Βασίλης Ζαρείφης: Ευτέρπη. Ο τελευταίος ζεϊμπέκικος

Αρχείο 18/11/2011

Δεν ήθελε τους άνδρες η Ευτέρπη. Τις γυναίκες ήθελε. Οι άντρες της άρεσαν μόνο πάνω στο καΐκι, στα τσίπουρα, και στον χορό. Νοίκιαζε μια κάμαρα στο σπίτι της Πηνελόπης, που χε το καφενείο στην άκρη του μόλου κοντά στον φάρο. Το νοίκιαζε για τα μάτια του κόσμου, αλλά ήξεραν όλοι ότι μοιράζονταν το ίδιο κρεβάτι με την Πηνελόπη. Κανείς δε μίλαγε πια για αυτό, ούτε κρυφά ούτε φανερά. Ήταν τρία χρόνια μαζί. Εφτά είχαν περάσει από τότε που μπάρκαρε ο Οδυσσέας, ο άντρας της Πηνελόπης και δε ξαναφάνηκε στο νησί .και έξι απ’ όταν έχασε τον αδελφό της τον Αχιλλέα. Δικό του ήταν το καφενείο και έτσι το ‘λεγαν . «Ο Αχιλλέας». Είχε και μια ζωγραφιά στη μεσοτοιχία της κουζίνας από τον τρωικό πόλεμο που του είχε φτιάξει η Πηνελόπη μικρή , τότε που έπιανε το χέρι της . Δεν το ‘δωσε η αδελφή το καφενείο όταν έχασε και τους δύο άντρες της. Το κράτησε και το αγάπησε. Και αυτό και την γυναίκα.

Την ήξερε από παλιά την Ευτέρπη.Ηταν όμορφη, δυνατή, λιγόλογη και ευγενική. Μελαχρινή, με ίσια μαλλιά πιασμένα κότσο γερό να κολλάνε στο κεφάλι, φρύδια μαύρα πυκνά πάνω από δυο μεγάλα κατάμαυρα μάτια, και ένα στόμα που όταν χαμογελούσε έκανε σαν να ντρεπόταν κάπως, και σου λίγωνε την ψυχή. Τα μανίκια του πουκάμισου πάντα σηκωμένα στους αγκώνες μέχρι εκεί που κρύβονταν οι φλέβες, ξεκινώντας φουσκωμένες από το πάνω μέρος των χεριών. Τα είχε χαζέψει αρκετές φορές “πριν” αυτά τα χέρια η Πηνελόπη. Μισά αντρικά, μισά γυναικεία. Που να ‘ξερε τότε πως από τα χάδια τους θα έλιωνε το κορμί της και η καρδιά της.Η Ευτέρπη έπινε με τους άντρες τα βράδια , γέλαγε τραγούδαγε έβριζε , ποτέ όμως όταν αυτή ήταν μπροστά. Τότε ήταν μετρημένη .Από πάντα ήταν έτσι.

Ένα βράδυ που σήκωσε καιρό ξαφνικά η Ευτέρπη το γύρισε πίσω το καΐκι «Πάμε ρε για τσίπουρα» είπε. «Δεν μας θέλει η θάλασσα, δε την θέλουμε κι εμείς . Άμα πια»
Έδεσαν μπροστά στο καφενείο της Πηνελόπης όταν είχε βάλει πια βροχή και κρύο και αέρα. Είχε ο αέρας της νύχτας τους κοφτούς θορύβους από τα σκοινιά και βρεγμένα ξύλα που χτυπούσαν παραδομένα στον άνεμο και εκείνο το χρώμα που γινόταν πηχτό βαθύ μπλε, δίπλα στο κίτρινο φως των παράθυρων .

Τα τζάμια είχαν θολώσει από το μαγειριό της κουζίνας. Η Πηνελόπη άκουσε τα καΐκια και έκανε στο παράθυρο να δει ποιος έδενε τόσο άκρη στο μόλο με αυτόν τον καιρό. Σκούπισε με το χέρι την υγρασία στο τζάμι και κόλλησε το πρόσωπό της στο παράθυρο.

Τότε ακριβώς , έξω , στο καΐκι, σήκωσε το βλέμμα και η Ευτέρπη με το κεφάλι σκυφτό πάνω από τον βρεγμένο κάβο. Και είδε λες για πρώτη φορά τη μορφή της γυναίκας. Στεκόταν πίσω από το θολό υγρό τζάμι μέσα στο κίτρινο φως. Είδε δυο πελώρια μάτια να την κοιτούν ανάμεσα στα θολά σγουρά μαλλιά. Και το στόμα μισάνοιχτο κολλημένο στο τζάμι σαν ένα φιλί που αιωρείται. Ένα λευκό χέρι χάιδευε τρυφερά το παγωμένο υγρό γυαλί σαν ερωτικό νεύμα.

Έδιωξε τους εργάτες να αλλάξουν τα βρεγμένα τους. «Στεγνώστε , φάτε κι ελατέ ρε μετά για τσίπουρα». Εκείνη περπάτησε βιαστικά ίσια απέναντι στα μάτια που την κοιτούσαν. Άνοιξε αποφασιστικά την πόρτα και στάθηκε. Η Πηνελόπη πήρε το πρόσωπο από το τζάμι και γύρισε σαν ντροπαλά , σχεδόν φοβισμένα. «Να αλλάξεις Ευτέρπη μου. Είσαι μούσκεμα. Να σου δώσω στεγνά.»

Η Ευτέρπη κράτησε τα υγρά χέρια της Πηνελόπης μέσα στα δικά της απαλά, και μετά τα έσυρε στο περίγραμμα του κορμιού της , μέχρι ψηλά στους ώμους, στον λαιμό, και τσα δύο κατακόκκινα μάγουλα της Πηνελόπης. Ένιωσε την γυναίκα να τρέμει , να φοβάται και να θέλει. Πήρε ένα – ένα τα χείλη της ανάμεσα στα δικά της. Και ενώθηκαν.

Οι φωνές των εργατών σταμάτησαν τα χάδια τους δύο ώρες μετά. Φώναζαν και τα δύο ονόματα. Μα που ήξεραν; Η Ευτέρπη την χάζεψε να σηκώνεται γυμνή , ζεστή, και χορτασμένη χάδια , να ντύνεται βιαστικά ρίχνοντας που και που φευγαλέα ντροπαλά βλέμματα ανάμεσα σε λάγνα χαμόγελα.

Εκείνη τη νύχτα χόρεψε τον πρώτο της ζεϊμπέκικο.

«Δεν χορεύουν ρε οι γυναίκες τον ζεϊμπέκικο» Έτσι έλεγε τις άλλες φορές όταν την καλούσαν «Έλα ρε Ευτέρπη , Χόρεψέ τον. Μια φορά ρε. Μια φορά.»

Εκείνη τη νύχτα όμως χόρεψε. Μόνο αυτή. Κανείς άλλος δε σηκώθηκε μέχρι το πρωί.. Ούτε η Πηνελόπη σηκώθηκε να σερβίρει άλλο. Έβλεπε όπως δεν είχε δει ποτέ καθισμένη στη ψάθινη καρέκλα στη μέση του καφενείου. Μύριζε την μυρωδιά του τσίπουρου του τσιγάρου και του έρωτα .

Τα χέρια της Ευτέρπης σπάθιζαν τον αέρα και το κορμί της.

Χαράματα ήταν πέντε χρόνια μετά, ίδια μέρα. Από τις δώδεκα έπιναν τραγούδαγαν και χόρευαν στο καφενείο. «Πως πέρασαν εφτά ώρες;» . Η πόρτα άνοιξε και
πρόβαλε ο Οδυσσέας . «Μα πως πέρασαν εφτά χρόνια;»

Εφτά μαχαιριές. Τόσες βύθισε στο σώμα του η Ευτέρπη. Εφτά βήματα ακόμα χόρεψε σιωπηλά πριν αρπάξει το μαχαίρι και το καρφώσει στη καρδιά του εφτά φορές.

Το μαγαζί άδειασε. Κλείδωσαν. Η Πηνελόπη έστρωσε στο κρεβάτι σεντόνια άσπρα καθαρά , η Ευτέρπη έφερε τον δυναμίτη. Γυμνές αγκαλιάστηκαν και άναψαν την φλόγα. Ένιωσαν μόνο το κάψιμο του φιτιλιού στη κοιλιά τους.

###

Copyright©Βασίλης Ζαρείφης