Αργύρης Εφταλιώτης, Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχτε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, και τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Εφταλιώτης, Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις»

The Athens Review of Books τεύχος 146 ―κυκλοφορεί

Περιεχόμενα τεύχους Ιανουαρίου

Αντώνης Κλάψης, Μια άσκηση αυτογνωσίας: δύο βιβλία του Θάνου Βερέμη

Πέτρος Μαρτινίδης, Ο παροξυσμός της μεταμέλειας

Κάθριν Νίκολσον (Catherine Nicholson), Βελτιώνοντας τον Παράδεισο

Αντώνης Εφραιμίδης, Ο πόλεμος στην Μουσική ή πόλεμος εναντίον της Μουσικής

Έντουαρντ Τσάνσελορ (Edward Chancellor), Στη σκιά της Αυστριακής Σχολής

Μιχάλης Ψαλιδόπουλος, Προκλήσεις μετά την οικονομική κρίση

Κουάμε Άντονι Άππια (Kwame Anthony Appiah), Συμφιλοσοφώντας στην Ιένα Συνεχίστε την ανάγνωση του «The Athens Review of Books τεύχος 146 ―κυκλοφορεί»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Τζόσουα δεν ανταποκρίνεται

Η καινούρια χρονιά, αφού μπήκε με όλο της το θάρρος και την ανεμελιά, παραδόθηκε στην συνηθισμένη έκβαση. Και έτσι, οι ολμιστές, οι τυφλές επιθέσεις, οι αμφισβητούμενες λωρίδες γης, οι μοναχικοί λύκοι που σκοτώνουν στο όνομα του θεού τους, οι στάρλετ και οι αναγνωρισμένοι ηθοποιοί αποβιβάστηκαν στο Λίντο με δεκάδες παπαράτσι να αποθανατίζουν την στιγμή. Η διάφανη μουσελίνα που ντύνει το ντεκολτέ της καταξιωμένης ερμηνεύτριας με τις στρατιές των εραστών ανέμιζε στα σκαλοπάτια κάποιου παλάτσο. Όλα άρχισαν να κατακλύζουν τους τηλεοπτικούς δέκτες και τα κυριακάτικα φύλλα, τίποτε δεν περίσσευε. Η καταστροφή του περιβάλλοντος, ένα είδος αργού θανάτου αναδύθηκε και πάλι στην επικαιρότητα ενώ ηγέτες ξένων χωρών πίσω από κλειστές πόρτες θα έπαιρναν για πάντα τις πιο λανθασμένες αποφάσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Τζόσουα δεν ανταποκρίνεται»

Ειρήνη Θυμιατζή, Γενάρης 2023

Κεράκια ή συστάδες δέντρων; Τα χρόνια στέκονται και φωτίζουν το μονοπάτι μας. Κανείς δεν ξέρει πού θα τον βγάλει. Άλλη μια παραμονή πρωτοχρονιάς. Δεν κάνει τσουχτερό κρύο. Ακούω, όμως, το ψιλόβροχο στο παράθυρο και μ’ αρέσει. Μουντό το τοπίο έξω. Τραβώ την κουρτίνα να το κρύψω. Προσωρινό καταφύγιο η τηλεόραση. Διαφημίσεις για δώρα, ειδήσεις απεχθείς. Γέμισε ο κόσμος ασχήμια. Κοινωνική δυσοσμία. Βρεφοκτονίες, αυτοκτονίες, γυναικοκτονίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Γενάρης 2023»

Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού

Όταν ήμουν μικρός δεν απαντούσα ποτέ στην ερώτηση “Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου”. Το λεξιλόγιό μου δεν ήταν αρκετό για να το εξηγήσω. Τι σημασία έχουν όμως οι λέξεις; Εγώ ήξερα, καταλάβαινα. Ήσουν ένας προσκυνητής του Δρόμου του Καπνού. Ακολουθούσες παντού τα ίχνη του, χανόσουν στα σοκάκια του, και τα πυκνά του σύννεφα δεν σε έκαναν να δακρύζεις. Έψαχνες την απάντηση σε μια ερώτηση που ούτε καν εσύ ήξερες. Κάποτε η αναζήτησή σου θα έφτανε στο τέλος της και τότε θα γυρνούσες πίσω, θα μ’ αγκάλιαζες και θα μου έδινες ένα φιλί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού»

Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα

Η φρίκη του πολέμου

[…]

Τράβηξα έξω όλ’ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. Ήταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτο το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. Ένας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι που ‘ταν αριθμημένα, σιγά-σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τα ‘χα βρει μέσα σ’ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ’ από τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα»