Κωνσταντίνος Μάντης: Άγγελος Σικελιανός «Πάσχα των Ελλήνων»

Αρχείο 10/04/2017

Ψυχή, που, κι αλαφρότερηαπό αφημένο μήλο,
στα μπλαβά απάνω κύματα, γαλήνια τώρα, πλες
σαν το νησί π’ αρμένιζε μονάχο, η άγια Δήλο∙
Ψυχή, που θείες σε ζώσανε δυνάμεις σιωπηλές,

στο μυστικόν ολάκερη μαγνήτη γυρισμένη,
πέρ’ απ’ των πάγων τα βουνά, το ξέρεις, μαντική,
των υπερβόρειων η χαρά παρθένων σε προσμένει,
των κύκνων των χιονοφώτων η δόξα, η Μουσική. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Άγγελος Σικελιανός «Πάσχα των Ελλήνων»»

Κωνσταντίνος Μάντης: Γιώργος Σεφέρης «Άνοιξη μ.Χ.»

Αρχείο 13/03/2017

Γερμανικά στρατεύματα στην Πράγα, 1939 -φωτο: Wikimedia Commons

fav_separator

Πάλι μετην άνοιξη
φόρεσε χρώματα ανοιχτά
και με περπάτημα αλαφρύ
πάλι με την άνοιξη
πάλι το καλοκαίρι
χαμογελούσε.

Μέσα στους φρέσκους ροδαμούς
στήθος γυμνό ως τις φλέβες
πέρα απ’ τη νύχτα τη στεγνή Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Γιώργος Σεφέρης «Άνοιξη μ.Χ.»»

Χρύσα Φάντη, «η ιστορία της Σ.» -απόσπασμα

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

favicon

Το λούτρινο

Φελλοί. Επικίνδυνα τοξικά που η άνωση πετά στον αφρό, κηλίδες από πετρέλαια, ψάρια που τα ’χει χτυπήσει µπουρλότο. Σπαρταράτε ή έχετε ήδη ψοφήσει; Είστε πάλι µωρά και βρίσκεστε στο νερό. Ηµιθανείς τραβάτε στα κουτουρού, κάποιοι σας παγιδεύουν µε τις απόχες τους, σας ρίχνουν σε µια σκάφη. Αναπνέετε δίπλα σε έναν καµακωµένο ροφό. Νικητές θαλάσσιου αθλήµατος ή συληµένα από Σκύλες µέλη; Στη στεριά σας υποδέχονται σαν ναυαγούς. Οι άσπρες τουρλωτές σας κοιλιές βουτηγµένες στο αίµα.

Πότε άρχισε; Άρχισε; Όλα περασµένα απ’ την πριονοκορδέλα του χρόνου. Ιστορίες ρετάλια. Ιστορίες που δεν έχουν δόντια κι όµως δαγκώνουν. Στην αυλή σουρωµένα οπίσθια, πέη συνταξιούχων που αποπνέουν κάτουρο, σύννεφα σκόνης. Και µες στα δωµάτια; Τι; Οµολογίες µε εσωτερική φραγή; Ρόγχος που δεν ξέρει πώς να κρατήσει τη θέση του και ξεσπάει σε χάχανο; Άλλο ένα φάντασµα µε αµπαλάζ λώρου; ∆ωµάτια σάβανα, άνθρωποι που προτού έρθει το τέλος τους υπογράφανε συµφωνητικό παράδοσης στα σκουλήκια. Κι οι άλλοι που όλη µέρα έκλαναν, ευτυχείς επειδή το εντεράκι τους λειτουργούσε. Το πρώτο βλέµμα; Ποιο «πρώτο βλέµµα»; Κανένα βλέµµα. Οικειότητα, βαναυσότητα, απουσία, φάντασμα, πανικός. Το µη άγγιγµα, το µη βλέµµα. Το χωριό. Κι αυτή η πανσιόν. Ελάχιστοι πια οι τουρίστες. Σκόνη και χώµα. Μόλις που διακρίνω τους τελευταίους πελάτες. Το πλαδαρό προφίλ ενός Ιταλού, τα νευρωτικά, άσαρκα πόδια µιας Γιαπωνέζας.

Το παρελθόν. Ποιο παρελθόν; Αν µπορούσα να σου διαβάσω αυτές τις αράδες ίσως να το αντικρίζαµε επιτέλους κατάφατσα. Χωρίς τον φόβο, χωρίς τον ίλιγγο, χωρίς την ναυτία. «Ίσως» σκέφτοµαι. «Ίσως τότε. Τα καλοκαίρια». Θυµάµαι πάλι το βελούδινο ύφασµα που έτριβες µέσα στις χούφτες για να µπορέσεις να κοιµηθείς. Η Σ. ανεβαίνει στο κρεβάτι µου, µού ανεβάζει το νυχτικό στην κοιλιά και τρυπώνει στην τριχωτή σχισµή. Με την παλάµη χωνί φέρνω το πρόσωπό µου όσο πιο κοντά στα µισάνοιχτα πόδια µου, όσο πιο κοντά στη σχισµή µου. «Γιατί µε σκάβεις; Πεινάς;» τη ρωτάω. «Σε µυρίζω» µου απαντάει αυτή µεσ’ απ’ την τρύπα. «Και τι µυρίζεις; Το αίµα µου;» «Ποιο αίµα σου;» µου λέει ξεκαρδισµένη. «Ιδρωτίλες, ξινίλες και πούδρες φτηνιάρικες. Αυτά πια αποπνέεις». Ξέρω πως είναι άυλη. Και δεν είχε ποτέ δική της µιλιά, στόµα, µύτη, στοµάχι µε ορέξεις. «Μη νοµίζεις» της λέω. «∆εν είµαι σχιζοφρενής. Μεταξύ µας, ξέρω πως δεν υπάρχεις. Αν υπήρχες, θα έπρεπε τώρα να ήσουν γριά». Εκείνη κατεβαίνει από το κρεβάτι µου και αρχίζει να περιφέρεται στο δωµάτιο. Πίσω της σέρνει έναν αρκούδο τεράστιο που θα τολµούσα να πω πως µου µοιάζει. Ένα τεράστιο λούτρινο που την κοιτάει µε τρυφερότητα, ενώ εκείνη του δίνει φιλάκια, το ντύνει και το ξεντύνει µε κάτι πολυφορεµένα τσιτάκια. «Μπορεί εσύ να µην…, εγώ πάντως πεινάω» της ανακοινώνω και η φωνή µου ακούγεται ιδιαζόντως ψυχρή. Αµίλητη, βάζει τα πασουµάκια της, ναι, εκείνα µε τις ροζ αγκραφίτσες, έτοιµη να µε συνοδεύσει στην κουζίνα. Θυµάµαι αίφνης ότι στην κουζίνα δεν έχει αποµείνει τίποτα, µόνο λίγο ψωµί. Μα κι αυτό τώρα θα είναι πλέον ξερό. Η κόρα του θα έχει γίνει µπετόν κι η ψίχα µια σκληρή µάζα µούχλας. Καλό µου φαίνεται όµως αυτό. Η µούχλα δεν είναι απαραίτητα άσχηµη. Υπάρχουν και περιπτώσεις που θεραπεύει. «Συµφωνείς;» τη ρωτάω. ∆εν µου απαντά, ίσως να µην ακούει. Παιδί πρόωρα γερασµένο, κατεβαίνει µαζί σου τη σκάλα.

favicon
©Χρύσα Φάντη -απόσπασμα από το βιβλίο «η ιστορία της Σ.» εκδ. Γαβριηλίδης, 2016

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Τα τρόλεϊ πάνε Φάληρο

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

Το τ.77-78 του περιοδικού Εμβόλιμον και ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου
Το τ.77-78 του περιοδικού Εμβόλιμον και ο Νίκος-Αλέξης Ασλάνογλου

fav-3

Προδημοσίευση της συμμετοχής του ποιητή Σ.Π. στο περιοδικό Εμβόλιμον #77-78 (Φθινόπωρο 2015-Χειμώνας 2016),«Αφιέρωμα στον Νίκο-Αλέξη Ασλάνογλου» Γράφουν: Άννα Αφεντουλίδου, Βασίλης Βασιλικός, Χρύσα Βλάχου, Παναγιώτης Γούτας, Γιώργος Χ. Θεοχάρης, Βασίλης Ιωαννίδης, Θωμάς Ιωάννου, Έφη καλογεροπούλου, Βαλεντίνη Καμπάτζα, κ.α.

Ο Τάσος Κόρφης χωρίς να με γνωρίζει προσωπικά, με ανθολογούσε τακτικά στην ετήσια ανθολογία του «ΦΩΝΕΣ» (αυστηρά ένα ποίημα από κάθε ποιητή, ακόμα κι αν είχε δημοσιευθεί σε εφημερίδα ή περιοδικό κι όχι αποκλειστικά σε βιβλίο), και κάποια χρονιά αποδέχτηκα την πρόσκλησή του και παρευρέθηκα στη γιορτή για νέα έκδοση. Διαβάστε περισσότερα-Continue reading

Κωνσταντίνος Μάντης: Τάσος Λειβαδίτης «Από μέρα σε μέρα»

ΑΡΧΕΙΟ/ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 2016

mantis29-2-16

favicon

Οι ίδιες ταπεινώσειςπάλι σήμερα, τα ίδια λάθη, οι συμβι-
—βασμοί,
το δουλικό χαμόγελο, μπροστά σε κείνον που περιφρονείς,
το όρθιο μαχαίρι, που σφάζεις μέσα σου κι αυτόν και το χα-
—μόγελό σου,
η μοναξιά, η μεταμέλεια, η οδυνηρή σου ανάγκη για μεγάλες
—πράξεις
Διαβάστε περισσότερα-Continue reading

Κωνσταντίνος Μάντης: Γιάννης Βαρβέρης «Καθαρή Δευτέρα»

Αρχείο 27/02/2017

Το χείλι μου
σαλιώνοντας το φάκελο
ματώνει λίγο∙
πίκρα του παραλήπτη –
ενός αγνώστου
σ’ άλλη γη
που δε θα λάβει.
Το γράμμα σαν μισό πουλί
βαφτίζω στο κιβώτιο∙
το ράμφος ήδη πέταξε
σαν χαρταετός
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Γιάννης Βαρβέρης «Καθαρή Δευτέρα»»

Μπάμπης Στάικος, “Είναι Τόσο Σκοτεινά Εδώ…” -απόσπασμα

Αρχείο 13/02/2017

Το νερό είχε σκεπάσει όλο το σώμα του. Βυθιζόταν αργά αργά προς το βυθό που δεν έβλεπε. Δεν αισθανόταν κανένα φόβο αντίθετα το παγωμένο νερό του δημιουργούσε μια ευχάριστη διάθεση. Ντυμένος στο λευκό καλοκαιρινό κοστούμι του δεν χρειαζόταν αναπνοές επειδή είχε γίνει ένα με τη θάλασσα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μπάμπης Στάικος, “Είναι Τόσο Σκοτεινά Εδώ…” -απόσπασμα»

Κωνσταντίνος Μάντης: Άρης Αλεξάνδρου «Νεκρή ζώνη»

Αρχείο 13/02/2017

fav_separator
Με τις λέξεις σου να είσαι πολύ προσεκτικός
όπως είσαι ακριβώς μ’ έναν βαριά τραυματισμένο που κουβαλάς
στον ώμο.
Εκεί που προχωράς μέσα στη νύχτα
μπορεί να τύχει να γλυστρήσεις στους κρατήρες των οβίδων
μπορεί να τύχει να μπλεχτείς στα συρματοπλέγματα.
Να ψαχουλεύεις στο σκοτάδι με τα γυμνά σου πόδια
κι όσο μπορείς μη σκύβεις
για να μη σούρνονται τα χέρια του στο χώμα.
Βάδιζε πάντα σταθερά
σαν να πιστεύεις πως θα φτάσεις πριν σταματήσει η καρδιά του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Μάντης: Άρης Αλεξάνδρου «Νεκρή ζώνη»»