Παυλίνα Παμπούδη, δύο από τις «40 κάπως παράξενες ιστορίες»

Η ΜΙΣΗ ΚΟΤΑ
Την εποχή της κρίσης (η οποία δεν έμεινε στην ιστορία ως «Εποχή της Κρίσης», διότι η «Ημέρα της Κρίσης» είχε προλάβει να προηγηθεί, τουλάχιστον ως αναγγελία κατά τις Γραφές, διεκδίκησε τα πνευματικά δικαιώματα της εμπορικής ονομασίας και κατέθεσε ασφαλιστικά μέτρα), την εποχή λοιπόν αυτής της ψευδεπώνυμης κρίσης, ζούσε κάπου ένας αγρότης χωρίς αγρό.

    Ήταν πολύ φτωχός, τόσο φτωχός που δεν μπορούσε ν’ αγοράσει ψωμί και αναγκαζόταν να νοικιάζει. Είχε κληρονομήσει από τον παππού του το ½ εξ αδιαιρέτου με την Εφορία ενός αυθαίρετου, τόσο αυθαίρετου που δεν είχε ούτε πρόσοψη ούτε κάτοψη, τόσο μικρού, που τον χωρούσε μόνο προφίλ. Πίσω δε από αυτό το μικρό αυθαίρετο, είχε καταφέρει να χτίσει, με πλίνθους από πεπιεσμένους λογαριασμούς κοινής ωφελείας άλλο ένα, πιο μικρό και πιο αυθαίρετο. Εκεί φιλοξενούσε μισή μεσόκοπη κότα, την Ερνεστίνα δηλαδή Τίνα, που την είχε κληρονομήσει από τη γιαγιά του, και την είχε τόσο στριμωγμένη που του γεννούσε αβγά σε σκόνη.
    Αυτή η μισή κότα, η Τίνα, ήταν μισοπάλαβη: άκουγε κατά καιρούς από τη μεσοτοιχία μισόλογα για την κρίση που την οδήγησαν πρώτα στα πρόθυρα νευρικής κρίσης και, αμέσως μετά, στο αυθαίρετο συμπέρασμα πως ο θεός είναι μεγάλος, καθώς και ο κόσμος. Οπότε, μισοαποφάσισε να δραπετεύσει και να πάει να τους βρει.
    Θα δυσκολευόταν βεβαίως αφάνταστα να τρέξει φτεροκοπώντας προς την ελευθερία μόνο με ένα δεξί πόδι και μια δεξιά φτερούγα – αυτό όμως δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει με το δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου της, αλλά με το αριστερό που δεν υπήρχε.
    Έτσι, κατάφερε και έκανε μισό πήδημα μαζί με μισό φτεροκόπημα και, μετά, αντί να συνεχίσει την προσπάθεια να απομακρυνθεί από το αυθαίρετο, στάθηκε, αφαιρέθηκε και τσίμπησε μισό σκουλήκι που βρήκε μπροστά της.
    Όταν μισο-κατάπιε, αφαιρέθηκε πάλι και ονειροπόλησε για λίγο. Θυμήθηκε έναν νεαρό κόκορα που – και μια γαβάθα καλαμπόκι πώς – και τα πούπουλα της μαμάς της όταν-.
    Μετά, έκανε πάλι μισό πήδημα με μισό φτεροκόπημα και μετά αφαιρέθηκε ξανά κι άναψε τσιγάρο, παρόλο που το είχε κόψει.
    Ύστερα από μισό μήνα κατέληξε σ’ ένα στενόχωρο ψητοπωλείο που πουλούσε, λόγω κρίσης, μόνο μισές κότες.
Ηθικό δίδαγμα: Αν δεν μπορείς να ολοκληρώσεις ένα συλλογισμό και να διαχειριστείς ορθά την κρίση σου, κάτσε καλύτερα στ’ αβγά σου.
(Η πρώτη μορφή του διηγήματος είχε περιληφθεί στο βιβλίο ΜΥΘΟΙ ΓΙΑ ΠΟΛΥ ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΔΙΑ, Κέδρος, 1999.)

 

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΙΩΣΗΦ

Ο Ιωσήφ προχωρούσε στον χωματόδρομο χοροπηδώντας και κλωτσώντας τα πετραδάκια. Από το πρωί εξερευνούσε την περιοχή γύρω απ’ το καινούργιο σπίτι. Ωραία ήταν. Είχε ανακαλύψει ένα άχτιστο οικόπεδο γεμάτο λάστιχα και παλιοσίδερα, ένα μεγάλο δέντρο που μπορούσε να σκαρφαλώσει πάνω του και να δει μέχρι πέρα, στο λιμάνι, είχε παίξει και κυνηγητό μ’ ένα κίτρινο σκυλί. Τώρα επέστρεφε, είχε αρχίσει να πεινάει.
    Ο Ιωσήφ ήταν έξι χρονών -εδώ και πενήντα χρόνια ήταν έξι χρονών.
    Οι γονείς του μόλις είχαν πάλι αλλάξει σπίτι και πόλη. Τον παρουσίαζαν πλέον ως εγγονό τους, αν και ο Ιωσήφ εξακολουθούσε να τους φωνάζει μαμά και μπαμπά. Αυτός δεν είχε κανένα πρόβλημα. Κάθε φθινόπωρο έκανε καινούργιους φίλους, μάθαινε να διαβάζει και να γράφει, δυσκολευόταν λίγο στην αριθμητική, έδειχνε ιδιαίτερη επιδεξιότητα στη ζωγραφική και καμία κλίση στα σπορ. Όταν ερχόταν το καλοκαίρι, και συγκεκριμένα μετά την πρώτη του βουτιά στη θάλασσα, έχανε τους πέντε πόντους που είχε ψηλώσει κατά τη διάρκεια του χειμώνα, ξεχνούσε ό,τι είχε μάθει κι άρχιζε πάλι να συμπεριφέρεται σαν αυτό που ήταν: ένα ανέμελο, χαρούμενο παιδί έξι χρονών. Την τρίτη φορά που συνέβη αυτό, οι γονείς του κατέφυγαν σε κάποιον παιδοψυχολόγο ο οποίος, αφού εξέτασε τον Ιωσήφ προσεχτικά, αποφάνθηκε ότι ήταν απολύτως φυσιολογικός για την ηλικία του, και με αρκετά υψηλό δείκτη ευφυΐας. Τον επόμενο χρόνο, αναγκάστηκαν να πουλήσουν το σπίτι τους και να μετακομίσουν σε κάποια μεγαλύτερη πόλη γιατί, αφενός δε δέχονταν πια τον Ιωσήφ στην πρώτη τάξη του παλιού του σχολείου, αφετέρου είχαν αρχίσει οι γείτονες να τους κοιτάζουν περίεργα. Η κατάσταση συνεχίστηκε και τα επόμενα χρόνια. Όλοι οι παιδοψυχολόγοι, καθώς και οι παιδίατροι διαφόρων πόλεων που κλήθηκαν κατά καιρούς να εξετάσουν τον εξαετή Ιωσήφ αποφαίνονταν ότι ήταν ένα υγιέστατο παιδάκι και μάλιστα δεν μπορούσαν να καταλάβουν πού ήταν το πρόβλημα.
    Καθώς ο Ιωσήφ πλησίαζε τώρα στο καινούργιο του σπίτι, άκουσε να τον φωνάζουν: «Ιωσήφ! Είσαι ο Ιωσήφ;»
    Στην πόρτα τον περίμεναν δυο κοινωνικοί λειτουργοί. Η πιο κοντή του χαμογέλασε καλοσυνάτα, τον χάϊδεψε στο ακούρευτο κεφαλάκι και τον πήρε από το χέρι. Θα τον οδηγούσε στο ίδρυμα και από εκεί θα τον έστελναν σε ανάδοχους γονείς. Τα είχαν ρυθμίσει όλα οι υπέργηροι κηδεμόνες του πριν αναχωρήσουν προς άγνωστη κατεύθυνση. Στο παράξενο σημείωμα που είχαν αφήσει αναγνώριζαν ότι το πρόβλημα το είχαν αυτοί και, κατ’ επέκταση, όλοι οι άλλοι που για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο συνέχιζαν να μεγαλώνουν, να μαθαίνουν διάφορα άχρηστα πράγματα και να γερνάνε.
***

© Παυλίνα Παμπούδη, από τις «40 κάπως περίεργες ιστορίες»
Μια συλλογή σαράντα μικρών αφηγημάτων, παλιότερων και καινούργιων, στην οποία περιλαμβάνονται: επτά «μυθιστορήματα» μπονζάι, ένας παράξενος μονόλογος, ένας ακόμα πιο παράξενος μονόλογος σκύλου, μερικοί εξωφρενικοί μύθοι με σοβαρά ηθικά διδάγματα, αρκετά nonsense «παραμύθια», ένα διήγημα «νουάρ» κ.ά.
Όλα αυτά σε πολύ μικρή φόρμα και όλα –το καθένα με τον τρόπο του– κάπως περίεργα, διασκεδαστικά, απροσδόκητα, ανατρεπτικά.

Υποψήφιο μικρής λίστας για τα βραβεία του περιοδικού Αναγνώστης 

Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά


Όπου άδηλη η τύχη μιας ακόμα κοπέλας. 

Στην Κρ., που το είδε να γεννιέται
H Μίνα Ιατρίδη κι ο Μίλτος Ντάλας κάθισαν για μια μπίρα στον κηπάκο της καφετέριας «Λοστρόμος» της Λένορμαν. Συζητούσαν κι έπιναν και μίλαγαν και λίγο στα κινητά τους με τους φίλους τους κι η ώρα περνούσε χαλαρά, καθώς είχε απλωθεί το απόβραδο. Ξεκουράζονταν από τις εξαντλητικές πολύωρες δουλειές τους σε τεράστια open space γραφεία γεμάτα κόσμο, ξεκουράζονταν, παρά τ΄ αυτοκίνητα που περνούσανε σχεδόν δίπλα τους, τις κόρνες, την υποτιθέμενη μουσική και τις φωνές των άλλων θαμώνων, χωρίς τίποτα να τους πειράζει, ξεκουράζονταν γιατί είχανε καλή αμοιβαία διάθεση και γιατί ήτανε μόνο ένα μήνα μαζί και τίποτα δεν είχε προλάβει να φθαρεί μεταξύ τους. Και είχαν ήδη κανονίσει διακοπές μαζί τον Αύγουστο, ενώ τώρα, που ΄χε φύγει η πρώτη κούραση, η ώρα περνούσε ευχάριστα.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, Μια μπίρα στο πουθενά»

Θανάσης Πάνου, ‘Του χρόνου η Παλλακίδα’ και άλλα ποιήματα

ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Η ΠΑΛΛΑΚΙΔΑ

Ήρθε και αυτό
Όταν
η γλώσσα καυτή σαν έρημος
επλανάτο επί του σώματος
σε συναθροίσεις γελώτων
και αντιποιητικών ιαχών.
Είναι η στιγμή που ηράσθη
θηλή παλλακίδας
και ο έρως λερός ανεδύθη
φορώντας ζαρτιέρες μαύρες
στα γερασμένα του χρόνου πόδια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Θανάσης Πάνου, ‘Του χρόνου η Παλλακίδα’ και άλλα ποιήματα»

Βασίλης Ζούμπος, Η ερημιά του αληθινού

Το Σάββατο 25 Μαΐου 2013 στις 8:30μμ στον Πολυχώρο Πολιτισμού ΕΚΣΤΑΝ, Καυτατζόγλου 5 και Πατησίων γωνία, στα Πατήσια, στην Αθήνα παρουσιάζεται η πρώτη ποιητική μου συλλογή με τίτλο «Η ερημιά του αληθινού» (Εκδόσεις Ηριδανός, 2012) με την υποστήριξη του Πολιτιστικού Τμήματος του Μετώπου Αλληλεγγύης-Ανατροπής.
Το βιβλίο θα προλογίσει η Αριάδνη Αλαβάνου.
Ποιήματα από τη συλλογή θα απαγγείλει η Παναγιώτα Αρματά.
Θα συνοδεύσει με την κιθάρα του και τη φωνή του ο Αντώνης Παρίνις.

*

Διαπίστωση

Ζούμε απάνθρωπες ζωές βουβής απελπισίας
αγάπη αγνώστους θλιβερούς αποκαλούμε αγάπη
και υποκρινόμαστε καλά πως δήθεν κοινωνούμε
λίγη από την φροντίδα τους και λίγο από το χάδι.
Το ‘πανε αμέτρητες φορές οι ποιητές καθάρια,
αυτοί που όλο ξεθάβουνε τρομακτικές αλήθειες,
αυτές που καταχώνιασαν οι άνθρωποι φοβισμένοι•
μόνος στους ξένους δυστυχώς, και μες στους φίλους μόνος
μόνος διαβαίνεις τις ξεριές, μόνος και τις θαλάσσες
σε Καλοκαίρια αβάσταχτα, σε υπέροχους Χειμώνες
μόνος σαπίζεις μες στη γη, μόνος και από πάνω
ίδια σαν να κοιμήθηκες στην άδεια σου την κλίνη
και σε φυγάδευσε μαθές απ’ τα όνειρά σου ο ξύπνιος
απ’ όλες τις παράλειψες, τις ερινύες, τις θλίψες
κι έχασες πια τον μετρημό, και μετρημό δεν έχεις
πόσες φορές ετοίμασες τα ναύλα του βαρκάρη
μα εκείνος σε εχλεύασε και μ’ ειρωνεία γεμάτος
«μόνος θα είσαι» απάντησε «και την στερνή την ώρα»
«μόνος θα δένεις το σκοινί γύρω από τον λαιμό σου»,
«μόνες αντίκρυ θα θωρούν οι σκιές την κάμαρά σου».

*

Μυρίζει ουτοπία

Μυρίζει ουτοπία
του πραίτορα το σίδερο φοιτητικό που ‘χει αίμα
Μυρίζει ουτοπία
ο μαθητής που αντιμιλά και χάνει τη ζωή του
Μυρίζει ουτοπία
Του Κομαντάντε η αγωνία στα ελληνικά δοσμένη
Μυρίζει ουτοπία
η γουρλωμένη η ματιά του δήμαρχου Γκορντίγιο
Μυρίζουν ουτοπία
Της Κοτσαμπάμπα οι νεκροί, φιλήσυχοι πολίτες
Μυρίζει ουτοπία
στη Γένοβα ακίνητη πνοή παρατημένη
Μυρίζεις ουτοπία
γέρο-σακάτη αγωνιστή που ενίκησες τις ήττες
Μυρίζει ουτοπία
Του μετανάστη η προσμονή που αντίκρισμα γυρεύει
Μυρίζει ουτοπία
με πείσμα αυτός που καίγεται στη μέση της πλατείας
Μυρίζει ουτοπία
‘κείνος που δεν γονάτισε από ασήκωτες συνήθειες
Μυρίζει ουτοπία
την αλαφράδα του καιρού όποιος δεν υπομένει
Μυρίζει ουτοπία
σ’ αίμα και άσπρα χημικά ο δρόμος βουτηγμένος
Μυρίζει, βρωμάει, ζέχνει ο Χειμώνας τούτος ουτοπία
Μυρίζει ατόφια ουτοπία

*
©Βασίλης Ζούμπος

Δημήτρης Μποσκαΐνος, Η Πουτάνα (… η ζωή)

Σαββατόβραδο… μόνη .
   Τα ψιλοέπινε από νωρίς τ’ απόγεμα… κάτι παλιές φωτογραφίες, κάτι ραβασάκια παλιών ερώτων, κάτι τηλέφωνα από φραγκάτους μαμάκηδες, για να τους κανακέψει …δεν ήθελε και πολύ να την πιάσει το παράπονο.
   Έσκαγε.
   Έπινε κι έβγαζε τα ρούχα της.
   Άναβε το’ να τσιγάρο με την κάφτρα του προηγούμενου.
   ‘Ε και;
   Σηκώθηκε ώρα μετά μισοζαλισμένη και χόρεψε μπροστά στον καθρέφτη.
   Στα πενήντα της, δεν τόνε γούσταρε πια κι όλο το βλαστημάγε. Τα χάλια της βλαστήμαγε και το ‘ξερε. Τράβαγε ρουφηξιές απ’ το κρασί κι έσπαγε με μανία το ποτήρι στο πάτωμα, ‘άλλαααααα…
   Το μαύρο κομπινεζόν δεν έγραφε καλά πάνω της. Το φορούσε όμως το γαμημένο με τέτοια μαγκιά που νόμιζες ότι το φτιάσανε μόνο για το κορμί της
    Το σπίτι μικρό, ενάμιση δωμάτιο και κάτι. ‘Η φτώχεια θέλει καλοπέραση κι η πουτανιά φτιασίδι ρε’
  Τσιγάρο στο στόμα στραβά, μαλλί βαμμένο μαύρο κορακί κι οι άσπρες ρίζες τη φοβόντανε και κρύβονταν. ’ Όξω.
   Τα χέρια δουλεμένα, σφιχτά κι απλωμένα.
   Γυμνά.
   Το μακιγιάζ λειψό, λίγη παραπάνω σκιά και μάσκαρα γυάλιζε στα μάτια της. Αυτές τις μελί φωτιές, που σε κοίταγε και σ έκαιγε, η Πουτάνα.
   Το ράδιο έπαιζε ένα αργό τσιφτετέλι.
   Γύριζε αργά, σα μάγκας Πειραιώτης ,τράβαγε τζούρες και τραγούδαγε ‘ Στο μεθύσι σου απάνω να μαχαίρωνες το Χάρο’.
   Ξυπόλυτη και στο πάτωμα γυαλιά. Έσπαγε ότι έβρισκε στο διάβα της. Και γέλαγε, μ αυτό το γέλιο που δεν καταλάβαινες αν κρύβει γλύκα ή πόνο.
   Με την αναλγησία του Αναστενάρη, πάταγε και θρυμμάτιζε με τις γυμνές πατούσες της τα γυαλιά σα να’ τανε σταφύλια .
    Πατούσε χυμένο κρασί και αίμα. Όλα στο μουνί της.
   ‘Μια ζωή ολόκληρη ρεεεεεεεε.’
   Άρχισε να στριφογυρνάει με μανία, κι άλλο , κι άλλο, σωριάστηκε στο κρεβάτι χτυπώντας άτσαλα την κεφάλα της που’ τανε και γιομάτη.
   Έσκασε στα γέλια.
   Για λίγο το δωμάτιο γύριζε μονάχο του, τα’χε κοπανήσει, έκλεισε τα μάτια, τα ξανάνοιξε, πάλι γύριζε.
    ‘Ωωωωωπππ
   Έπιασε όπως – όπως ένα παλιό λούτρινο αρκουδάκι απ το προσκέφαλο και σε μια στιγμή έγινε από Μάγκας, βρέφος και μάμα μαζί. Τύλιξε τα πόδια της σε εμβρυακή στάση. Πήρε το αρκουδάκι βαθιά στην αγκαλιά της σαν το παιδί που δεν είχε ποτέ… κι άρχισε να ροχαλίζει.
   Ονειρεύτηκε ότι ήτανε μικρή. Ένα μελαχρινό κουκλάκι δέκα χρονώ πάνω κάτω, με κοτσιδάκια κι έπαιζε στην αυλή. Στο σπίτι στο χωριό.
   Αθώο.
   Δεν παρεξήγησε τα ύποπτα χαϊδολογήματα του θείου ούτε και τις εισόδους του πατέρα κάτι βράδια στο λουτρό ενώ μπανιαριζόταν λίγα χρόνια αργότερα. Δεν είχε τα αθώα φλερτ που χανε τα κορίτσα στην ηλικία της. Την παρθενιά της την πούλησε ο γέρος της μεθυσμένος στα χαρτιά.
   Τη χτυπούσε και την έδερνε.
   Ήρθε στην Αθήνα και γλύτωσε.
   ‘Η πουτάνα’ την έλεγαν και δείχναν με το δάχτυλο, που να τους κοπεί.
   Η πουτάνα η ΖΩΗ, λέω εγώ.
*
©Δημήτρης Μποσκαΐνος
Photo: Grete Stern (1904-1999)- Sueño No.1: Articulos eléctricos para el hogar, 1948

*
Ο Δημήτρης Μποσκαΐνος ζει κι εργάζεται ως πολιτικός μηχανικός στην Αθήνα,είναι 41 ετών, παντρεμένος με τη Μαρία Ντίνα κι έχουν μια κόρη, την Ιωάννα.
Λάτρης του Φανταστικού από παιδί, γράφει ιστορίες παράξενες ή με χιούμορ, λυτρωτικές ή θέτοντας σύγχρονα ζητήματα και προβληματισμούς με το δικό του προσωπικό ύφος που είναι συνήθως κινηματογραφικό…
Το γράψιμο είναι για εκείνον αυτοκριτική και ψυχοθεραπευτική μέθοδος που μαζί με τη μουσική και τον ποιητικό λόγο τον βοηθούν να …αντέχει το σήμερα. Το τελευταίο χρονικό διάστημα δημοσιεύει μικρά διηγήματα και ποίηση σε e-magazines όπως microstory.gr, bibliotheque.gr, ideostato.gr και άλλα. Διατηρεί το blog paraxenesistories.wordpress.gr από όπου μπορεί κανείς να λάβει ένα δείγμα της δουλειάς του.

Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός

[…]

Είναι αξιοσημείωτο ότι η Επιθεώρηση Τέχνης πρωτοβγαίνοντας τα Χριστούγεννα του 1954, πριν από το «λιώσιμο των πάγων», αποφεύγει την ένταξη στο δόγμα.

Ας εξηγηθώ από τώρα, προλαβαίνοντας ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως τότε, το 1954-55, εμείς, η συντακτική ομάδα του περιοδικού, είχαμε απορριπτική θέση ή, έστω, κάποια συγκεκριμένη κριτική στάση απέναντι στον σοσιαλιστικό ρεαλισμό; Νομίζω ότι μπορώ ν’ απαντήσω για λογαριασμό όλων μας αρνητικά. Ελλιπή πληροφόρηση, πλαστογραφημένη πληροφόρηση, πελώρια πίστη και καλή πίστη, ακόμα και σύγχυση είχαμε. Και πώς να μην είχαμε! Συσκότιση, μυθοποίηση, ακτιβισμός, δεοντολογία πολεμικού κομμουνισμού (μέσα στις συνθήκες του ψυχρού πολέμου και του εμφύλιου) μας είχαν αναθρέψει. Μα κάτι δεν πήγαινε καλά. Η σοβιετική λογοτεχνία και η τέχνη δεν μας έπειθαν για την ποιότητα τους. Βέβαια, οι νέοι πολιτισμοί, μας έλεγαν και λέγαμε, δε δίνουν τα ώριμα φρούτα τους μέσα σε 40 χρόνια, και τέτοια χρόνια. Μα τα φρούτα αυτά δεν ήταν στυφά, ξινά, ήτανε νερόβραστα… Γιατί το ’18, το ’25 είχαμε έκρηξη της επαναστατικής τέχνης και το ’55 είχαμε ροχαλητό; Και αφού ο προλεταριακός πολιτισμός είναι νόμιμος κληρονόμος των καλύτερων επιτευγμάτων του αστικού πολιτισμού, όπως βεβαίωνε και το τελευταίο αρθρίδιο περί σοβιετικής κουλτούρας… Κι από τα μικρά ανοίγματα κι από τα μικρά ρήγματα φυσούσαν σφοδροί άνεμοι αμφιβολίας. Ήταν ένας καιρός συνειδησιακών διλημμάτων και αμηχανίας για την αριστερή διανόηση στα πρόθυρα του αναθεωρητισμού. Και όχι μόνο βέβαια στο χώρο της κουλτούρας. Ας περιοριστούμε όμως σ’ αυτόν.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Ραυτόπουλος, Η Επιθεώρηση Τέχνης και ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός»

Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι

Αρχείο 16/05/2013

Δεν είναι ηρωίδα μυθιστορήματος του Ντοστογιέφσκι. Το «Έγκλημα και Τιμωρία» δεν το διάβασε ποτέ. Δεν είναι καλοζωισμένη νοικοκυρά που της κόψανε τη σύνταξη του μακαρίτη και παραπονιέται στο ρετιρέ ποτίζοντας τις γαρδένιες. Με λίγα ζούσε εξαρχής. Δεν είναι δημόσιο πρόσωπο. Όλη της η ζωή επικεντρώθηκε στους οικείους της και στη μικρή της κοινωνία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Πετρίτση, Μια αντιηρωίδα του Ντοστογιέφσκι»

Χρύσα Αλεξίου, από την ποιητική συλλογή «Δωμάτιο»

Εκδόσεις Ενδυμίων

***

πάρε απο πάνω μου αυτά
τα μάτια
έχω κι εγώ
γκρεμό
στον εδωσα με χάδι
τώρα που όλα σίγησαν
να με θυμάσαι θέλω
γυμνή
όπως ζώ
μαχαίρι στον αέρα

***

μη σταματάς να υπάρχεις
έστω σαν όμικρον
μια μολυβιά στο σύμπαν
ανάσα που σε χρέωσα
με έρωτα
μη σταματάς να υπάρχεις
είσαι ο λόγος που ζούν
οι ορχιδέες στον ύπνο
αυτός που με στεφάνωσε
στο όνειρο
απών
σε λογαριάζω στα χαμένα
χρόνια και δεν μεγαλώνω
πιά

***

ανοίγαν δρόμο οι ουρανοί
έτρεχε έτρεχε το αλωνάρι
των φιλιών
σκορπούσε θάλασσα
στο βήμα
μα πώς βρεθήκαμε εδώ
ρωτούσες κάθε μέρα
τα πουλιά
κι εκείνα έσταξαν
λίγο απο αίμα ανάμεσα μας
αυτό το κόκκινο
αγάπησα κι ας με πονάει

***

στην απομόνωση
στο πάτωμα
άνεμος με παραμιλητό
σκοτάδι στα σεντόνια
μπουνιά και έρωτας
άσε το φεγγάρι να μπεί
μου φώναξες
ξέρει απο θάλασσα
ξέρει απο λόγια
μη με κοιτάς
σκοτώνουμε το θάνατο απόψε

*

© Χρύσα Αλεξίου
Δωμάτιο
Εκδόσεις Ενδυμίων