άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]

Αρχείο 20/04/2012

προηγούμενο, παλιό,ετερόχρονο, δε με νοιάζει

Συνήθως καμιά μοναξιά για μένα δεν είναι ευεργετική ούτε κι ευλογία.Για εύλογους λόγους.Ας τους ξέρω μόνο εγώ.Μα τώρα που λείπεις την απολαμβάνω τη μοναξιά.Είμαι στο χώρο σου,μου,μας.Μυρίζω το λινό σου πουκάμισο και το μαξιλάρι σου.Κοιτάω και καμιά φωτογραφία.Σκέφτομαι πως θα χω το σπίτι καθαρό και μοσχοβολιστό όταν γυρίσεις.Κι ένα πιάτο φαί στο ξύλινο τραπέζι της αυλής.Να μου πεις μπράβο για την πρόοδό μου και να μου δώσεις και καμιά σφαλιάρα στον κώλο σαν να σαι κανένας 50άρης κι εγώ η λολίτα σου.Απενοχοποίηση της ζητάω.Στο κάτω κάτω δεν έφταιξε κι εκείνη που ο Ναμπόκοφ την έπλασε έτσι.

Τις μέρες που έλειπες είδα την Αθήνα χωρίς προκατάληψη και λάτρεψα για άλλη μια φορά το μπλακ ντακ.Αποφάσισα που θα’ναι το επόμενο ιερογλυφικό στο σώμα μου.Αγάπησα το βιβλίο της οικολογίας και την ουβικουϊτίνη και σαν κάπως να συμπάθησα το θεώρημα Bayes.Το τελευταίο μαζί με τα υπόλοιπα δικά σου θα μου τα αναλύσεις στα ιδιαίτερα μας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]»

Γιώργος Ρωμανός, Κάτι δεν έγινε σωστά

Αρχείο 18/04/2012

“Grapes of Wrath” -Dorothea Lang, 1938

Ο Τζιμπάχ είχε σπάσει από νωρίς, όπως του είχανε πει, τις τελευταίες λάμπες φωτισμού στις δυο κολώνες που βρίσκονταν στην άκρη της μικρής πλατείας. Λίγο πιο πάνω, η Κεντρική Αγορά νεκρή, από ώρες. Στα σκοτεινά, οι σκιές των μελαψών ανθρώπων αραιώνανε σιγά σιγά, ξεθύμαιναν βουβές, σαν ένα μαύρο κρέπι που αργά το εξαΰλωνε η νύχτα. Κάποιοι κινήθηκαν προς τα πεζοδρόμια της Μενάνδρου, και άλλοι πιο μακριά, πίσω από το Δημαρχείο της Αθήνας. Όμως, μια ομάδα από αυτούς έμενε συγκεντρωμένη σε κύκλο, μιλούσανε ψιθυριστά με κοφτές φράσεις και έντονες χειρονομίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Ρωμανός, Κάτι δεν έγινε σωστά»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»

Φαίδων Θεοφίλου, Η Μοναχή

Αρχείο 08/02/2012

Από το βιβλίο «Ο Θεός στο καφενείο» Εκδόσεις ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑ

Μόλις που πρόλαβα το τραμ ενώ ξεκινούσε.Λίγο πριν κλείσουν οι πόρτες. Είχα τόσες σκέψεις στο μυαλό μουπου τα μάτια μου κοίταζαν χωρίς να βλέπουν. Έτσι ενώ οι επιβάτες ήταν λίγοι, δεν διέκρινα κάποιον καθαρά. Αραιά σχήματα ανθρώπων. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Φαίδων Θεοφίλου, Η Μοναχή»

Νέστορας Πουλάκος, Σ’ αγαπώ;

Αρχείο 05/02/2012

Στον Στράτο και την Αγγελική,
τους κινηματογραφικούς μου ήρωες

 

ΕΙΣΠΝΟΗ

Καλοκαιρινό αεράκι φυσά στον έρημο δρόμο. Ζεστό, γεμάτο υγρασία, εποχή που τα κορμιά κολλάνε από τον ιδρώτα. Νύχτα έχει πέσει, στον ασφαλτωμένο δρόμο, κίτρινος όπως είναι από τα έντονα φώτα που τον κοιτάζουν από ψηλά, στριμωγμένος ανάμεσα στα ψηλά τείχη με τα συρματοπλέγματα που τον περιβάλλουν. Προστατεύουν τη βιομηχανική ζώνη πετρελαίων, δίνοντας στην ατμόσφαιρα του τοπίου μια αφαιρετικότητα κίνησης, μια εξαθλίωση της φύσης, μια απαξίωση ανθρώπινων συναισθημάτων και αδυναμιών. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νέστορας Πουλάκος, Σ’ αγαπώ;»

Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα

Αρχείο 30/01/2012

Robert Motherwell, Elegy to the Spanish Republic

Εκδόσεις Μεταίχμιο

[απόσπασμα από το βιβλίο]

Το εστιατόριο «Ο Πλάτανος», ένα διώροφο πέτρινο χτίσμα, βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ το ρέμα που κατηφορίζει τον καταπράσινο λόφο. Κάθε λίγα μέτρα το νερό, αφρισμένο, πέφτει μέσα σε βαθιές γούρνες που το ίδιο σμίλεψε στους βράχους κι έπειτα ξεχύνεται προς τα κατάντη. Η βοή του μοιάζει με χαρούμενο τραγούδι για κείνους που τους αγαπάει η ζωή και λυπητερό για όσους κουβαλούν σταυρούς και βάσανα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα»

Πέτρος Κυρίμης, Η Μοναξιά του Έρωτα

Αρχείο 30/01/2012

Είκοσι έξι είκοσι εφτά χρονών πρέπει να ήμουνα εκείνη την Πρωτοχρονιά που ένοιωθα ποιο φτωχός και μόνος ακόμα κι από τον Λάζαρο του Ευαγγελίου.

Εκείνος ο έρωτας που κράτησε τρία χρόνια, τρία μαγικά καλοκαίρια είχε φτάσει στο τέλος του, δηλαδή μόνο από την πλευρά εκείνης, γιατί εγώ την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα ακόμα και έτρεχα από περίπτερο σε περίπτερο γιατί τότε στα σπίτια δεν είχαμε όλοι τηλέφωνα και ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλοι θέλανε να τηλεφωνήσουν και με σκουντάγανε να τελειώσω γρήγορα και από τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα γιατί την παρακαλούσα να βγει για λίγο από το σπίτι της να την δω μόνο κι εκείνη ούτε ναι, ούτε όχι, κι έτσι έτρεχα στο άλλο πιο κοντινό περίπτερο μα κι εκεί τα ίδια και το βράδυ που ο χρόνος θα άλλαζε όλα τα σπίτια φωτισμένα και χαρές και τραγούδια από μέσα και την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα και λίγο πριν τα μεσάνυχτα περπατούσα χωρίς σκοπό μέσα σε έρημους δρόμους και ένοιωθα μέχρι τα βάθη της ψυχής μου την θλίψη που έχει κανείς όταν πιστεύει ότι όλοι είναι ευτυχισμένοι εκτός από εκείνον. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πέτρος Κυρίμης, Η Μοναξιά του Έρωτα»

Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα

Αρχείο 30/01/2012

Robert Motherwell, Elegy to the Spanish Republic

Εκδόσεις Μεταίχμιο

[απόσπασμα από το βιβλίο]

Το εστιατόριο «Ο Πλάτανος», ένα διώροφο πέτρινο χτίσμα, βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ το ρέμα που κατηφορίζει τον καταπράσινο λόφο. Κάθε λίγα μέτρα το νερό, αφρισμένο, πέφτει μέσα σε βαθιές γούρνες που το ίδιο σμίλεψε στους βράχους κι έπειτα ξεχύνεται προς τα κατάντη. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα»