Μαρία Πολυδούρη, δύο ποιήματα…

…από τη συλλογή «Οι Τρίλλιες που Σβήνουν»

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ

Ποια μοίρα να μου ετοίμασε το πέρασμα,
ποιο πνεύμα μ’ έχει πάρει,
τη νύχτα απόψε τη φθινοπωριάτικη
μ’ ένα μεγάλο θλιβερό φεγγάρι.

Στον κήπο του Ζαππείου, φωλιά του έρωτα;
Εγώ μια σκιά που σέρνεται στο χώμα,
ένα φύλλο που πια τη ρίζα του έχασε
και που το παίρνει ο άνεμος ακόμα.

Έρημα τα δρομάκια, έρημοι οι πάγκοι του.
Το σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
αμφίβολα. Προ μιας στιγμής εφύγανε
οι ερωτευμένοι.

Εδώ ένας νέος σκυθρωπός ετοίμαζε
κάποια χαρά στην παθιασμένη ζωή του.
Φιλούσε ενός μικρού χεριού τα δάχτυλα
μεθούσεν η συλλοή του.

Εκεί, κάποιος ποτέ που δεν επίστεψε
ζητά απ’ τα ωραία χείλη
το μάταιον όρκο. Πόσο πιο καλλίτερα
νάτανε σιωπηλά και να τα εφίλει.

Εδώ, πάνω σ’ αυτό το αρχαίο μάρμαρο
είχε καθήσει η κόρη
κ’ ένας άντρας ξανθός σαν ήλιος, το είδωλο
της αγάπης εθώρει.

Κάποιος, μέσ’ στις σκιές που όλο βαθαίνουνε,
ένας θεός που εξιλασμό ζητούσε,
μιας παρθένας το σώμα ξέσκεπο άπλωσε
και της νύχτας τα πνεύματα καλούσε.

Στον πάγγο που το βάρος τον γονάτισε
τον έδειρε μια τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυο ψυχές που αρρώστησαν
και δεν τους δίνει η αγάπη τους χαρά καμμία.

Τόσα φιλιά και κρυφοαναστανέγματα
σε μια στιγμή πως σβήσαν!
Το αγέρι του φθινόπωρου δυνάμωσε
κ’ οι ερωτευμένοι φύγαν και μ’ αφήσαν.

Να, μόλις φύγαν. Μένει ακόμα το άρωμα
τριγύρω εδώ χυμένο.
– Και γω μια σκιά που δε θα με υποψιάζονταν
κανείς, τι θέλω εδώ, τι μένω;

***
ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ

Κρυφά, βουβά τα δάκρυα του καημού
στέγνωσαν στα χλωμά τα μάγουλά μου
και στάθηκα το νόημα του χαμού
ζητώντας άθελά μου.

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
στα πλούσια, στα περήφανα στολίδια
κ’ είπα, νάταν η αγάπη τάχα αυτή;
η ζωή μην ήταν η ίδια;

Και στάθηκα ρωτώντας το γιατί
εκεί που άλλοτε η νειότη μου ευωδούσε
κι’ άκουσα μια φωνή, μια βαρετή
φωνή που προβοδούσε.

Κ’ έμεινα εκεί στημένη, ως που σιγά
το ρώτημα σε γέλιο απολιθώθη
και το βαθύ σκοτάδι που σιγά
στα μάτια μου καρφώθη.

Καμμιά φωνή δε φτάνει απ’ τα πολλά
τα δυνατά πριν ’πο μένα πήγαν.
Οι γνωστικοί με κύτταξαν καλά
κ’ είπαν πως είμαι φάντασμα και φύγαν.

Γιώργος Πύργαρης, Το δέντρο της Αόρατης Πόλης

Εκδόσεις Πνοές λόγου & τέχνης

(απόσπασμα)

[…]

Στην ουσία ήμουν ένας περιπλανώμενος, που δεν έκανε τίποτε άλλο, παρά να γυρίζει οπουδήποτε μέσα στη πόλη. Έτσι μια μέρα, χωρίς και γω να καταλάβω καλά καλά πώς, βρέθηκα στο τρίτο όροφο ενός νοσοκομείου για παιδιά. Κάθισα σε μια απ’ τις καρέκλες που υπήρχαν για τους επισκέπτες παρατηρώντας τριγύρω.
    Το βλέμμα μου έπεσε από τη πρώτη στιγμή πάνω της.
    Ήταν ένα μικρό κοριτσάκι πέντε περίπου ετών. Μα ήταν το πιο φοβισμένο πλάσμα που είχα δει ποτέ στη ζωή μου. Όλα πάνω της ανέδυαν φόβο. Καθόταν σχεδόν ακίνητη σε μια μικρή καρέκλα, ακριβώς δίπλα σε μια νέα κοπέλα που διάβαζε αδιάφορα ένα περιοδικό. Δεν ήταν η μητέρα της. Κανένα πλάσμα δε δείχνει τόσο φοβισμένο, όταν βρίσκεται τόσο κοντά στη μητέρα του. Είχε δύο αδύνατα ποδαράκια σα καλάμια, που κολυμπούσαν μέσα σε ένα κίτρινο κοντό παντελονάκι. Έμοιαζε τόσο εύθραυστη και τόσο τρομαγμένη, σαν όλοι εμείς γύρω της, να ήμασταν θεόρατοι γίγαντες που δεν είχαμε καμιά λογική, κανέναν ενδοιασμό και θα μπορούσαμε ανά πάσα στιγμή να της κάνουμε κακό δίχως λόγο. Ένα τέτοιο συναίσθημα τρόμου έβγαζε. Τα μάτια της παίζανε φοβισμένα, κοιτώντας μια τον έναν μια τον άλλον. Σούδινε την εντύπωση, πως το μόνο που ήθελε ήταν να τρέξει για να κρυφτεί σε μια σκοτεινή υγρή τρύπα. Τόσο τρομαγμένη έδειχνε και ειλικρινά μου είναι δύσκολο να σας περιγράψω εδώ πόσο.
    Είχα απομείνει παγωμένος να τη κοιτάζω. Ήταν σαν ένας σκοτεινός ήλιος που εξέπεμπε φόβο.
    ‘’Είναι ορφανό’’ μου είπε σιγανά μια κυρία δίπλα μου, που μάλλον κατάλαβε ότι είχα ταραχτεί    ‘’Δεν έχει γονείς το καημένο. Το φέρανε χθες από ένα ίδρυμα’’
    Και σα να μάντεψε τη σκέψη μου συνέχισε.
    ‘’Η κοπέλα είναι μια απ’ αυτές που τη προσέχουνε. Φοιτήτρια μάλλον. Κάθε οχτάωρο αλλάζουνε.   Τι να σας πω…πέντε χρονών κι ακόμη δε μιλάει!’’
    Το ίδιο βράδυ δε μπόρεσα να κλείσω μάτι στο δωμάτιό μου. Από τη πρώτη στιγμή που την είδα, σα να μου βύθισαν ένα σκουριασμένο καρφί στη καρδιά. Αυτό το παιδί, ήταν ολοφάνερο, δεν είχε κανέναν στο κόσμο. Κανέναν! Μεγάλωνε μέσα σε ένα ίδρυμα, με παγωμένους ανθρώπους γύρω του, που το μόνο που ήθελαν, ήταν να περάσει το οχτάωρό τους και να φύγουν από κοντά του. Του φώναζαν με το παραμικρό, ίσως το χτυπούσαν ακόμη για να κάθεται σε μια γωνιά αμίλητο κι ακίνητο σα να μην υπάρχει. Γιατί αυτό ίσως ήθελαν όλοι. Να μην υπάρχει.
    Να ποιος ήταν λοιπόν, ο πραγματικός ανθρώπινος πόνος.
   Ω πόσο ανόητος μέχρι τώρα υπήρξα! Πόσο ψεύτικα και πόσο πολυτελή μου φαίνονταν τα δάκρυα που είχα χύσει κάτω απ’ το παραμυθόδεντρο…
    Την άλλη μέρα, την ώρα που ο ήλιος ανέτειλε μεγαλόπρεπος πάνω από τη πόλη, εγώ βάδιζα ξανά για το νοσοκομείο. Ευτυχώς το επισκεπτήριο άρχιζε σχετικά νωρίς, γι’ αυτό δε χρειάστηκε να περιμένω πολύ. Ανέβηκα με σφιγμένη καρδιά στο τρίτο όροφο και κάθισα στην ίδια θέση. Σε λίγο φάνηκε το κοριτσάκι με μια άλλη κοπέλα αυτή τη φορά. Το ίδιο αδιάφορη.
    Περίμενα αρκετή ώρα, προσπαθώντας να μη εξωτερικεύω το ενδιαφέρον μου για τη μικρή. Κάποια στιγμή κάθισαν κάπου απέναντί μου, ενώ η κίνηση στον όροφο, άρχισε να γίνεται όλο και μεγαλύτερη. Ένα σωρό επισκέπτες έρχονταν για να δουν τα άρρωστα παιδιά, κρατώντας δώρα και παιχνίδια στα χέρια. Γιατροί και νοσοκόμες άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στα γραφεία και τα δωμάτια. Όποτε μπορούσα όμως, κοίταζα τη μικρή που έδειχνε το ίδιο, αν όχι περισσότερο τρομαγμένη.
    Μονάχα μια στιγμή ένοιωσα να υποχωρεί κάπως ο φόβος της. Όταν ξεχάστηκε για λίγο και τα μάτια της έπεσαν πάνω σ’ ένα παιχνιδάκι που κρατούσε ένα άλλο κοριτσάκι. Δεν ήταν κάποιο σπουδαίο παιχνίδι. Μια μικρή μαϊμουδίτσα ήταν που έκανε κούνια. Μα η μικρή για λίγες στιγμές, έριξε τα μάτια πάνω του και δε μπορούσε να τα πάρει από κει. Και όλες αυτές τις στιγμές, λες και έγινε ένα θαύμα. Εξαφανίστηκε προσωρινά κάθε φόβος από πάνω της και παραλίγο να ζωγραφιστεί ένα χαμόγελο στο αδύνατο και χλωμό προσωπάκι της.
    Δεν έχασα καιρό. Σηκώθηκα αμέσως και κατέβηκα στο προαύλιο του νοσοκομείου. Δε μπορεί, κάποιο μαγαζί εδώ γύρω, κάποιο περίπτερο, θα πουλάει ένα ίδιο παιχνίδι. Έψαξα αρκετή ώρα και τελικά το βρήκα. Το αγόρασα και ανέβηκα βιαστικός τα σκαλιά για το τρίτο όροφο, μ’ έναν αδικαιολόγητο φόβο μήπως η μικρή δεν ήταν ακόμη εκεί.
    Όμως εκεί ήταν. Μόνο που ο φόβος είχε επιστρέψει ξανά. Κάθισα πάλι στη θέση μου, κρατώντας το παιχνίδι στα χέρια μου. Η κοπέλα που την πρόσεχε, είχε βγάλει μια μικρή λίμα και περιποιόταν αδιάφορα τα νύχια της.
    Άρχισα με τα δάχτυλα να κουνάω πέρα δώθε τη μαϊμουδίτσα κοιτάζοντας συνάμα και τη μικρή που μετά από λίγο κατάλαβε επιτέλους ότι τη κοιτούσα και άφησε για λίγο τα μάτια της πάνω στα δικά μου. Της χαμογέλασα. Ταράχτηκε λες και της έριξα χαστούκι. Κοκκίνισε και στράφηκε αμέσως αλλού μα ήμουν σίγουρος πως θα ξανακοιτούσε. Έσπρωξα με περισσότερη δύναμη τη μαϊμουδίτσα πάνω στη κούνια, έτσι ώστε να κάνει λίγο θόρυβο. Πράγματι, μετά από λίγο ξανακοίταξε. Έτεινα προς το μέρος της το παιχνίδι και με ένα νεύμα μου, την προέτρεψα να έρθει να το πάρει. Κοκκίνισε ακόμη περισσότερο και έριξε τα μάτια στη κοπέλα . Δεν αποφάσιζε να σηκωθεί. Ποιος ξέρει πόσο ακατόρθωτο έμοιαζε γι’ αυτήν κάτι τέτοιο. Σηκώθηκα όμως εγώ. Πλησίασα και στάθηκα από πάνω τους. Η κοπέλα σταμάτησε να λιμάρει τα νύχια της και με κοίταξε ερωτηματικά.
    ‘’Μπορώ να χαρίσω στη μικρή αυτό το παιχνιδάκι;’’ ρώτησα.
     Η κοπέλα δε μου απηύθυνε καν το λόγο.
   ‘’Πάρτο!’’ είπε αδιάφορα και ψυχρά και έσκυψε πάλι στα νύχια της.
    Πλησίασα το παιχνίδι στη μικρή, που έμοιαζε λες και ήθελε να άνοιγε η γη και να τη καταπιεί. Πέρασαν μερικές στιγμές που φάνηκαν αιώνες κι έπειτα σήκωσε αργά αργά το κοκαλιάρικο χεράκι της που έμοιαζε με καλαμάκι, πήρε το παιχνίδι χωρίς να σηκώσει το βλέμμα της και τόκρυψε στην αγκαλιά της.
    Ίσως ήταν το μόνο αληθινό δώρο που έπαιρνε στη ζωή της. Θα είχε πάρει κι άλλα βέβαια μα απ’ αυτά που τα πηγαίνουν απρόσωπες οργανώσεις κάθε Χριστούγεννα για να τραβήξουν φωτογραφίες. Μα ένα δώρο αγάπης που προοριζόταν ειδικά γι’ αυτήν πρώτη φορά μάλλον έπαιρνε. Και τόδειχνε ο τρόπος που το κρατούσε. Δεν άρχιζε να παίζει απ’ ευθείας μαζί του, μα το κρατούσε σφιχτά, σα να κρατούσε κάτι πολύτιμο. Σαν αυτό, να ήταν μια ζεστή καρδιά, που παλλόταν ολοζώντανη στην αγκαλιά της.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

διήγημα

Δημοσίευση: Πόρφυρας, φυλλάδιο 146 σελ. 485, Ιανουάριος - Μάρτιος 2013
Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

 

   Ο γιος του σεβάστηκε την επιθυμία του και ποτέ δεν τον πίεσε να τον συνοδεύσει σε ένα ταξίδι που θα ήταν τόσο οδυνηρό γι αυτόν, μα μια φωνή μέσα του τού έλεγε ότι έπρεπε να γνωρίσει τον τόπο που γεννήθηκε ο πατέρας του και να τον συνδέσει με τις αναρίθμητες ιστορίες που του έλεγε κάθε φορά που τον ρωτούσε.
   Στο σπίτι τώρα, έμεναν άλλοι άνθρωποι, ξένοι που καταδέχτηκαν να ζουν σε σπίτι ανθρώπων που διώχτηκαν με τη βία. Μερικά πράγματα έκαναν το μυαλό του να σταματά. Πώς μπορούσαν να ζουν σ’ ένα σπίτι που δεν τους ανήκε, να το λένε «σπίτι τους» και στους τοίχους να κρέμονται οι φωτογραφίες άλλων ανθρώπων. Τι λογική ήταν αυτή. Ποιο δίκαιο. Αλλά, ποιός ενδιαφέρεται πια για δίκαιο. «Είναι καλοί άνθρωποι, απλοί, που δεν γνωρίζουν από πολιτική και τους έστειλαν εδώ όχι για να επιβιώσουν αλλά για να εξυπηρετήσουν κάποιους δικούς τους σκοπούς». Και τους έφεραν στο δικό μας σπίτι.
Αυτές και άλλες πολλές σκέψεις περνούσαν από το μυαλό του, καθώς προχωρούσαν στον στενό δρόμο. Ο θείος που τον συνόδευε είπε να σταματήσουν. Το διαισθάνθηκε κι ο ίδιος ότι ήταν κοντά. Κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και στάθηκαν μπροστά στο σπίτι. Ακριβώς όπως του το είχε περιγράψει ο πατέρας του: Η μαυρομάτα έγινε πελώρια. Ο ευκάλυπτος υπήρχε αλλά ήταν λυγισμένος, τα κυπαρίσσια στη θέση τους, δεν υπήρχαν όμως οι μουριές και τ΄ άλλα δέντρα. Ούτε η ακακία. Βγήκαν κάποιοι από την κεντρική είσοδο του σπιτιού και κοιτούσαν με απορία στην αρχή, μα γρήγορα κατάλαβαν για τι επρόκειτο. Ένας γέρος κούνησε τα χέρια του και από τις κινήσεις του φαινόταν ότι δεν είχαν εχθρική διάθεση. Χαιρέτησε μα δεν έδωσε σημασία, προχώρησε προς το παράθυρο. Το δωμάτιο του πατέρα κάτω από τη μαυρομάτα. Το σκαλιστό ερμάρι. Η φωτογραφία της εκκλησίας. Απίστευτο: όλα στη θέση τους, το μόνο που φαινόταν αλλαγμένο ήταν η κουρτίνα.
   Και καθώς το βλέμμα του σάρωνε κάθε τετραγωνικό εκατοστό από τον χώρο του δωματίου, καρφώθηκε ξαφνικά σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο: Μεταξύ του τοίχου και του ερμαριού φαινόταν το κεφαλάκι της και ένα μέρος από τον λαιμό της. Φώναξε αυθόρμητα: «η αγγελού» κι έδειξε με το χέρι προς το μέρος που έβλεπε. Ένας μεσόκοπος τούρκος, που είχε μπει λίγο πριν στο δωμάτιο, είδε την κίνηση και χαμογελώντας έβαλε το αριστερό του χέρι, έπιασε την κιθάρα και με το δεξί πέρασε μια φορά τα δάκτυλα πάνω από τις χορδές.
   Αυτό που ακούστηκε, δεν ήταν μουσικός ήχος∙ αναστεναγμός ήτανε∙ και παράπονο. «Η κιθάρα του πατέρα μου», είπε δυνατά. Πόσες ιστορίες είχε ακούσει γι αυτή την κιθάρα. Πρόσεξε στο σώμα της τα αρχικά του πατέρα. Τα χέρια του κινήθηκαν μπροστά, σε μια κίνηση όπως όταν προσμένει κάποιος να πάρει κάτι που του προσφέρουν ή κάτι που του ανήκει.
   «Η κιθάρα είναι δική μου τώρα!», ακούστηκε μέσα από το δωμάτιο.
   Σαν κεραυνός έπεσε στο κεφάλι του αυτό που άκουσε και πριν συνέλθει από το ξάφνιασμα ήρθε αμέσως ένα δεύτερο: η «κουρτίνα» έκλεισε και μπροστά στα μάτια του, εμφανίστηκε μια ελληνική σημαία. Πάγωσε: τη σημαία την είχαν κάνει κουρτίνα. Συνήλθε μόνο από τον θόρυβο που έκανε το αυτοκίνητο τους καθώς ξεκινούσε. Ο θείος του ήταν ήδη μέσα και τον περίμενε.
   Στον γυρισμό δεν είπε ούτε μια λέξη. Ούτε-μια-λέξη! Κοιτούσε συνέχεια, ανέκφραστος, στο βάθος του δρόμου, χωρίς να βλέπει τίποτε, σχεδόν χωρίς να αναπνέει.
*

Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»

Αρχείο 26/03/2013

Δεν ήθελε να «επισκεφθεί» το σπίτι του. Ήθελε να «επιστρέψει» στο σπίτι του. Και για τον μοναδικό αυτό λόγο δεν δοκίμασε ποτέ να περάσει τα οδοφράγματα. Προτιμούσε να ζει με την εικόνα που ήταν χαραγμένη μέσα του, την άφθορη, την άχραντη, την αγνή εικόνα του σπιτιού του, που καμιά δύναμη δεν θα μπορούσε να χαλάσει. Η συρρίκνωση που υπέστη ο τόπος, ο δρόμοι που είχαν γίνει στενότεροι, τα σπίτια και οι πόρτες που χαμήλωσαν ξαφνικά και έπρεπε να σκύψεις για να μπεις και τόσες άλλες αλλαγές που είχαν επισημάνει όσοι πήγαιναν εκεί, δεν τον άγγιζαν. Έρχονταν οι φίλοι και οι συγγενείς και του έφερναν φωτογραφίες, μα αυτός αδιαφορούσε παντελώς. Ξεκινούσαν να του περιγράφουν τον τόπο και αυτός απομακρυνόταν ή άκουγε αδιάφορα λες και ήταν περιγραφή κάποιου άγνωστου τόπου από ένα μακρινό πλανήτη σε κάποιο μακρινό γαλαξία. Δεν συμμετείχε, ζούσε στο δικό του παραμύθι. Και τα πάντα στο παραμύθι του είχαν όνομα: το κάθε δέντρο, το κάθε χωράφι, ο γιαλός, τα τζιτζίκια, τα σγαρτίλια, το ποδήλατό του, η σκυλίτσα του, η μηχανή του νερού. Ακόμα και η αγαπημένη του κιθάρα -δώρο της μάνας του- που είχε πάρει τιμητικά τ’ όνομά της.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Νικολάου -Χατζημιχαήλ, Η «Αγγελού»»

Πέτρος Κυρίμης, Η Ξαδέλφη

Πεντάμορφη μου φαινότανε εκείνη η ξαδέλφη μου από την Αθήνα, που κάθε καλοκαίρι ερχότανε μαζί με όλη την οικογένεια στο χωριό για διακοπές. Την είχα σίγουρα ερωτευτεί μόλις την πρωτοαντίκρισα, γιατί από εκείνη τη στιγμή ζούσα μόνο για να είμαι δίπλα της, με όλα τα τεχνάσματα, που ένα μικρό δειλό χωριατόπαιδο μπορούσε να σκαρφιστεί.
Μόλις έμπαινε το καλοκαίρι και κάναμε διακοπές από το σχολείο, εγώ περίμενα εβδομάδα με εβδομάδα το καράβι από τον Πειραιά που μέσα τους θα ήτανε τα ξαδέλφια μου. Τα ξαδέλφια μου και εκείνη.
    Από το περασμένο καλοκαίρι κρατούσα το άρωμά της και το ανέπνεα όλο τον χειμώνα. Ήταν ένας έρωτας μεγάλος και απελπισμένος, γιατί καταλάβαινα ότι δεν θα είχε ποτέ ανταπόκριση κι αυτό γιατί εγώ ήμουνα εφτά-οχτώ χρονών κι εκείνη θα κόντευε τα είκοσι. Κι επιπλέον ήτανε και ξαδέλφη μου, που ρωτώντας έντεχνα από δω κι από κει, είχα μάθει ότι ένας γάμος μεταξύ μας, ήτανε αδύνατη υπόθεση. Παρ όλα αυτά άκουγα με μεγάλη προσοχή μια ιστορία που λέγανε για δυο ξαδέλφια που κλεφτήκανε και ζήσανε όλη τους τη ζωή μαζί. Ποιος ξέρει, έλεγα και εγώ μέσα μου και κάθε καλοκαίρι με το που έκλεινε το σχολείο στηνόμουνα στο μόλο κάθε που ερχότανε το καράβι και είχα μια προσμονή, που γινότανε λύπη και μοναξιά σαν τα κλειστά παράθυρα του σπιτιού της που πάνω τους έριχνα παρακαλεστικά βλέμματα, με τη σκέψη ότι βγήκαν και εγώ δεν τους είδα. Το σπίτι τους ήτανε το τελευταίο στην άκρη της θάλασσας, πάνω στα βράχια αντίκρυ στον φάρο μια πετριά απόσταση στο στόμιο του λιμανιού. Και μη φαντασθείτε όταν λέω λιμάνι κανένα από αυτά τα λιμάνια που ξέρετε, με τα καράβια και τις μαούνες να μπαινοβγαίνουν, τις φωνές και τα βρώμικα νερά. Δυο τρεις ψαρόβαρκες αραγμένες, ή το καράβι που έριχνε άγκυρα ανοιχτά μια φορά την εβδομάδα όπως είπαμε. Τίποτε άλλο. Την ημέρα, μόνο ο ίσκιος του γκρεμού από την μια μεριά και το αντιφέγγισμα των σπιτιών πάνω στον καθρέφτη της θάλασσας από την άλλη. Μα αυτό που θέλω να περιγράψω εδώ και που είναι απόλυτα συνδεμένο με τον έρωτα μου για την ξαδέλφη μου, είναι οι νύχτες του καλοκαιριών εκείνων κι όχι τόσο οι μέρες τους.
     Αχ, να ήμουν ποιητής μεγάλος, να σας τις περιέγραφα! Τώρα, μετά από χιλιάδες χρόνια που έχουν περάσει, ξέρω ότι στάθηκα ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που τις έζησα και πως αυτές οι νύχτες και μόνο, άξιζαν για πληρωμή στην ασήμαντη μέχρι τώρα ζωή μου.
    Ποτέ οι νύχτες εκείνων των καλοκαιριών δεν ήτανε σκοτάδι. Αργότερα πολύ αργότερα γνώρισα «σκοτεινές νύχτες» εγώ σας μιλάω για νύχτες φωτεινές, πότε με ολόγιομα φεγγάρια και πότε με εκατομμύρια άστρα.
    Νύχτες βελούδα, νύχτες νύφες πριγκίπισσες αρωματισμένες με δυόσμους βασιλικούς, λυγαριές ανθισμένες και κρίνα, ζουμπούλια και έρωτες παιδικούς και αιώνιους, που γινόντουσαν φλοίσβος και αφρός, σιγανό μελωδικό μουρμούρισμα ανάμεσα στα μικρά χαλίκια και στις μικρές ζεστές φωλιές των βράχων. Και το άρωμα της! Αχ, το άρωμα της! Ως την νύχτα εκείνη που ποτέ δεν την ξαναείδα πια κι έμελλε να κουβαλάω από τότε μια ντροπή, που έγινε αιτία να τα καταχωνιάσω όλα μέσα μου για χρόνια πολλά, όπως τα παλιά κειμήλια μέσα σε βαθιά σεντούκια, ώσπου να έρθει η ώρα τους, να τα ξαναπιάσουμε στα χέρια μας, να ξεσκονιστούν οι μνήμες και μαζί τους η ίδια η ζωή μας.
Ήτανε μια νύχτα του Αυγούστου και κάτι σαν γιορτή ή σαν πάρτι δίνανε στο μεγάλο σπίτι τους τα ξαδέλφια μου. Εγώ δεν θυμάμαι ακριβώς τι έκανα μέσα εκεί. Αυτό που θυμάμαι πολύ καλά, ήτανε ότι ένας νέος που κι αυτός είχε έρθει για διακοπές, συνομήλικος της και που έβρισκα με μεγάλη στενοχώρια μου ότι πολύ της ταίριαζε, δεν ξεκολλούσε από δίπλα της και εκείνη έδειχνε ότι πολύ της άρεσε και εγώ θυμάμαι ότι πολύ ζήλευα, θεέ μου πολύ ζήλευα και σχέδια έκανα κι ευχές να τον παρατούσε λέει και να ερχότανε να μου χαϊδέψει το κεφάλι, όπως μερικές φορές το είχε κάνει κι ο ξάδελφος μου ήρθε και βρεθήκαμε έξω στο μπαλκόνι κι από κάτω η θάλασσα και τα βράχια κι από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα εγώ την έβλεπα μέσα στη σάλα να γελάει με ότι ο άλλος της έλεγε και ζήλευα, θεέ μου πόσο ζήλευα και ξαφνικά αισθάνθηκα επιτακτική την ανάγκη να κάνω την «ανάγκη μου» και πώς να περάσω τώρα να πάω στο αποχωρητήριο, που εκείνη θα το καταλάβαινε κι είχα πέσει σε μεγάλη αμηχανία κι ο ξάδελφος μου λέει «ανέβα πάνω στα κάγκελα θα σε κρατάω εγώ» και σκαρφάλωσα στα γρήγορα κι έκανα την ανάγκη μου που σαν αλεξιπτωτιστής, πήγε κι έπεσε κάτω στα μυτερά βράχια και ίσα, ίσα που πρόλαβα να συμμαζευτώ, γιατί βγήκε εκείνη μαζί με τον άλλον και το φεγγάρι ακριβώς από πάνω μας τους είχε φαίνεται μαγεμένους, γιατί αυτό κοιτούσαν μόνο και σημασία σε μένα καθόλου δεν έδωσαν και η ξαδέλφη μου έπιασε και με τα δυο χέρια τα κάγκελα και τεντώθηκε προς τα πάνω, λες και ήθελε να το φτάσει μες την ευτυχία της μα ξαφνικά άρχισε να τσιρίζει γεμάτη σιχασιά δείχνοντας τις παλάμες της που ήταν γεμάτες από τη δική μου «ανάγκη».
Ο φακός της μνήμης «πέτρωσε» πάνω στο βλέμμα που μου έριξε.
    Μετά από πάρα πολλά χρόνια που ξαναπήγα στο χωριό, πήγα κάτω από το μπαλκόνι να δω πάνω στα βράχια αν υπήρχαν ακόμα τα σημάδια μα ο χρόνος με είχε προλάβει και ίχνος δεν υπήρχε, μόνο κάτι μεγάλες παχιές και στρογγυλές πεταλίδες που με κοιτούσαν συνωμοτικά, μου γέννησαν ξαφνικά τη συμπάθεια κάνοντας τη σκέψη ότι οι καημένες αυτές με υπομονή και εγκαρτέρηση κάτι τέτοιους παιδικούς έρωτες περιμένουν για να χορτάσουν τη πείνα τους.
*
©Πέτρος Κυρίμης
photo©Angela Kelly, 2000

Πέτρος Γκολίτσης, ποίηση (προδημοσίευση)

Από το υπό δημοσίευση, δεύτερο ποιητικό βιβλίο του Πέτρου Γκολίτση με τίτλο «Το τριβείο του χρόνου» (εκδ. Μανδραγόρας, 2013)

Balthus, 1945

Η επιστροφή

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς εισάγεται στο φρενοκομείο της 
Κέρκυρας το 1888. Παραμένει έως το 1902

Θεραπευμένος γύρισα στο πατρικό το σπίτι μου
κατόρθωσα σιγά-σιγά πρόβατα λίγα ν’ αποκτήσω
τα βόσκω μοναχός στην εξοχή
τ’ αρμέγω, τα κουρεύω
τα σαλαγάω, τα χαίρομαι
τους έχω δώσει ονόματα: Μαρία, Μαριγώ, Ειρήνη…

Κανέναν δεν συναναστρέφομαι
(στους ζωντανούς εξάλλου δεν με λογαριάζουν)
η “Μήδεια” ανολοκλήρωτη με βασανίζει

Η μάνα μου το σπίτι κάθε μέρα θυμιατίζει
και καταστρέφει κάπου-κάπου τα έργα μου
«αυτά φταίνε γι’ όλα», λέει
και βγαίνω έξω βουρκωμένος στην αυλή
προσπαθώ να μη με δει
που κλαίω και μαλώνω με τις πέτρες
Στο τέλος κατεβαίνω στο εργαστήρι

Πουλάει κανά πρόβατο
και μου το κρύβει
μου λέει, «Χάθηκε»
και τότε παίρνω να γυρίζω
τρέχω από ʼδω, τρέχω από ʼκεί
φωνάζω «Μαριγώ!..», φωνάζω «Ειρήνη!..»

μες στις βαθιές χαράδρες του μυαλού μου
χορτάριασαν τα αγάλματα

μα πάλι ξάφνου λάμπουν

###

Εδουάρδος Σακαγιάν και παξιμάδι ή Καντ

Ι
Ανακατεύεις ολίγον Bacon με Chagall
και παίρνεις έναν Σακαγιάν
στο βάθος αχνοφέγγει κι ο Hopper
καθώς ο Klimt παραμιλά
μην είναι του Balthus τούτη η γειτονιά
μα όχι, όλα κοινά, το λέει ο Dali
καθώς κι ο Σακαγιάν
παραπαπάμ, παραπαπάμ

ΙΙ
Το πράγμα καθ’ αυτό είναι απροσπέλαστο
έλεγε ο Καντ
καθώς ο Φίχτε νεαρός
παραμιλούσε –εντός του–
«κούνια που σε κούναγε
γέρο ξερέ σαν παξιμάδι»

Τώρα γυρίζουν και των δύο τα οστά
γυρίζουν γύρω-γύρω με τη γη
γυρίζουν γύρω-γύρω
όλοι
για λίγο στον κόσμο

*

Έχω πένθος
δεν φορώ μαύρη κορδέλα
στο μπράτσο
σάρκα φορώ
και το μάτι γυαλίζει από θλίψη
το κρέας μου σφίγγει
το κόκκαλο και με πάει

*
Τα μάτια μου σαρώνουν το χαρτί
βότσαλα ακούγονται που πέφτουν στο νερό
νεκρά πουλιά τα μάτια μου
ραμφίζουν το κενό

###

Διαβάστε:
«Ο Πέτρος Γκολίτσης απαντά στο ερωτηματολόγιο του Προυστ» στο Ιδεόστατο.

Ποιο είναι το κυρίαρχο γνώρισμα του χαρακτήρα σας; Ποιος ρωτάει; Ο «Προύστ»; Το «Ιδεόστατο»; Από πού; Πότε; Δεν μπορώ να γνωρίζω πραγματικά. Ωστόσο κρίνοντας έστω απ’ την αυθόρμητη πρώτη μου αντίδραση θα έλεγα η απόσταση. Όχι ως κατόρθωμα φυσικά αλλά ως μια τάση «φυσική» και αυθόρμητη. Ή αλλιώς η «ανοικείωση» ή «απο-οικειοποίηση», η ξενότητα. Η μη προσαρμογή. Μια διαρκής αίσθηση απορίας, για τα ίδια μου τα χέρια που τώρα γράφουν, για εμένα που απαντώ, σε τι, προς τι; Σε ποιον; Επίσης λέτε το «κυρίαρχο» γνώρισμα. Δεν στηρίζεται ή δεν σχετίζεται και με άλλα σε μια σχέση δυναμική… «Γνώρισμα»; Κατά το «σε γνωρίζω από την όψη…»; Τα υπόλοιπα; Το ρηγματώδες του ανθρώπινου ψυχισμού; Το μεταβλητό της πρόσληψης; Το μια ενιαίο, το αποσπασματικό; Τέλος, λέτε «χαρακτήρας»; Ας μην το «αναπτύξω» κι αυτό. Σε ποια πλαίσια, ιστορικο-κοινωνικά ή για να φύγουμε και πιο «πάνω», σε ένα χρόνο βιολογικό και γιατί όχι και γεωλογικό. Το υποκείμενο, συνοψίζω κατά κάποιον τρόπο, ένα προχθεσινό ιστορικό αποτέλεσμα, αν όχι κατασκεύασμα… Ο χαρακτήρας, μια πολυτέλεια, σε μια εποχή ψευδο-αυξομειούμενης αφθονίας.
Ποια αρετή ζηλεύετε σ’ έναν άντρα; Εύχομαι να φύγουμε απ’ τους προσωποκεντρισμούς και να κινηθούμε σε μια «υποκαταστασιμότητα» των προσώπων σίγουρα στους κρατικούς και τους υπερκρατικούς μεταβαλλόμενους σχηματισμούς, τους επιστημονικούς και ίσως (γιατί όχι; από μια οπτική γωνία) στους καλλιτεχνικούς αλλά και τους ερωτικούς. Νιώθω σαν δέντρο αν όχι σαν πέτρα, άρα ίσως κινούμαι προς μια κατακτημένη ακινησία (όχι βέβαια πως είναι ακριβώς αρετή) που προϋποθέτει όμως και ένα διεθνές πλαίσιο το οποίο δεν υφίσταται ούτε για αστείο την ιστορική τούτη στιγμή και «λογικά» δεν θα συμβεί καθότι έχει καταρρεύσει, μεταξύ άλλων, οριστικά η όποια ιδέα προόδου (απ’ την άλλη, αν το σκεφτεί κανείς, μια τέτοια κατάρρευση θα λειτουργούσε ως αναγκαία, αλλά όχι φυσικά και ως ικανή συνθήκη για μια τέτοια πραγμάτωση).

Διαβάστε τη συνέχεια….

P.S.Mavro/Stavriotis, Για την «Hμέρα» τάχα, της Ποίησης…

Ε.Ε.Ε.
(Ένα Ευθύβολο Ευθυμογράφημα)
Τί να ζητούν τάχα (με τους εορτασμούς τους) αυτοί Ποιητές, οι Λούμπεν, οι Ρέμπελοι, οι καταραμένοι εραστές…?
Νομίζω πως γνωρίζω τους ποταπούς σκοπούς αυτών των αλητήριων γραφιάδων.
Ξέρω τι λιγουρεύονται, οι ελεεινοί στιχοπλόκοι, οι αδιάντροποι λεξοπλάστες…
Να χουφτώσουν τα στήθη από τις κοπελίτσες (που αιθεροβατούν) αποζητούν!
Και τις (ονειροπαρμένες) παντρεμένες, να καβαλικέψουν θέλουν!
Ακόμα και τις μεγαλύτερες γυναίκες (τις νεραιδόπληκτες) ορέγονται οι ασεβείς!
Για τις γυναίκες πλάθουν αισθησιακά στιχάκια – πρόστυχα και εκμαυλίστηκα.
Λέξεις και προτάσεις πονηρές περιλαμβάνουν στα ποιήματα τους και νοήματα αισχρά και ασεβή, γι’ αυτές περικλείουν στα γραφτά τους.
Στο μάτι, έχουν βάλει (οι λάγνοι Ποιητές) τις παρθένες κόρες μας, τις πιστές συμβίες μας και τις ακριβοπληρωμένες ερωμένες μας.
Eπιδιώκουν οι αχρείοι (με αμαρτωλά στιχάκια) να εξάψουν, ερωτικά τη φαντασία τους… και να τις κάνουν, θέλουν, (με κολασμένο πάθος) να αποζητούν να συνευρεθούν ερωτικά μαζί τους!
Ακόμα και τα αγόρια μας κινδυνεύουν, με την συναναστροφή τους… (πολλοί από τους κολασμένους Ποιητές, έχουν περίεργα ερωτικά γούστα και διαστροφές).
Aλλά και οι ποιήτριες δεν είναι ακίνδυνες για τα θηλυκά μας… (μήπως τη Σαπφώ τη Λέσβια, δε λατρεύουν όλες… και αυτή δεν υπηρετούν με την τέχνη τους?)
Αχ, ημέρα που είναι σήμερα, οι Θεοί να μας φυλάσσουν (εμάς τους συνετούς) από τους Ποιητές, τις
Ποιήτριες και την εκμαυλιστική τέχνη τους.

*

© P.S.Mavro/Stavriotis
για τους Φίλους μου τους Ποιητές και τις φίλες μου τις Ποιήτριες!!!

***

Το ιστολόγιο του P.S.Mavro/Stavriotis
image from Jon Mychal 

(δεν περιμέναμε την) Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Οι τελευταίες τριάντα αναρτήσεις του περιοδικού, με ημερολογιακή σειρά, ξεκινώντας από τις πρόσφατες…

1- Ασημίνα Ξηρογιάννη, Εποχή μου είναι η ποίηση

© Εικαστικό έργο: Στράτος Φουντούλης, «Une lettre jamais reçue 2, 60×60 cm. mixed media on canvas, 2007″