Μαρία Πετρίτση, Η γυναίκα που έτρωγε τις αμαρτίες των άλλων ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Bibliothèque

Gare de lEst

Η γάτα που ονειρεύεται τη μάνα της

[Άλλη μια στάση μετρό που βρίσκεται μέσα σε σιδηροδρομικό σταθμό ο οποίος άνοιξε στα μέσα και ανακαινίστηκε στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα ως μέρος της αναδόμησης του Παρισιού από τον Βαρόνο Οσμάν. Τον Οκτώβριο του 1883 από το σταθμό αυτό αναχώρησε το πρώτο Οριάν Εξπρές για την Κωνσταντινούπολη.]

Το μετρό φρενάρει απότομα. Οι μισοί επιβάτες πέφτουν πάνω στους άλλους μισούς, όρθιους και καθισμένους. Η Γιαπωνέζα στρέφει το καλυμμένο της πρόσωπο προς το τζάμι για να γλιτώσει ακόμα περισσότερο τη μόλυνση από τα ευρωπαϊκά μικρόβια. Η μαθήτρια αγκαλιάζει πιο σφιχτά τη θήκη του βιολιού της κοιτώντας προς την ίδια κατεύθυνση. Σε ώρες αιχμής και πάνω στο άγριο στρίμωγμα, όταν ο ακριβώς διπλανός σου κοιτάζει προς μια κατεύθυνση αναγκάζεσαι να κάνεις το ίδιο κι εσύ. Αυτοματισμός αμηχανίας και δυσφορίας μπροστά στην εισβολή του άλλου στον προσωπικό σου ζωτικό χώρο, που κανονικά θα έπρεπε να είναι τουλάχιστον πενήντα εκατοστά. Το ίδιο συμβαίνει και στα ασανσέρ, έναν ακόμα τόπο ασφυκτικού κενού αέρος. Οι πόρτες ανοίγουν. Βγαίνουν κάποιοι από το βαγόνι, μπαίνουν κάποιοι άλλοι. Βολεύονται όπου βρουν. Τα δευτερόλεπτα τρέχουν. Σφυρίζει. Ξεκινάμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Η γυναίκα που έτρωγε τις αμαρτίες των άλλων ―προδημοσίευση»

Γρηγόρης Σακαλής, Κραυγές στην έρημο ―προδημοσίευση

Σε λίγες μέρες στα βιβλιοπωλεία, από τις εκδόσεις Ενδυμίων

 

Καθημερινότητα

Ξεθωριασμένες μέρες
διαδέχονται η μία την άλλη
όμοιες κι απαράλλαχτες
και μια βροχή
που πέφτει ασταμάτητα
τις κάνει
ακόμη πιο θλιβερές
η καθημερινότητα
συνθλίβει τις υπάρξεις μας
γιατί οι χαρές είναι λίγες
και οι λύπες πολλές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, Κραυγές στην έρημο ―προδημοσίευση»

Γιάννης Δ. Στεφανάκις, Βάθος ουρανού ―κυκλοφορεί

Με 137 χαϊκού και 35 σχέδια, από τις εκδόσεις ΑΩ

Οι ΑΩ ΕΚΔΟΣΕΙΣ με την τυπογραφική τους «φροντίδα», γνωστοποιούν σε όλους τους φίλους ότι από σήμερα κοσμεί τις προθήκες των βιβλιοπωλείων το νέο βιβλίο-κόσμημα, με έξοχα σχέδια και χαϊκού του γνωστού χαράκτη-ζωγράφου-τυπογράφου και ποιητή Γιάννης Δ. Στεφανάκις.

*

Τρία χαϊκού από την συλλογή:

Ἦρθες, φεγγάρι:
κρυφὰ τὶς ἄσπρες σκεπὲς
νὰ χρωματίσεις

Σελήνη μόνη
ὁλόγιομη, τραγική·
χωρὶς ποιητές

Θὰ γίνω δέντρο
στὴ σκιά του νὰ κάτσεις
τὸ καλοκαίρι

Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Φιλιά στο κενό ―της Τούλας Ρεπαπή

Φιλιά στο κενό, της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, εκδόσεις Μελάνι 2020

 

Γράφει η Τούλα Ρεπαπή

«Από το σώμα ξεκινάμε και στο σώμα επιστρέφουμε
Εκεί είναι το τραύμα, εκεί είναι το θαύμα».
(«Στην αγκαλιά του κόσμου»)

Το Φιλιά στο κενό είναι μια ποιητική συλλογή της Μαργαρίτας Παπαγεωργίου, αποτελούμενη από σαράντα οκτώ ποιήματα. Μέσα σε αυτά η συγγραφέας, τοποθετώντας την ποίησή της στην υπαρξιακή κατηγορία, με λόγο ρέοντα μιλά για την παρουσία αλλά και την εκ των υστέρων απουσία ανθρώπων και στιγμών. Μνήμες και άγρυπνες νύχτες, νύχτες μισές έρχονται και κάνουν εμφανές, απτό στην ψυχή το άπιαστο κι όμως τόσο υπαρκτό κενό. Αποτέλεσμα μιας χαμένης εγγύτητας, συντροφικότητας, αγαπημένης παρουσίας.

Τα χέρια προσωποποιούνται αποκτούν υπόσταση και το σώμα γίνεται καράβι ενάντια στην τρικυμία της ζωής. Τα δάκτυλα  μιλούν, αγγίζουν ενώνουν. Εκφράζουν την ανάγκη της αφής, της επαφής αλλά και της κτητικότητας του έρωτα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαργαρίτα Παπαγεωργίου, Φιλιά στο κενό ―της Τούλας Ρεπαπή»

W.G. Sebald, Οι ξεριζωμένοι

W.G. Sebald, Οι ξεριζωμένοιμετάφραση: Γιάννης Καλιφατίδης, εκδόσεις Άγρα, σελ. 278

Γιατί, «Οι Ξεριζωμένοι» του W.G.Sebald

Γράφει ο Στράτος Φουντούλης

Θα μου συγχωρεθούν ορισμένες φάλτσες απόψεις που σκέφτομαι να εκθέσω στη δημόσια θέα ειδημόνων που κάνουν συχνά τη τσάρκα τους από τούτα ‘δώ τα μέρη, ας μου συγχωρήσουν ταις αυθαδιάσεις μου, διότι κάποτε θα γράψω και για τον «φιλόξενο καρδινάλιο» του Ε.Χ.Γονατά, που θα πάει, πόσο ακόμη θα παίζουν κρυφτούλι μέσα μου δράμα και μαράζι. Ο Sebald σε αντίθεση με τον Ε.Χ.Γ.-μιας και παρεμπιπτόντως τον ανέφερα- δεν συμπιέζει το χρόνο της αφήγησής του, σε μερικές βραδιές μέσα στον οποίο κινείται. Ο χρόνος του αφηγητή απλώνεται μεν, ομολογεί όμως δε, ότι «Δεν υπάρχει ούτε παρελθόν ούτε μέλλον» μέσω της μνήμης που –όπως και στο άλλο του βιβλίο, το «Άουστερλιτς»…«Η σχέση του χώρου με τον χρόνο, έτσι όπως την βιώνουμε ταξιδεύοντας, έχει ακόμα και σήμερα ένα στοιχείο εξαπάτησης και αυταπάτης, γι’αυτό κάθε φορά που γυρνάμε από κάπου δεν ξέρουμε ποτέ με βεβαιότητα αν είχαμε όντως λείψει.» Επιλέγει τη σκιαγράφηση της ζωή των ξεριζωμένων γερμανών εβραϊκής καταγωγής μεταναστών, φορώντας επιδέξια το προσωπείο της μοναχικότητας (χαρακτηριστικό και της ζωής του συγγραφέα…), στοιχείο κοινό με τους χαρακτήρες που περιγράφει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «W.G. Sebald, Οι ξεριζωμένοι»

Franz Kafka, Όνειρα

Μετάφραση: Αλεξάνδρα Ρασιδάκηεκδόσεις Άγρα

Τα όνειρα που απαρτίζουν την παρούσα συλλογή προέρχονται από τα ημερολόγια και τις επιστολές τού Φραντς Κάφκα, πρόκειται δηλαδή για καταγραφές ονείρων εν είδει υπενθύμισης ή και εξορκισμού: «Μη στραφείτε εναντίον μου. Μόνο στα όνειρα είμαι τόσο αλλόκοτος».
Ο Κάφκα, όπως μαρτυρούν τα ημερολόγιά του, βασανίζεται από αϋπνίες και ιδιαίτερα ανήσυχο ύπνο, παρακολουθεί δε και καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια τις νυχτερινές αυτές εμπειρίες, συχνά ως ολονύχτια πάλη που τον αφήνει εξουθενωμένο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Franz Kafka, Όνειρα»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο Αδάμ και το μήλο ―κυκλοφορεί [απόσπασμα]

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Παρουσίαση

Αφηγήσεις και διηγήματα διάφορα:
Με κλωστές, ξέφτια, ρέστα, κουρέλια, σιωπές και παύσεις, πληγές και ράμματα.
Μ’ ερείπια, με χαλάσματα.
Μα ούτ’ ένα ψέμα. Τίποτε φτιαχτό:
Κόντρα σε τόσα δισεκατομμύρια που γελούν άχαρα, μ’ έναν πονεμένο μορφασμό πάντα.
Έχοντας την αριστοκρατική πολυτέλεια τής γνώσης μόνο· λίγο είναι;
(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Pagotό

Στην Κίμωλο είπανε; Στη Φολέγανδρο· δεν θυμάμαι· θα σε γελάσω. Ήτανε πάντως καμιά εικοσαριά χρόνια πριν· τότε που σταματήσαν οι πολλές δραχμές· κι ένα ματσάκι άνηθος κόστιζ’ ένα ευρώ και μας φαινόταν τζάμπα. Τότε, ο Παναγιώτης ο ψαράς, νοίκιασε για όλο τον Αύγουστο το σπίτι του σε έναν μεγαλομόδιστρο απ’ το Παρίσι: Ο monsieur Marc τάδε. Ο κυρ-Μάρκος. Καμιά σαρανταριά, ψηλούτσικος, κοντά μαλλιά, λιγνός πετσί και κόκκαλο, μ’ ένα κινητό συνέχεια κολλημένο στο αυτί. Ήθελε ηρεμία· κανείς να μην τον ενοχλεί, τίποτα να μη βλέπει, να μην ακούει τίποτα. Μόνο αυτός να μιλάει απ’ το κινητό. Και με το αμόρε του: Έναν σχεδόν ίδιον μ’ αυτόν· μόνο λίγο πιο σκούρο. Μαροκινός. Εντάξει, Ο.Κ. No problem: Ησυχία, ηρεμία!

Κι έστειλε ο Παναγιώτης, για να μην ενοχλήσει, την άλλη μέρα το πρωί, τον γιο του τον Αγαθοκλή -ούτε πέντε χρονών παιδάκι- να σκουπίσει το κεφαλόσκαλο και τα παρτέρια γύρω. Κι ο άλλος από μέσα, το ’κανε χάζι το μικρό, να σαρώνει σκουπιδάκια και μαμαλίθρες με μια σκούπα δυο φορές σαν το μπόι του. Ρώτησε κι έμαθε πως το ice cream, οι ιθαγενείς εδώ, το λένε pagotό. Και πιάνει και τού δίνει ένα ευρουλάκι· ίσα-ίσα για να πάρει ένα pagotό. Τρελάθηκε ο Αγαθοκλής· περιχαρής τον παίρνει τον μισθό του. Κι όπως δεν ήταν διόλου βλάξ, το ’πιασε αμέσως· πως το παγωτό οι μεγαλομόδιστροι στο Παρίσι το λένε pagotό: ‘Pagotό’ έλεγε ξανά και ξανά. Κι όλο γλειφότανε με κουνιστό κεφάλι και μάτια υγρά, τουρλώνοντας έξω τα χείλια και σκάζοντας στα γέλια μόνος: ‘Pagotό’.

Και την επομένη το πρωί, μια και δυο παίρνει τη σκούπα και πάει πάλι μόνος κι αρχίζει να σκουπίζει το σπίτι γύρω, αρχίζοντας από την πίσω μεριά. Κι ύστερα πάει και χτυπάει την εξώπορτα με το σκουπόξυλο. Μες απ’ τα κουρτινάκια δεν βλέπει κανέναν ο μεσιέ Μάρκ -πού τον δει τον μπόμπιρα- ανοίγει, και τονε βλέπει να τον κοιτά σε στάση προσοχής, με την παλάμη τεντωμένη και να τού λέει, με τέλεια προφορά, σουφρώνοντας τα χείλια: ‘Pagotό!’. Έλιωσε ο μόδιστρος: Τι έξυπνοι που είν’ οι Έλληνες, τι unic greek islands, τι υπέροχος λαός· κι άλλα τέτοια, ανέξοδα.

Από τότε πήρε το κολάι ο μικρός και πήγαινε κάθε μέρα, σάρωνε και ζήταγε pagotό. Και ο κυρ-Μάρκος τού έδινε. Δεν υπήρξε φορά να μην τού δώσει. Τριάντα ευρώ εξτρά τού κόστισε το σκούπισμα· χαλάλι! Όλοι όμως εκεί τον λάτρεψαν: Τι κύριος· ευγενικός, διακριτικός· ποτέ δεν ενόχλησε με τον Μαροκινό του, τι χουβαρντάς!

Κι ο Αγαθοκλής έγινε λαϊκός ήρωας, σ’ όλο το νησί· που από πολύ νωρίς έμαθε να τα παίρνει απ’ τους ξένους… Θα κοντεύει στα τριάντα τώρα. Όλα καλά κι όλοι ευχαριστημένοι… Κι εκείνη η πενηντάρα η ηλιοκαμένη -κάτι σαν artistic director λέει, γενικώς, και real estate- που μάς έλεγε χτες τούτη την ιστορία· Ελληνίδα, πολύ φίλη με τον Marc, -και νονά τού Αγαθοκλή, παρακαλώ!- ακόμα πιο ευχαριστημένη, περήφανη· μονοπωλώντας άνετα και πολύ φτηνά, τη γενική βαρεμάρα.

Εγώ όμως· γιατί ήθελα να βάλω τα κλάματα ακούγοντάς την; Και ήταν όλοι στην παρέα ένας κι ένας, υποτίθεται· γαμώ το…

*

©Αλέξανδρος Αδαμόπουλος

Ανθολογία Χαϊκού, κυκλοφορεί ―Παρουσίαση: Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου

Εκδόσεις Bibliothèque

Οι εκδόσεις Bibliothèque επ’ευκαιρία της κυκλοφορίας της χαικού ΑΝΘΟΛΟΓΙΑ σας προσκαλεί στο πιο φιλικό  πνευματικό καταφύγιο στο θρυλικό Closer [Ναυαρίνου 12, Αθήνα 106 80, τηλ. 21 0364 7437]
την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου στις 7.30 μ.μ.σε μια συζήτηση για την μικρή φόρμα ποίησης μεταξύ των σπουδαίων μελετητών ποιητών και μεταφραστών:
Γιώργου Κεντρωτή
Βασίλη Λαλιώτη
και
Πάνου Σταθογιάννη
Στην συζήτηση μπορεί να συμμετάσχει κάθε ενδιαφερόμενος για το θέμα, παράλληλα θα διατεθούν τα περίπου 100 τελευταία αντίτυπα της Ανθολογίας προτού γίνει μια για πάντα δυσεύρετη συλλεκτική έκδοση

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανθολογία Χαϊκού, κυκλοφορεί ―Παρουσίαση: Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου»