Larry Cool, τρία ποιήματα

Αρχείο 16/11/2011

Κόσμος εἶναι ἕνας κόκκος ἄμμου στὸ μάτι μου

Ἐξετάζω τὸ πρόσωπό μου στὸν καθρέπτη
Διακρίνω ἕνα τρίμμα στὸ μάτι μου
Τὸ ξεπλένω καί,
Τὸ λουτρὸ
Τὸ κτίριο
Ἡ γῆ κάτ’ ἀπ’ τὰ πόδια μου, ἐξαφανίζονται.

Βρίσκομαι σ’ ἕνα ἀστραφτερὸ κενὸ
Γυμνὰ ἀνθρώπινα σώματα περπατοῦν στὸν ἀέρα
Ἀνεβαίνουν κατεβαίνουν ἀόρατες κλίμακες
Συναντῶνται συνουσιάζονται.
Δὲν ἔχουν ὀφθαλμούς, εἶναι ἀόμματα
Φαντάζονται ὅτι ἀνοίγουν πόρτες
Ὅτι πιάνουν πράγματα
Ζοῦν μέσ’ τὶς ἀντανακλάσεις τοῦ μυαλοῦ τους.

Μετέωροι βράχοι,
περιμένουν ἀκίνητοι γιὰ αἰῶνες,
πάν’ ἀπ’ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας
Τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ πέσουν, τὰ μάτια θ’ ἀνοίξουν.

***
Θὰ γίνουμε ὁ παράδεισος

Ἀνθρώπινα σώματα,
Κραυγάζουν τὶς νύκτες καινούργιους κόσμους
Λάβα ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ βάθη τῆς γῆς
Περνᾶ ἀπ’ τὰ τρυπημένα τους πέλματα
Κι ἐξακοντίζεται ἀπ’ τὰ στόματα.

Αἰωροῦνται πελώριες γυναῖκες
Ἀπὸ τὴ μέση καὶ κάτω εἶναι μέδουσες
Οἱ πλόκαμοί τους σύρονται,
Ἐπάνω στὶς στέγες καὶ τοὺς θόλους τῆς μητρόπολης.

Τὸ σῶμα μου ταξιδεύει στὸ διάστημα
Εἶμαι ὁ σπόρος ποὺ φυτρώνει μέσα του
Ἀπὸ τὶς κνῆμες βγαίνουν ῾ρίζες
Ἀπὸ τὰ μάτια, κλαδιὰ μὲ φυλλώματα
Ἀπ’ τὰ δάκτυλα μῆλα
Γύρω του σχηματίζεται,
Ἕνας μικρὸς τόπος μὲ ἀραιὸ χῶμα
Κι ἕνας κῆπος
Ὅποιος ἔχει γευθεῖ τὸν καρπό μου, γνωρίζει.

***
Ἔχετε (1) ἀναπάντητη κλήση

Λησμονῶ τὸν ἑαυτό μου
Φαντάζομαι ὅτι εἶμαι ἀνθρώπινο σῶμα.

Τὸ σῶμα τρέμει, βομβίζει ὁλόκληρο
Ἄγριες σφῆκες μπαινοβγαίνουν στ’ ἀνοικτὸ στόμα
Ἔχουν κάνει φωλιὰ στὸ στομάχι.
Στὶς παλάμες του φυτρώνουν πόλεις
Σφίγγοντας κάθε τόσο τὶς γροθιές του,
Τὶς συντρίβει μ’ ἕναν μαλακό, ὑπόκωφο θόρυβο.
Καταπακτὲς ἀνοίγουν στὸ θόλο τοῦ κρανίου
Ἀνθρωπίσκοι προβάλλουν
Γελοῦν μέχρι δακρύων.

Αἴφνης ἠχεῖ τὸ κινητό του
«Ποιός;»
Δὲν ἀπαντῶ
Μ’ ἀναγνωρίζει· «ἐσύ!» ψιθυρίζει
Ἐπανέρχομαι ἀμέσως στὸν ἑαυτό μου
Τὸ σῶμα ἐξατμίζεται.

*

©Larry Cool