομάχι. Η Μυρτώ όμως είχε άλλα σχέδια.
«Πως νιώθεις Μυρτώ καθηλωμένη τόσο καιρό στο κρεβάτι;» Ρώτησε η καλοχτενισμένη κοπέλα προτείνοντας της το μικρόφωνο. Αυτή δε μίλησε. Ανασηκώθηκε με κόπο, γύρισε το σβέρκο στο πλάι και ξέρασε πάνω στο μανίκι της αποσβολωμένης δημοσιογράφου. Η εκπομπή δεν έγινε ποτέ.
Η Μυρτώ είχε πάψει ακόμα και να μιλάει. Έτρωγε μόνο και άλλαζε κανάλια. Τίποτα άλλο δεν έκανε. Είχε έρθει πάλι η εποχή του πατινάζ. Παρακολουθούσε με γεμάτο το στόμα, δακρυσμένη από χαρά. Στο διάλειμμα για τις διαφημίσεις έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Όταν τα ξανάνοιξε δεν ήταν πια στο δωμάτιο. Το κρεβάτι της βρισκόταν στη μέση μιας μεγάλης αίθουσας. Έξω ακούγονταν μακρινές μουσικές και χειροκροτήματα. Η πόρτα άνοιξε και μπήκε μέσα εκείνος. Ψηλός και ξανθός. Ισορροπώντας στα παγοπέδιλα προχώρησε προς το μέρος της. Η εφαρμοστή φορεσιά του την θάμπωνε. Ήταν γεμάτη στρας και στολίδια. Δεν μπορούσε να διακρίνει τα χαρακτηριστικά του. Αυτός την κοίταξε με απέχθεια όπως ήταν ασάλευτη και ανήμπορη πάνω στο κρεβάτι . Έβγαλε από την εσωτερική τσέπη του μπολερό ένα γυριστό μαχαίρι, Αραβικό. Της το κάρφωσε λίγο πια χαμηλά από το λαιμό και το τράβηξε με δύναμη μέχρι τον αφαλό. Έσκυψε και έχωσε το χέρι του μέσα στην κοιλιά της. Ψαχούλεψε ανάμεσα στα λίπη και τα αίματα μέχρι που βρήκε το χέρι της. Το έπιασε δυνατά και με μια απότομη κίνηση την τράβηξε έξω. Αυτή στάθηκε μπροστά του χαμογελώντας. Αδύνατη και μικροκαμωμένη. Φορούσε ένα ροζ κορμάκι στολισμένο με δαντέλες. Τα μαλλιά της ήταν λυτά και φτάνανε μέχρι την μέση της πλάτης. Την πήρε από το χέρι και προχωρήσανε προς την πόρτα. Μόλις μπήκαν στο παγοδρόμιο το κοινό ξέσπασε σε κραυγές κα χειροκροτήματα. Τα φώτα σβήσανε. Το πλήθος κράτησε τους αναπτήρες ψηλά. Προχώρησαν στον πάγο και στάθηκαν στην μέση της πίστας. Η μουσική ξεκίνησε. Χόρευαν στους ρυθμούς της. Ελίσσονταν αγκαλιασμένοι. Την στροβίλιζε, την σήκωνε ψηλά, έκαναν πιρουέτες και το φως του προβολέα τους ακολουθούσε. Το κοινό είχε εκστασιαστεί. Με έναν απότομο ελιγμό βρέθηκαν σταματημένοι στην γωνία της πίστας. Ξεκίνησαν να πατινάρουν με όλη τους την δύναμη. Ανέπτυξαν ταχύτητα. Θαρρείς πω σταμάτησαν όλοι να αναπνέουν. Τα μαλλιά της κυμάτιζαν παράλληλα στον πάγο. Κάπου στα μισά την έπιασε από την μέση. Λυγίσανε τα γόνατα τους. Έβαλε όλη του την δύναμη και την εκτόξευσε ψηλά. Στροβιλίστηκε τρεις φορές στο αέρα και δεν ξαναγύρισε ποτέ στο έδαφος.
Copyright©Γιώργος Μαραζάκης

[στάχτες αρχειο]

Anthony Arnott, poetry

 
Call off the search

Daylight dies
into dusk
into night
much more quickly
when it’s
needed.

Poor souls have similarly
fading
hope and batteries to light
up the night, fighting the
ever-growing fear
that
their angel will forever
be that age.
Rage, vacant panic boils,
cracks into
one solitary cry,
anguished prayer
disguised as
a wail.

Torch illuminates blades
upon blades, as
she, on her knees,
curses the days she
took
for granted and,
to herself, her palms,
the stars and beyond,
she swears
that she will never
rest again.

 
Rolling the dice

I read my horoscope today.
And, as ever, took it with a salt-pinch.

Read about the moons and
the end of the month, hoping it would come true,

but forgot all about
it once I’d

turned the page.

 
The town that might have been

On the train,
I rolled through
the town that might have been.

The sky was calm
and hurt,
as it only reminded me of opportunities missed.

The sun,
a low bulb,
was bearable to look at
and I had to tell myself that,
if I’d chosen this town,
it wouldn’t always be this lovely.

I always thought of telling
the town that might have been
how close it actually was to being,
but never thought it would do any good
to either of us.

In its station,
I almost expect the town to be there,
on the platform,
waiting for me,
ready to pull me from the train
and into its arms.
But, it never is.

The town that might have been exists
in a parallel universe.
I only pass through.
I can never stay.

*
©Anthony Arnott
photo by © Stratos Fountoulis, «Coffee varieties» Edmonton, Canada, 2012

Bio
Anthony Arnott lives in Jarrow, South Tyneside, and works as an English teacher. In April 2013, his collection, The Genius who drank all the milk, was released. This was the follow-up to his August 2011 debut, Behind Barcodes, both of which were published by erbacce-press. For two years, he was a Poetry Editor for The Black Market Review.
He has also had work published in Peggy’s Blue Skylight, First Edition Magazine, Question Mark, The Journal, Streetcake Magazine, Why Vandalism? Journal, Broken Wine, Mud Hutter Express, The Delinquent, Turbulence Magazine, Fade Poetry, Camel Saloon, The Tower Journal, Message in a Bottle Magazine, Bareback, Bad Robot, Asinine Poetry, The Artistic Muse, Black Magnolias Literary Journal, Astronaut Magazine, Ink, Sweat & Tears, Inclement and Century 121, as well as in anthologies such as The Strand Book of International Poets 2010, Liquid Gold and Sculpted Anthology.
A keen reader, Anthony has read in support of Jerome Rothenberg and has had fifty-word stories published in 50 to 1 and Postcard Shorts.

Iulia Gherghei, “for a lifetime under a street lamp” –poetry

 
The infinite mirrors of Ocean

Why do we call this planet Earth
when it is the vast waters that gave him the colour
no matter where you look a tide
will answer the moon call
a breeze will caress the seagull wing
a blade of sand will sting a thirsty eye

Where else but at the shore we will meet
the horizon line uniting sky and ocean vastness
a kiss in the infinite mirrors
a taste of no boundaries
a fear that the next tide
will slap and crumble all your certainties

When if not in the middle of storm
God becomes a dry shirt
a farewell tear
a letter never to be mailed
a list of sons abandoned at the shore

Again calm waters, little joyful waves
enormous blue wearing a sky
breeze to comb my curly hair
Ocean, the moon lover, you,
hung my star in your tide!

*

Sighisoara- medieval dream

I don’t seem to remember
how many times we’ve been to the medieval city
I don’t seem to remember
how many guitars we listen soaked in alcohol stench
how many victims we’ve made with our burst in laughter
walking on the summery, medieval streets
climbing the stairs to nowhere, to the uphill tombs
sleeping on grass under a sky
showing no interest to our debauchery
beer, more beer, more laughter
long nights with strangers met a year ago
suddenly friends for a lifetime under a street lamp
we talk till the dawn itself had fallen asleep
till I don’t seem to remember
how many times the clock from the tower stroke
the midnight over my chevaliers’ story…
Do not dare…

*

Always

I will have more rights than you
the air must land on my lungs first
the land must caress my feet with its dust….
my dust, to be fully understood… first
you….you with your height equally to the worm’s
you’ll stick your destiny to my boots’ sole
and let me tell you
I will totally enjoy crushing entire nations into my jaws
Do not dare ask me why
Do not dare cry
Do not dare shade this land
Eat your tear cause you lost
You’ve just become my compost
Always
stay put when I cross the street,
The river that once flooded your grains
it is now tamed to ruin your roots 
your land no longer exist
therefore
Do not dare ask me why
Do not dare cry
Do not dare shade this land
Eat your tear cause you lost
You’ve just become my compost.

*
©Iulia Gherghei
Photo by Stratos Fountoulis, 2013


Iulia Gherghei, an amateur poet from Romania, graduated from University of Bucharest, Technology of information. She published her poems mostly on facebook and in the anthologies edited by Brian Wrixon, Barry Mowles, Mutiu Olawuyi! In 2012 she published her first book » Prisoners of Cinema Paradiso» at blurb.com, edited by Brian Wrixon.

Joan McNerney, “Tracing darkness with vagrant fingertips” –poetry

 
Tomatoes

In the corner of Best Foods
sit gleaming towers of tomatoes.

Organically grown in fine
“gated communities” far from
toxic sprays, cheap fertilizers.

High above common rabble
produce, many of these tomatoes
will go on to Harvard or Yale.

So what if their price tag is high!
Jammed packed full of antioxidants
they will not linger on the vine.

Feast your eyes upon these healthy
specimens. Note rosy glowing
skins without poisonous additives.

Gourmets check out organic labels
for vitamin rich food harvested
au natural without preservatives.

These are red-blooded American
tomatoes with no “identity crisis”
about being fruits or vegetables.

Go ahead get fresh, pick one up
and devour a few juicy nibbles.

*

 
The Search

We are the lost who have
climbed hillsides…gathering
innumerable and unnamed
stumbling over sharp rocks
searching for our long shadows.

Tracing darkness with
vagrant fingertips
tasting the disdain of dust
we are long shadows
moaning with open mouths.

Eating bitter food grown
on the wrong side of this moon
our hearts caged in fear
fearing we have been cast off
fearing we have no destination.

Sands burning our feet
whipping our unnamed faces
we are long shadows crossing
this dessert longing for
an end to our thirst.

We are losing our shadows
entering empty caves
now listening for echoes
now finding wells of memories
innumerable and unnamed.

*

Lost Dream

I am driving up a hill
without name on an
unnumbered highway.

This road transforms into
a snake winding around
coiled on hair pin turns.

At bottom of the incline
lies a dark village strangely
hushed with secrets.

How black it is. How difficult
to find that dream street
which I must discover.

My fingers are tingling
cool, smoke combs the
air, static fills night.

Exactly what I will explore
is unsure. Where I will find it
unknown. All is in question.

I continue to haunt gloomy
streets in this dream town
crossing dim intersections.

Everything has become a maze
where one line leads to another
dead ends become beginnings.

Deciding to abandon my search,
I return for my automobile…
nowhere to be found in shadows.

Finally I look up at the moons’
silver eye…my lips forming
prayers to a disinterested god.

*

Night

Slides under door jambs
pouring through windows
painting my room black.

This evening was spent
watching old movies.
Song and dance actors
looping through gay,
improbable plots.

All my plates are put away,
cups hanging on hooks.
The towel is still moist.

I blow out cinnamon candles
wafting the air with spice.
Listening now to heat
sputtering and dogs
barking at winds.

Winter pummels skeletal
trees as the moon’s big
yellow eye haunts shadows.

*
©Joan McNerney
Photo by Stratos Fountoulis, «On the boat to Heraklion,Crete, August, 2013»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο πορθμός*

 
Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλο
 
Η πόλη του πορθμού εκτείνεται κατά μήκος του ποταμού Ντιτρόιτ. Γρήγορα αυτοκίνητα, ωραία, αστραφτερά χρώματα χυμένα στους δρόμους, η σπουδαία, μπρούτζινη γροθιά του θρυλικού πυγμάχου Σούγκαρ Ρέι Ρόμπινσον, οι καρτ ποστάλ που δείχνουν την πόλη καθρεφτισμένη μες στα νερά, η γέφυρα Αμπάσαντορ με το ελλειπτικό, μεταλλικό κιγκλίδωμα στον ορίζοντα. Έπειτα, τα σκοτεινά σπίτια των εκατομυρίων δολλαρίων με το χρώμα του χώματος, οι αντιλόπες με το αργό περπάτημα του νερού και υδράργυρος, το χαμηλό βαρομετρικό της πόλης και οι πάνθηρες με τις ευωδιαστές ανάσες. Οι λέοντες μες στα ψηλά κτίρια, αγάλματα νυχτερινά και ο άνθρωπος του πορτραίτου καθισμένος εμπρός από το αρχαιοπρεπές κτίσμα του θρυλικού μουσείου. Έχουμε πια χάσει ολότελα την επαφή με την ξεχασμένη φρουρά της πόλης και εκείνοι που θα την ανακαλύψουν έπειτα από αιώνες, άναυδοι εμπρός στα απολιθωμένα ζώα, τα ρημαγμένα σπίτια, τις σπηλιές μες στους δρόμους, τις περιστρεφόμενες, διαφημιστικές πινακίδες των εταιρειών πετρελαιοειδών. Μες στις κωμικές, θηλαστικές κοιλότητες της γης τα παλαιά μνημεία, οι σκοτεινές γειτονιές και οι άγνωστοι μάρτυρες της προόδου θαμένοι μες στα πελώρια, ερημικά μαυσωλεία της πόλης Ντιτρόιτ, συντρίμμια από θρυμματισμένα πιάτα, η μητέρα του καιρού μες στους δρόμους, με γυμνά τα πόδια, σαν νύχτα, στην αγκαλιά της η αγωνία και ο παραδαρμός από τα σαπισμένα κόκκαλα και τα ρεζιλεμένα εντόσθια της πραγματικότητας, όπως επισήμανε μες σε δράματα και οραματισμούς ο άνθρωπος Γουίλιαμ, πνιγμένος μες στην αγκαλιά του γέρικου ποταμού. Μες σε τούτες τις τοπογραφικές λεπτομέρειες της πόλης πορθμού πάντα το σπαραχτικό και το απέραστο, όπως οι νύχτες μας, όπως οι νύχτες μας. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο, οι χρωματογραφίες του Δον Κιχώτη, νεαροί Ισπανοί και κοπέλλες με εσάρπες ή άλλες αφάνταστα ερωτικές, σπαρμένοι μες στην πόλη, ένας ωραίος νέος και οι ηρωικοί φορτοεκφορτωτές της πάλαι ποτέ κραταιάς βιομηχανίας, τα οικογενειακά κειμήλια και τα εραλδικά σύμβολα, ο Ιντυμπόϋ με το φεγγάρι αγκαλιά στους δρόμους της πόλης πορθμού, ξεριζωμένα δέντρα, σωριασμένες επαύλεις, οξειδωμένες σιδεριές, άγνωστα φυτά μες στους κήπους, σκόνη στα έπιπλα και οι λησμονημένοι, αρχιτεκτονικοί ρυθμοί. Ο άνθρωπος με το ψάθινο καπέλλο αιχμή και ελπίδα μες στους απελπισμένους καιρούς, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα μάτια πληγές, τώρα κανείς δεν μπορεί να μας οδηγήσει στις νέες ηπείρους, εκείνες γλιστρούν μες στα νερά, νεκρή η ρίζα και το όνειρο μες στην πόλη πορθμό, έτσι όπως απλώνεται, σκοτωμένο φίδι κατά μήκος του σπουδαίου ποταμού.
Σε λίγο καιρό τα στρατιωτικά φορτηγά θα φτάσουν από όλες τις πλευρές της πόλης, θα έχουν εξαντληθεί όλες οι πιθανότητες και όλοι οι καιροί και ο άνδρας με το ψάθινο καπέλλο, μια αγροτική προσωπογραφία, μορφές που ακολουθούν την τεχνοτροπία των εξαρθρωμένων γλυπτών του Τζιακομέτι, οι τραγικοί διασκεδαστές των προηγούμενων αιώνων, όλοι θα επιβιβαστούν στα στρατιωτικά οχήματα και ο ποταμός που ξερνά νέους ανθρώπους, ολόκληρα κοπάδια από γυναίκες και παιδιά. Θα ανοίξουν τα σπίτια, λοιπόν, θα ξεκαρφώσουν τα ξύλα από τα παράθυρα, θα σκάψουν το χώμα, θα θάψουν, λοιπόν τους νεκρούς ως τα μεσάνυχτα και περπατώντας μες στην πόλη θα σημάνουν τις νέες μέρες. Τα πρώτα νερά μες στου πάγους και τα ασανσέρ τύπου πλέξιγκλας που ανέρχονται ψηλά στους ουρανούς και ξανά ο καρκίνος και το ντελίριο του πολιτισμού. Με παιάνες και στίχους φτιαγμένους μες στη στιγμή ο Ολλανδός άνδρας με το ψάθινο καπέλλο επιβιβάζεται τώρα στα στρατιωτικά φορτηγά. Στους τοίχους γραμμένα τα συνθήματα ενός τυφλού σοφού, ενός ολότελα φανταστικού όντος.
    Η δυνατή και αποδιαρθρωμένη τέχνη γεννιέται από την προσωπική μας διάλυση και τούτη οφείλει να παρηγορεί, όταν δοθεί κάποτε η ευκαιρία.
   Το μέλλον του πορθμού, ο άνθρωπος που πάντα καραδοκεί, οι αντιλόπες που τρέχουν προς τα δάση, τα αγάλματα που ακουμπούν στη γρανιτένια λύπη τους, οι εποχές μας δίχως φως, δίχως διάρκεια και αέρα. Η κλαγγή των όπλων θα ακουστεί κάποτε ξανά, υπόκωφη, άγρια, μέσα από τα βάθη των καθρεφτών μας. Όπως στις καρτ ποστάλ της θρυλικής πόλης πορθμού στην αμερικανική ενδοχώρα που βυθίζεται πάντα μες στα νερά.

________________________
* Το όνομα της πόλης Ντιτρόιτ προήλθε από τον ομώνυμο ποταμό, που με τη σειρά του ονομάστηκε από τους Γάλλους Rivière du Détroit ήτοι «Το ποτάμι του Πορθμού». Το όνομα αυτό προέκυψε πιθανότατα από το γεγονός ότι ο ποταμός συνδέει τη λίμνη Σαιν Κλαιρ (St. Clair) με τη λίμνη Ήρι (Erie).

*

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτογραφία Detroit -τέλη 19ου αι. 

Constantine Mountrakis, poetry


The Complete History of Everything

If lives of people
should be complete sentences
then my own is a fragment
adjective-happy,
short on verbs

through a pinprick
in a sheet of paper
I witness
what I believe to be
the narratives of others

what I send through
like the golden plaque
of the pioneer
into irreconcilable spaces
can never be
important enough
to intercept

***

Walk-in Apartment

She rests her head
among her saints
early in the evenings
and tries to sleep
despite the hum
of other people’s laundry

Three feet beneath the living,
three feet above the dead
she rests the fatigued resilience
of the God-tried
in a room
illuminated but poorly
by the faint
day-mimicking light
of her tired face

*

©Constantine Mountrakis
‘Michaux sur son Vélocipède’ – Photograph by Disdéri, 1867



Bio
Constantine Mountrakis is an anthropologist and writer from New York City. He currently lives in Athens, Greece, where he is pursuing a doctorate. Aside from hanging out in a laboratory full of dead people, he also writes. His work has appeared in Red Fez, Punchnel’s, Blue Hour Magazine, and Feile-Festa, among others.