Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…

Σώπασε η μάνα μου μετά την τελευταία αποκάλυψη για άλλη μια ιστορία από το παρελθόν της γιαγιάς μου. Απέμεινα αποσβολωμένη να φέρνω στο μυαλό μου εκείνη την εποχή που ένας- ένας καημός βαρούσανε την πόρτα του φτωχικού τους.
   Πολλές φορές τη μεταφέρω στα όνειρά μου. Την σκηνοθετώ με όλη τη δύναμη της φαντασίας μου. Κάνω την ταινία του χθες περήφανη που κατάγομαι από τέτοια ατρόμητη φύτρα πάντα όμως με βάση μιας βιωματικής, ζωντανής, πικρής αφήγησης που είχε ξεπηδήσει κάποτε απ’ το λιγωμένος της το στοματάκι:

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Διονύσης Λεϊμονής, Ο θάνατος του παππού…»

Χρήστος Φασούλας, Ένα σπίτι πέτρινο -απόσπασμα

 
Σ’ αυτό το σπίτι γεννηθήκαμε
Σ’ αυτόν τον κόσμο πεταχτήκαμε
Σαν ένα σκυλί δίχως κόκκαλο
Σαν ένας ηθοποιός εκεί έξω, μόνος
Τζιμ Μόρισον
(Από το τραγούδι των Doors
«Riders On The Storm»)
[ ΣΠΙΤΙ 1
ΕΙΜΑΙ ΕΝΑ ΣΠΙΤΙ.
   Ένα Σπίτι πέτρινο. Νεοκλασικό.
   Από τα μετρημένα πέτρινα νεοκλασικά που ’χουν απομείνει στο λεκανοπέδιο.
   Αλλά δεν πρόκειται ν’ απομείνω για πολύ ακόμα· στα τελευταία μου είμαι. Πνέω τα λοίσθια, που λέτε κι εσείς οι άνθρωποι.
   Το πού ακριβώς κατοικοεδρεύω, δεν έχει και τόση σημασία. Έτσι κι αλλιώς θα το μάθετε κάποια στιγμή στην πορεία.
   Διαθέτω δύο πατώματα, οχτώ δωμάτια, δύο υπόγεια ―κι ένα ημιυπόγειο―, τρεις βεράντες, δύο αυλές, τρία γκαράζ, δύο τζάκια, μία πισίνα και δύο βόθρους. Έχω υποστεί δυο τρεις ανακαινίσεις, άλλες τόσες αναπαλαιώσεις και μία αναδόμηση εκ βάθρων. Και εκ βόθρων.
   Το τι μαρτύρια έχω υποστεί στον έναν αιώνα και πλέον της ζωής μου δεν μπορεί να το χωρέσει ανθρώπου νους, παρά μόνο Σπιτιού. Οι πρόκες που μου έχουν ξεσκίσει τις σάρκες όλ’ αυτά τα χρόνια είναι αμέτρητες. Και δεν πάνε στο διάολο οι πρόκες. Μεγαλύτερο πόνο μού έχει προκαλέσει όλος αυτός ο συρφετός από μαστόρους (μπετατζήδες, σοβατζήδες, μπογιατζήδες, πατωματζήδες και πάει λέγοντας) που έχουν «περιποιηθεί», τάχαμου, τους τοίχους, τα πατώματα, τα ταβάνια και τη σκεπή μου.
   Μεγαλύτερο πόνο μου έχει προκαλέσει ο συρφετός των ανθρώπων.
   Παρ’ όλα αυτά, δε γυρεύω εκδίκηση. Τα Σπίτια δεν είναι εκδικητικά, οι άνθρωποι είναι. Και μην ακούτε τις αηδίες που λένε για Σπίτια στοιχειωμένα. Δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Αλλά ακόμα και να υπάρχει, ποτέ ένα Σπίτι δε στοιχειώνεται από μόνο του· οι άνθρωποι το στοιχειώνουν.
   Κι αν επιμένετε σώνει και καλά να είστε καχύποπτοι, να το ξεκαθαρίσω μια και καλή: δεν είμαι στοιχειωμένο. Το διευκρινίζω εξαρχής για να μη βγάλετε εσφαλμένα συμπεράσματα. Για να το πω διαφορετικά: η ιστορία που θα σας διηγηθώ δεν είναι θρίλερ. Μπορεί να διακρίνετε στην πορεία κάποια στοιχεία γκραν γκινιόλ, αλλά σας διαβεβαιώνω, καμία σχέση. Άσε που οι ιστορίες τρόμου εμένα μ’ ανατριχιάζουν.
   Τώρα θα μου πείτε, άμα δεν είμαι στοιχειωμένο, πώς σκατά μιλάω. Ανάγκα και θεοί πείθονται, δε λένε; Ε, εφόσον πείθονται ακόμα κι οι θεοί, φαντάσου τα Σπίτια.
   Λοιπόν, μία φορά θα το πω μόνο κι όσοι πείστηκαν, πείστηκαν ―κι όσους δεν πειστούν τους έχω γραμμένους στα υδραυλικά μου συστήματα: Η δική μου ανάγκη είναι να ξεφορτωθώ από πάνω μου το βάρος. Από τη στιγμή που μου πήραν τα μέτρα για να με κάνουν και μένα πολυκατοικία, ένιωσα την ακατανίκητη ανάγκη να σας αφηγηθώ την ιστορία μου. Και μάλιστα είμαι υποχρεωμένο εκ των πραγμάτων να σας την πω βιαστικά και συνοπτικά, προτού προλάβουν να με κατεδαφίσουν.
   Ή μάλλον όχι. Άλλαξα γνώμη.
   Δε θα σας την πω συνοπτικά. Βιαστικά ναι, συνοπτικά όχι.
   Απλώς θα σας πω τη νεότερη ιστορία μου. Εξάλλου, τα παλιά τα ’χω σχεδόν ξεχάσει. Αν η μνήμη των ανθρώπων είναι επιλεκτική, των Σπιτιών είναι απλώς αδύναμη. Και το Αλτσχάιμερ δεν είναι ανθρώπινη αποκλειστικότητα. Άσε που είμαι Σπίτι υπεραιωνόβιο, Σπίτι με όλη τη σημασία της λέξης δηλαδή, όχι σαν κι αυτά τα φτερά στον άνεμο που χτίζουν τα τελευταία χρόνια και που τους δίνουν καταχρηστικά το όνομα Σπίτι.
   Εμένα προσωπικά με χτίσανε ―που να μην έσωναν― στο έμπα του εικοστού αιώνα. Στην αρχή έμενε και στα δυο πατώματά μου μία πολυμελής οικογένεια, ξέρετε, απ’ αυτές των παλιών χρόνων που η γυναίκα γεννοβολούσε σε ρυθμούς σκύλας. Τη δεκαετία του ’20, ξεπουλήθηκα σε κάτι νταβατζήδες κι έγινα κεκαλυμμένο μπουρδέλο πολυτελείας. Στον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βομβαρδίστηκα κι ερημώθηκα. Μετά τον εμφύλιο, υπέστην την πρώτη γερή αναπαλαίωση ―ή ανακαίνιση, δεν είμαι σίγουρο, αυτοί οι όροι μια ζωή με μπέρδευαν―, καθότι ως τότε την έβγαζα με κάτι μερεμέτια. Αλλά το ζευγάρι που μ’ αγόρασε στις αρχές του ’50 την είχε δει ρομαντικά τη δουλειά. Τρίχες. Ύστερα από τρία τέσσερα χρόνια σορόπια, ο σύζυγος άρχισε τα κερατώματα, και η σύζυγος τον καθάρισε. Και μετά αυτοκτόνησε. Έμεινα μόνο κι έρμο για κάμποσα χρονάκια, ώσπου ξαναπουλήθηκα στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ―ή στις αρχές του ’60, δε θυμάμαι καλά, δεν κρατούσα και τεφτέρι. Μόνο που κι αυτοί που με αγόρασαν τότε, άρχισαν ν’ αραιώνουν σιγά σιγά. Ο μοναχογιός έφαγε το κεφάλι του κάνοντας κόντρες με τη μηχανή στην παραλιακή, λίγο μετά ο γέρος πήγε από συμφόρηση και η γριά, καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, τα κακάρωσε στον ύπνο της από αναθυμιάσεις γκαζιού. Το ’χε αφήσει ανοιχτό όλη νύχτα, η ξεμωραμένη, το φαντάζεστε; Πάλι καλά δηλαδή που δεν πήρα καμιά φωτιά να τα τινάξω πριν από την ώρα μου. Πάντως, η γριά ξεκούτω είχε προλάβει να κάνει διαθήκη.
   Κι από την οικογένεια που με κληρονόμησε τότε, ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία που σκοπεύω να σας διηγηθώ.
   Αν και βασικά η ιστορία ξεκινάει καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα: στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Και τελειώνει στις μέρες μας.
   Αν τελειώνει…
   Α, να μην ξεχάσω μια βασική λεπτομέρεια: Το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας που θα σας πω διαδραματίστηκε έξω από ’δώ. Έξω από τους τοίχους μου, δηλαδή, μακριά από μένα. Και δεν πιστεύω να αναρωτιέστε τώρα πώς διάολο την έμαθα και σας τη λέω. Εσείς οι άνθρωποι, ξέρετε, έχετε ένα κακό συνήθειο: μιλάτε πολύ μες στα Σπίτια σας. Συζητάτε με τους άλλους, κουβεντιάζετε με τους εαυτούς σας, μουρμουρίζετε στον ύπνο σας. Μιλάτε κι αποκαλύπτετε ένα σωρό ιστορίες, ένα κάρο απόκρυφα και μυστικά. Κι όλ’ αυτά παρόλο που ξέρετε πολύ καλά ―και το λέτε κάθε τόσο και λιγάκι― ότι και οι τοίχοι έχουν αυτιά…
   Έτσι, λοιπόν, την έμαθα την ιστορία: από συζητήσεις των ενοίκων και των επισκεπτών μου. Τώρα, βέβαια, θα μου πείτε γιατί κόπτομαι τόσο πολύ να σας την αποκαλύψω. Μα, σας είπα, για να την ξεφορτωθώ από πάνω μου, για τι άλλο; Δε θέλω να εγκαταλείψω το μάταιο τούτο κόσμο παίρνοντας όλ’ αυτά τα ανομολόγητα μυστικά και ψέματα στον άλλο κόσμο που θα πάω. Αν και ξέρω βέβαια ότι οι πιο ψαγμένοι από σας κρυφογελάτε και σκεφτόσαστε ότι λέω σαχλαμάρες. Και πως απλώς ο συγγραφέας του βιβλίου, αναποφάσιστος μπρος στο μόνιμο βασανιστικό δίλημμά του, αν θα κάνει το αφήγημά του πρωτοπρόσωπο ή τριτοπρόσωπο, σκαρφίστηκε τελικά το εύρημα του Σπιτιού-αφηγητή και ξεμπέρδεψε.
   Όπως και να ’χει, εγώ απλώς θα σας την πω την ιστορία. Κι εσείς βγάλτε ό,τι διάολο συμπέρασμα σας κατέβει στο τέλος.
   Η ιστορία, λοιπόν, ξεκινάει περίπου στα μισά του 1978. Αν κι εγώ θα ξεκινήσω να σας τη λέω ανάποδα. Από τα πιο πρόσφατα χρόνια δηλαδή, γιατί έτσι τη θυμάμαι καλύτερα. Και η αφήγηση των πιο φρέσκων γεγονότων με βοηθάει να ξεσκουριάσω τη μνήμη μου και να ανασύρω στην επιφάνεια ξεχασμένα περιστατικά.
   Λοιπόν, πάμε σιγά σιγά.
   Α, κι αν τυχόν αναρωτιέστε αν έχω παίξει κι εγώ ρόλο στην εξέλιξη τούτης εδώ της ιστορίας, σας διαβεβαιώνω με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο ότι δεν έχω παίξει τον παραμικρό.
   Κι αν θέλετε το πιστεύετε…]

*
©Χρήστος Φασούλας
Απόσπασμα από:
Χρήστος Φασούλας, Ένα Σπίτι θυμάται…
Μυθιστόρημα
Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες

Δημήτρης Αθηνάκης, Δωμάτιο μικρών διακοπών

Σενάριο
Οι στίχοι σου
που χρόνια πριν
με ρίξαν σε θολό βυθό
με μάθανε να κολυμπώ
στα αβαθή σου•
μα βρήκα σωσίβιο στην αμμουδιά
γιατί ο κολυμπητής
― το ξέρεις ήδη από παλιά ―
ξεχνά να περπατά όταν η θάλασσα τελειώσει.

***
Σκηνοθεσία

Με λέξεις μόνος γονατίζω
― μια θάλασσα λέξεις γύρω μου ―
τα μάτια μου τα χάνω
μέρες οχτώ•
έξι της δημιουργίας, μια της ξεκούρασης, και μια της δυστυχίας.

Η ανάσα μόνη της μιλά
————την κόβω ― συνεχίζει
————την τιθασεύω ― με προσβάλλει
————την καταπνίγω ― γίνεται απαραίτητη.

Κι ένας ολοκαίνουργιος καιρός τα μάτια μου μού επιστρέφει
τα βάζει με στοργή στα γόνατά μου πάνω
το χώμα πιο κοντά να βλέπω

να με ζητώ, να σε ζητώ
το σώμα σου στο σώμα μου να καταδίδω.

***
Ηχοληψία

Νύχτα σιωπηλή, μάλλον τριγυρνούνε δολοφόνοι.
Θα τους κρύβουνε καλά τ’ αντίο
τα εν ειρήνη αναπαύσου.
Ακέφαλοι γυρνούν οι δολοφόνοι
τα έλα δεν χωράνε σε κεφάλι.

Νύχτα•
οι στεναγμοί ακούγονται καλύτερα
καλύτερα σκοτώνοντας τις λέξεις
μία μία
να μείνουν δυο μονάχα
να σωπαίνει πιο εύκολα (πιο γρήγορα) η νύχτα.

*


Δημήτρης Αθηνάκης
Δωμάτιο μικρών διακοπών, 
Κέδρος 2012

Σωτήρης Παστάκας, ποιήματα γραμμένα σε SMS

Δεν μιλώ για την αγάπη.
Τι έχω να πω εγώ για την αγάπη;
Δεν ξέρω τίποτα, όπως ο καθένας
από εσάς που με διαβάζει!
Αμαθή κι αδιάβαστο με πήρε μαζί της
η Λύπη και διάβηκα την Πύλη.
Πως την ήξερα, καυχιόμουνα κι εγώ
προτού να την γνωρίσω!
Α, οι μεγάλες λέξεις,
τα ηχηρά επιφωνήματα,
πως σκύβουν τρυφερά και ραίνουν
τον απραγματοποίητο όρκο!

***

Να κατευθύνω τα βέλη μου σε σένα,
όπως κατευθύνει τα κύματα ο αγέρας.
Μελτεμάκι του Καλοκαιριού,
που σ’ εκνευρίζει, και σε στενοχωρεί,
γιατί σου στερεί το μεροκάματο,
κορίτσι του παραλιακού ουζερί,
ταμία της καρδιάς μου.

***

Η απόγνωση δεν είναι ακόμη πόνος.
Είναι θυμός, αντεκδίκηση,
ζώσα λάβα και ζωντανή χειρολαβή,
που σου προσφέρω να πιαστείς,
να σε τραβήξω πάλι κοντά μου.
Πυγολαμπίδα της αυγής
μεταλαβιά μου,
μαύρε κονδυλοφόρε μου
μην με παρεξηγήσεις: σε θέλω
ακόμη ζωντανή, γι’ αυτό
σε λούζει ο θυμός μου.

***

Έχασα πολλά κιλά μέσα σε λίγες μέρες.
Δεν ξέρω πόσα ακριβώς, τον αριθμό τους
δεν μπορώ με ακρίβεια να τον προσδιορίσω.
Απ’ την ενδυμασία μου μόνον το υποπτεύομαι,
απ’ την κοινή διαπίστωση των φίλων:
«είσαι άρρωστος, τι σου συμβαίνει;»
Μακάρι η πάθησίς μου να ’χε ένα απ’ τα κοινά
ονόματα: διαβήτης, μελάνωμα,
παράνοια. Πώς είναι Αγάπη
δεν το λεν, μια αρρώστια σαν κι αυτή
κανείς δεν την προφέρει.

***

Κάποιες σκέψεις αναπαράγονται
από μόνες τους, κάποιες ημέρες
ξεχωρίζουν κι από μία διαφορετική
επινόηση του ταλέντου σου,
μια προβοκάτσια: στο φως της ημέρας
να φαντάζεσαι σκοτάδια,
στις φωτεινές επιγραφές των δρόμων,
διάβαζα την αμετάκλητη καταδίκη μου,
έβλεπα στα κρυφά να σφουγγίζεις
ένα δάκρυ. Κάτι μέσα σου
με είχε καταδικάσει για πάντα.

***

Μόνο καλό μου έκανες.
Κι από τότε που έφυγες
μ’ έκανες καλύτερο.
Η Αλαζονεία, η Ματαιοδοξία
παρέδωσαν τη θέση τους
στην Αλληλεγγύη, την Κατανόηση
την άφεση των ζώντων όλων.
Η αγάπη με είχε κάνει Ψωροπερήφανο
η άρνησή σου με έκανε Ψυχίατρο.

***

Ζηλεύω την πολυάριθμη παρέα σου,
τα σφριγηλά σας ημικύκλια. Ζηλεύω,
αυτόν που κάθεται αντίκρυ
στα γυμνά βυζάκια σου,
κι εσύ τον κοιτάζεις γυμνό.
Ζηλεύω, τις κιθάρες, τα τραγούδια σας,
τη φωτιά που φωτίζει τα μεταμεσονύχτια
μπάνια σας. Να δεις πως όπου να ’ναι
θα ζηλεύω
και τις κουβέντες σας!

***

Γράφω σ’ εκείνο το μεταίχμιο
του πόθου, της απόγνωσης,
όταν μετέωρα όλα στέκονται
αμφίβολα κι εν εξελίξει. Γνωρίζω
τη γραφή σαν αναπλήρωση,
το πλήρωμα των λέξεων ναυτολογώ
Λέξεις-ναυτόπαιδες μονάχα προσλαμβάνω
που θα προφέρουν ξενικά τα ελληνικά μου,
όταν η γλώσσα μας η μια θα έχει γίνει
του κόσμου εσπεράντο.

***

Θέλω να ξέρεις,
πως αν τότε δεν σε αγάπησα
ειλικρινά, τώρα πονώ αληθινά.

***

Τυχαία επιλογή από τη συλλογή:
Σωτήρης Παστάκας, σώμαΜΕσώμα
100 ποιήματα γραμμένα σε SMS
Απλές Εκδόσεις

*
photo© Stratos Fountoulis / Στράτος Φουντούλης

Μάνος Χαριτάτος


Φραγκίσκη ΑμπατζοπούλουΈνας εθνικός ευεργέτης

Πολλές φορές σκέφτομαι ότι οι περισσότερες και καλύτερες εργασίες στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών εξαρτήθηκαν από ένα εύρημα στη βιβλιοθήκη ή στο αρχείο ενός συγγραφέα, και ακόμη πιο συχνά σκέφτομαι τις εργασίες που δεν έγιναν, που σταμάτησαν μπροστά στην αδυναμία εύρεσης υλικού, κυρίως από τον περιοδικό Τύπο, λόγω της ανεπάρκειας των βιβλιοθηκών μας. Όμως τέτοιες δυσκολίες έχουν περισσότερη σχέση με το απώτερο παρελθόν. Γιατί εδώ και τρεις δεκαετίες, ο νεοελληνιστής γνωρίζει ότι υπάρχει σε μέρος γνωστό και φιλόξενο ένας θησαυρός που τον περιμένει. Και υπάρχει χάρη στον Μάνο Χαριτάτο.
   Οι νεότεροι συνάδελφοι φιλόλογοι και ιστορικοί δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σήμαινε να προσπαθείς να κάνεις μια ολοκληρωμένη έρευνα στις δημόσιες βιβλιοθήκες, ειδικά στον Τύπο του Μεσοπολέμου και της πρώτης μεταπολεμικής περιόδου, κάτω από τις συνθήκες της δεκαετίας του ’60 και ’70. Όλα αυτά άλλαξαν όταν ο Χαριτάτος αποφάσισε να ιδρύσει το ΕΛΙΑ. Θυμάμαι ότι συχνά, όταν έφτανε ένα αρχείο στα χέρια του, ο ίδιος τηλεφωνούσε σε πιθανούς ενδιαφερόμενους για να τους προτείνει να το μελετήσουν.
   Ο Μάνος Χαριτάτος ήταν ουσιαστικά ο άνθρωπος που ανέτρεψε την παλαιότερη λογική ότι ο λόγιος στηρίζεται στη «βιβλιοφιλία» του, στα σπάνια ευρήματα, βιβλία και αρχειακό υλικό της προσωπικής του βιβλιοθήκης. Τα «σπάνια», τα πανάκριβα δυσεύρετα βιβλία, τέθηκαν στη διάθεση του φιλέρευνου κοινού, και το τεράστιο αυτό σχέδιο του Χαριτάτου ολοκληρώθηκε με τη συγκρότηση ειδικών συλλογών και το μεγαλόπνοο σχέδιο της ψηφιοποίησης των λογοτεχνικών και άλλων περιοδικών, που πραγματοποιήθηκε χάρη στην πρωτοβουλία και τη φροντίδα του.
   Συχνά αναρωτιέμαι πόσες εργασίες έχουν γίνει και πόσοι νεότεροι ελληνιστές χρωστούν την πορεία της σταδιοδρομίας τους στο υλικό που συγκέντρωσε γι’ αυτούς και έθεσε στη διάθεσή τους ο Μάνος Χαριτάτος. Και δεν ξέρω αν ευχαρίστησαν αρκετά τον ίδιο και τους συνεργάτες του, και αν το δήλωσαν δημόσια. Εμένα προσωπικά οι επισκέψεις μου στο ΕΛΙΑ συνοδεύονται πάντα από ένα αίσθημα ευφροσύνης και ευγνωμοσύνης γι’ αυτόν τον άνθρωπο ο οποίος, χωρίς να είναι ο ίδιος ένας διαμορφωμένος «λόγιος», επέλεξε να αφιερώσει τη ζωή του, τον χρόνο του και την περιουσία του σ’ αυτή την ανυπολόγιστη προσφορά στα γράμματα, ανοιχτή σε ολόκληρη την επιστημονική κοινότητα, χωρίς συντεχνιακές διαδικασίες και περιορισμούς. Συχνά έφυγα από το ΕΛΙΑ με την αίσθηση ότι κρατώ στα χέρια μου έναν θησαυρό, και μου είναι δύσκολο να απαριθμήσω τις εκπλήξεις που μου επεφύλασσε η κάθε επίσκεψή μου.
   Τώρα που μας έφυγε ο Μάνος Χαριτάτος, δεν μπορώ να τον σκεφτώ διαφορετικά από ό,τι πραγματικά ήταν: ένας εθνικός ευεργέτης. Θέλω, κυρίως, να υπογραμμίσω ότι η αφιλόκερδη και γενναία προσφορά του δεν ήταν αυτονόητη. Οι επιλογές του υπήρξαν καθοριστικές για την πολιτιστική ζωή του τόπου μας, και ο τρόπος που τις σχεδίασε και τις πραγματοποίησε γεννά μόνο τον απόλυτο θαυμασμό, την ηθική υποχρέωση, την συγκίνηση μπροστά στην απαράμιλλη γενναιοδωρία του, σε έναν κλάδο κατά κανόνα υποτιμημένο γιατί δεν έχει αντίκρισμα στην προβολή του τόπου μας εκτός Ελλάδος ή στον τουρισμό, όπως τα μουσεία ή άλλα πνευματικά ιδρύματα. Και αυτό έχει τεράστια σημασία για τη σύγχρονη και τόσο μίζερη νεοελληνική πραγματικότητα, που κατά κανόνα στηρίζεται στους νόμους του συμφέροντος, της δημόσιας προβολής και της ιδιοτέλειας.
   Γνωρίζω πόσο επώδυνη είναι η απουσία του για τους στενούς συνεργάτες του, αλλά και για μας, που υπήρξαμε αποδέκτες της μεγάλης, και εκ του αφανούς, ευεργεσίας του.

*

Στο αφιέρωμα του Athens Review of Books,για τον Μάνο Χαριτάτο γράφουν ακόμη:
Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «Ο φίλος που έφυγε για τ’ ανοιχτά»
Γιάννης Στεφανίδης, Ο δικός μας Πρόεδρος
Αλεξάνδρα Σαμουήλ,Ένας ιδιότυπος ευεργέτης
Λάμπρος Βαρελάς, Ερευνητική μέριμνα και θαλπωρή
Μανώλης Βασιλάκης, Εωθινός και ανιδιοτελής

*
Οι Στάχτες ευχαριστούν τον κ. Μανώλη Βασιλάκη, διευθυντή τηςAthens Review of Books, για την ευγενή παραχώρηση.

Τέος Ρόμβος, H Πρώτη ύλη

Εδώ και χρόνια γράφω βιβλία. Η προετοιμασία ενός κειμένου και η παρουσίασή του μοιάζουν λίγο με την παράσταση του μάγου- ταχυδακτυλουργού. Ο συγγραφέας θυμάται, αυτοαναλύεται, εφευρίσκει, παρουσιάζει, αφηγείται, αποκαλύπτει και αποκαλύπτεται. Πετάει στον αέρα φραστικές εικόνες, σπινθηρίζοντα λόγια, ελευθερώνει λέξεις μυρωδάτες, εμφανίζει δραματοποιημένες καταστάσεις, μιλάει για να μιλάει, ανεμίζει διαλόγους πυρακτωμένους, βγάζει από το καπέλο του πολύχρωμες φράσεις, εξιστορεί με λέξεις στολίδια. Έπεα πτερόεντα. Λόγια του αέρα. Scripta mannent. Η γλώσσα κόκαλα δεν έχει και κόκαλα τσακίζει.
   Ο άνθρωπος πεθαίνει αλλά η γλώσσα του δε σαπίζει… Όσοι γράφουν γνωρίζουν ότι ερέθισμα μπορεί να αποτελέσει απλά η σιωπή ή ο χρόνος που κυλάει αργά, το φευγαλέο γέλιο ενός παιδιού, ο ήχος του νερού, κάποια απροσδιόριστη μυρωδιά, η αντανάκλαση του ήλιου στην αντικρινή τζαμαρία, μια θολή μνήμη, απίστευτα πολλά πράγματα. Κάθε αίτιο έχει και τη δική του αποτύπωση. Διαφορετικά αποτυπώνεται η εσώτερη αγωνία, αλλιώς ο ήχος και η εικόνα.
   Ο συγγραφέας υφαίνει αργά τον ιστό του. Εφησυχάζει και κινητοποιεί. Σαγηνεύει, γοητεύει, μαγεύει. Συγκινεί και συμπαρασύρει. Τη μια στιγμή απευθύνεται στο γνωστικό και την άλλη στο συγκινησιακό. Ανιχνεύει τη σκοτεινή, την αθέατη πλευρά του αναγνώστη, εκείνη που περιέχει την
αθωότητα, την απλότητα, μαζί και την πολυπλοκότητα των αισθημάτων. Την περίπλοκη υπόσταση του κάθε ανθρώπου. Αγγίζει τον Απόλλωνα, την Αφροδίτη και το Διόνυσο που ενυπάρχουν στον καθένα μας.
   Κύρια φροντίδα του συγγραφέα είναι η αποπλάνηση. Επιδιώκει να πλανέψει το πνεύμα του  αναγνώστη και να εμφανίσει τα πράγματα αλλιώτικα απ’ ό,τι πράγματι είναι, ώστε να τον παρασύρει και να θεωρήσει τη φαινομενικότητα πραγματικότητα. Ο συγγραφέας είναι αήθης και δεν έχει όρια. Το κείμενο είναι ο σκοπός. Μπορεί να γίνεται κίβδηλος και απατηλός, να σκορπίζει υποσχέσεις και αναλήθειες μέχρι να πετύχει το στόχο του.
   Εμένα τον ίδιο το γράψιμο με βοηθά να σμιλέψω την ψυχή μου. Γράφοντας γίνομαι όλο και καλύτερος, εσωτερικά. Και αυτό με οδηγεί στην αρχική μου αναζήτηση, που είναι η εσώτερη ανάγκη μου να επικοινωνώ με τους άλλους ανθρώπους.
   Καμιά φορά αισθάνομαι το γράψιμο σαν πράξη χαράς, άλλοτε πάλι σαν ένα βάσανο. Συχνά ταλαιπωρούμαι αφάνταστα, ώσπου να βρεθώ σε «κατάσταση εγρήγορσης». Μέσα από αυτή την προσπάθεια αυτοσυγκέντρωσης και εσωτερικής αυτοπειθάρχησης διεισδύω όλο και βαθύτερα στον εαυτό μου, ώσπου φτάνω στην ψυχική ταύτιση με υπαρκτούς και ανύπαρκτους δαίμονες. Βυθίζομαι στα έγκατα της ύπαρξης.
   Με την ίδια ευκολία εισχωρώ στα μυαλά των άλλων. Γίνομαι μέρος τους. Γεύομαι την ευτυχία τους, νιώθω τη δυστυχία, αισθάνομαι τη μοναξιά και την απελπισία, αφουγκράζομαι την απόγνωση, συλλαμβάνω την οδύνη και το απόλυτο κενό του θανάτου.
   Με κυνηγούν φαντάσματα της παιδικής μου ηλικίας, μύχιοι πόθοι και ανεκπλήρωτες επιθυμίες, και συχνά όλα αυτά εμφανίζονται στα βιβλία μου. Προσπαθώ να ανασυνθέσω την προσωπική μου ιστορία μέσα από σπαράγματα και σκόρπιες μνήμες που με έχουν ανεξίτηλα χαράξει. Ήδη από την παιδική μου ηλικία κατέγραφα κρυφά τις εμπειρίες μου. Έστυβα ένα λεμόνι σε φλιτζάνι, βούταγα μέσα στο χυμό τον κοντυλοφόρο μου κι έγραφα. Σίγουρα όλη αυτή η σκοτεινή τάση να μη διαβαστούν τα κείμενά μου από άλλους εξυπηρετούσε κάποια ψυχική μου ανάγκη για μυστήριο, γρίφους και αινίγματα. Όταν στέγνωνε η αόρατη μελάνη δε διακρινόταν καθόλου το γραφτό και εμφανιζόταν μόνο αν πλησίαζα το λευκό χαρτί στη φωτιά.
   Έμελλε να ξαναδώ αυτά τα κείμενα έπειτα από χρόνια, όταν ανακάλυψα το λησμονημένο μπλοκ και το ακούμπησα πάνω στο πρεβάζι του παραθύρου κι ο αέρας ξεφύλλισε τις σελίδες και ο δυνατός ήλιος έκαψε το χαρτί και τότε εμφανίστηκαν τα αόρατα γραφτά, οι ξεχασμένες λέξεις, ολόκληρο το κείμενο.
   Έγραφα για τις συναντήσεις των γονιών μου με τους φίλους τους σε σπίτια σκοτεινά με κλεισμένα πατζούρια και τραβηγμένες τις κουρτίνες.
   Μιλούσαν ψιθυριστά για ταπεινώσεις σε μια αθηναϊκή παραλία, τη Βάρκιζα. Συχνά, όταν οι φωνές ανέβαιναν, κάνανε με το δάχτυλο, σουτ! και λέγανε: «Πιο σιγά, κι οι τοίχοι έχουν αυτιά». Περιέγραφα τους τοίχους των σπιτιών της γειτονιάς απ’ όπου ξεφύτρωναν τ’ αυτιά του κουρέα, του φούρναρη, το περίπτερο ολόκληρο ήταν ένα πελώριο αυτί που μέσα του καθόταν ο περιπτεράς. Στο διπλανό μας δρόμο έμενε ένας μικροσκοπικός άντρας που δεν είχε καθόλου αυτιά και πίστευα ότι τα ’χε κρύψει μέσα στους τοίχους. Πολύ αργότερα έμαθα ότι του τα είχαν κόψει οι αντάρτες, γιατί συνεργαζόταν με το στρατό κατοχής.
   Έγραφα για κάποιο γέρο και μου ήρθε αόριστα στο μυαλό η εικόνα ενός ισχνού άντρα με αξούριστα μούτρα, που φόραγε στο πάνω μέρος του κορμιού μια μάλλινη φανέλα, κάτω φαρδιά παντελόνια, κι έστεκε, γιγάντιος, μπροστά σε μια παλιά αποθήκη, κι εγώ, μικρούλης, τρέχω προς το μέρος του, εκείνος σκύβει και με αρπάζει στα χέρια του, με σηκώνει και με πετάει στον αέρα• είναι καταμεσήμερο, ο ήλιος καίει, οι ακτίνες του πέφτουν κατακόρυφα, βλέπω στο έδαφος τη σκιά μου με τ’ ανοιχτά χέρια να ίπταται σαν μικρό αεροπλάνο• προσγειώνομαι στο ξύλινο πάτωμα ενός παλιού βαγονιού, ο ήλιος περνάει από τη σήτα του παραθύρου, οι ακτίνες του γίνονται φωτεινοί αγωγοί στα στροφιλίσματα των τσιγάρων που καίγονται, ολόγυρα στις καρέκλες και στο κρεβάτι καθισμένοι άντρες και γυναίκες πίνουν καφέ, καπνίζουν, κουβεντιάζουν, κάποια γυναίκα στο τραπέζι διαβάζει το φλιτζάνι, εγώ μπουσουλάω στο πάτωμα και γλιστράω δίπλα σε λασπωμένα παπούτσια, σιγά σιγά βγαίνω έξω, στον ήλιο που με στραβώνει, ακούω τα νερά να τρέχουν κι ακολουθώ το μικρό ποταμάκι, γίνομαι ένα με τη γη για να περάσω κάτω από κλαδιά δέντρων, δίπλα στο τρεχούμενο νερό που οδηγεί σε μια λίμνη σκοτεινή, κρυμμένη κάτω από τα γυρισμένα κλαδιά των δέντρων που κατεβαίνουν σχεδόν μέχρι την επιφάνεια του νερού, στην όχθη ένα κορίτσι, η Μουσέτ, παίρνει κουτρουβάλες και φτάνει μέχρι κάτω στο νερό, πάνω στην επιφάνεια της λίμνης πλέουνε νούφαρα με πλατιά πράσινα φύλλα• μια κότα περνάει κακαρίζοντας και την ακολουθώ, πανικοβάλλεται και τρέχει, τρέχω κι εγώ πίσω της• ακούω από το ανοιχτό παράθυρο τη φωνή ενός άντρα να τραγουδάει περιπαικτικά στη γυναίκα που πηγαινοέρχεται στην κουζίνα: «δώσε μου την κούκλα σου, δώσ’ τη μου να παίξω και τα χρυσά της τα μαλλιά εγώ θα της τα πλέξω…» κι η γυναίκα, ενώ μαζεύει τα πιάτα, του απαντάει: «δε στη δίνω, δεν μπορώ, θα μου τη χαλάσεις, το μικρό μου το μωρό εσύ θα μου το σπάσεις…» τη στιγμή που πιάνω την κότα σκοντάφτω και πέφτω με τα μούτρα, τα μάτια μου κλείνουνε, το σκοτάδι πλημμυρίζει κόκκινο του αίματος… ανοίγω τα μάτια μου μέσα σε ένα τσαντίρι, όπου για πρώτη φορά θα δω την «Ομιλούσα Ασώματο Κεφαλή»• μπροστά σ’ ένα στενόμακρο κιβώτιο που κρύβεται από ένα κόκκινο βελούδινο παραβάν στέκονται όρθιοι άνθρωποι και περιμένουν• ένας χοντρός άντρας με τιράντες σπρώχνει και προσπερνάει κι αφού ξεροβήχει, λέει: «Θα παρακαλέσω το ευγενές ακροατήριον, εάν υπάρχουν γυναίκες έγκυες καλό θα ήταν να εξέλθουν της σκηνής. Θα ιδείτε κάτι το απίστευτο που θα το θυμούστε ακόμη και στα έσχατα γηρατειά σας. Θα το διηγούστε στα εγγόνια και στα δισέγγονά σας και δε θα σας πιστεύουν. Θα ιδείτε τη σοφή ασώματο κεφαλή!» Αυτά είπε και με μια απότομη κίνηση τράβηξε το κορδόνι. Το κόκκινο βελούδινο κουρτινάκι άνοιξε. Έγινε πανδαιμόνιο, μια – δυο γυναίκες στριγκλίσανε. Μέσα σε γυάλινο κουβούκλιο και πάνω σε μια βάση που έμοιαζε με μεγάλη αυγουλιέρα ήταν τοποθετημένο το κεφάλι ενός νέου άντρα, πίσω του υπήρχε ένας καθρέφτης που έδειχνε το κουρεμένο κεφάλι από την πίσω πλευρά.
   Ρώτησε με στόμφο ο χοντρός άντρας με τις τιράντες:
   «Αγαπητή κεφαλή, πώς ονομάζεσαι;»
   «Από πού είσαι;»
   «Έχεις γονείς;»
   «Φαντάρος έχεις πάει;»
   «Πόσο μας κάνει 49 επί 34;»
   «Για πες μας στ’ αλήθεια πώς ευρέθης καταμεσής στο πέλαγος;»
   «Πάρε τώρα ένα τσιγάρο να ξεχαρμανιάσεις…»
   Ο άντρας με τις τιράντες άνοιξε το κουβούκλιο, έβαλε ένα τσιγάρο στο στόμα της «ασωμάτου κεφαλής» και το άναψε. Η «κεφαλή» ρούφηξε με μανία κι οι καπνοί που βγήκαν από τα ρουθούνια την τύλιξαν, η αυλαία έκλεισε και ο κόσμος ξέσπασε σε χειροκρότημα.
Στα όρια του παιδικού κόσμου που διαβιούσα, υπήρχαν κάποιοι ξεχωριστοί άνθρωποι: Ο Αρχηγός με τα μακριά κάτασπρα μαλλιά. Στο νοικιασμένο δωμάτιο που ζούσε οι τοίχοι ήταν γεμάτοι με βιβλία, βιβλία στοιβαγμένα σε ντάνες, άπειρα βιβλία, σε μια γωνιά κρεμασμένο το σπαθί με το χρυσαφί θηκάρι, ενθύμιο από τον αξιωματικό αδελφό του που είχε πέσει στο πεδίο της μάχης. Ένας φιλόσοφος της εποχής, που περιερχόταν τις συνοικίες της πόλης και μιλούσε για τα προβλήματα των ανθρώπων, για τις πολιτικές εξελίξεις, για το μυστικισμό των αριθμών και τη μαγική αιτιότητά τους.
   Τον καλούσε συχνά στο σπίτι ο πατέρας μου και τρώγαμε μαζί. Κι εκεί, στο τραπέζι, μιλούσε με μεγαλόπρεπες χειρονομίες για τα κρυφά μηνύματα που έβρισκε στις σελίδες των βιβλίων και για τα μυστικά σημεία. Μιλούσε με οίστρο και φιλοσοφούσε ακόμη και για τα πιο ταπεινά πράγματα. Οι γονείς μου, σε μια πράξη υπέρτατης τρυφερότητας, του πλένανε τα πληγωμένα και ταλαιπωρημένα πόδια, του τα σκουπίζανε, και του κόβανε τα νύχια που γυρίζανε και πληγώνανε τη σάρκα.
   Ήταν κι ένας κοκαλιάρης άντρας όλο νεύρο, ο Τσαν Τσον Τσίμπλερ, που χοροπηδούσε σαν ακρίδα και κομμάτιαζε τράπουλες, στράβωνε μπετόβεργες χτυπώντας τες πάνω στα μπράτσα του, ξάπλωνε καταγής και του ρίχνανε στιλέτα που κάναν γκελ πάνω στη γυμνή πληγωμένη κοιλιά του. Γύρναγε το καπέλο του και ζήταγε να ρίξουν μέσα ό,τι προαιρούνταν «για τη φασουλάδα», ζητούσε από το κοινό του δρόμου να τον δέσουνε με αλυσίδες που τις κλειδώνανε τέλος με λουκέτα και κείνος αγωνιζόταν, πάλευε, σερνόταν στο έδαφος, τιναζόταν κι αρνιόταν κάθε βοήθεια μέχρι να λυθεί. Μαζί με τους φίλους της παιδικής ηλικίας τον ακολουθούσαμε ύστερα που ανέβαινε στο λόφο των Νυμφών, το «Βουνό» για τα παιδικά μας μάτια, και κατευθυνόταν στη «Μεγάλη Σπηλιά». Στην είσοδο τον περίμενε μια νταρντανογυναίκα, τον αγκάλιαζε και χάνονταν μαζί στα βάθη της σπηλιάς «για τη φασουλάδα». Ήταν ακόμη ένας άντρας με ταραγμένο μυαλό, ο ξακουστός Μπαμπάλαρος, που περισσότερο έτρεχε παρά περπατούσε, συνήθως στην άσφαλτο, ανάμεσα στα κινούμενα αυτοκίνητα, με σηκωμένο το δεξί χέρι και τεντωμένο το μεσαίο δάχτυλο προς τα μπρος που το κούναγε μπροστά στο πρόσωπο σαν βεντάλια, ενώ μονολογούσε ασταμάτητα: «Μαλακοπούστη, μαλακοπούστη, σε κόβω γερά, σε κόβω ισπανικά, σε κόβω γιαπωνέζικα…». Στο λεωφορείο, όταν ο εισπράκτορας του ζητούσε εισιτήριο, ο Μπαμπάλαρος τον έβαζε στη θέση του: «Ελευθέρας, τρελός…». Και όταν κάποτε πέθανε η γυναίκα που του έδινε πότε πότε ένα πιάτο φαΐ, πήγε και στάθηκε πάνω από το φέρετρό της και την κοίταζε για ώρα, σκοτεινιασμένος, ώσπου κάποια στιγμή της είπε: «Κωλόγρια, πας, έσπασες», και οι γριές φρικιάσανε. Παιδικά γραφτά, παιδικές μνήμες, παιδικοί ήρωες. Δεν ξέρω πόσο έχουν συμβάλει όλα αυτά, σίγουρα όμως αυτή είναι η πρώτη ύλη κι από το υλικό αυτό είμαι πλασμένος. Ενηλικιώθηκα κι έγινα ένας άντρας της παραφοράς, πλημμυρισμένος από πάθη, ενθουσιώδης, παρορμητικός, έτοιμος να εκραγώ και να γίνω παρανάλωμα στις μνήμες και τις ψυχικές διαθέσεις μου, στα πάθη, στις ζήλιες και τα μίση, την οργή και τα αχαλίνωτα αισθήματά μου, κι όποτε ενθυμούμαι τα πρόσωπα αυτά τα σκέπτομαι με άπειρη τρυφερότητα…
*
©Τέος Ρόμβος, από το βιβλίο «Κρυφά ταξίδια» 

photo André Kertész, 1915

Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι

Χθες το απόγευμα έλαβα στο σπίτι ένα γράμμα. Ήταν η ώρα που σκοτείνιαζε, κι έλεγα στον πατέρα «όπου να ’ναι θά ’ρθει», κι ανάβαμε το τζάκι με τα καυσόξυλα που άρον άρον είχα μεταφέρει από την αποθήκη στην ποδιά μου. Η αποθήκη βρωμάει σαν νεκρός, δεν έχουμε παράθυρα, κι έχει και νεογέννητα ποντίκια που τσιρίζουν. Εγώ έχω εφεύρει να πηγαίνω πάντα γρήγορα την ώρα που όλοι ανάβουμε τα τζάκια και η ομίχλη βρίσκει χώρο να καθίσει στην κοιλάδα — μυρίζει τότε καμένο ξύλο στην αυλή, και είναι όλα θολά κι ονειρεμένα, κι εγώ ρουφάω μιαν ανάσα. Χθες κατέβασα δυο ανάσες, κατ’ εξαίρεση, και ύστερα χτύπησε και η πόρτα δύο φορές.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιφιγένεια Σιαφάκα, To σημάδι»

Κ.Γ.Καρυωτάκης, Δύο

 
Δον Κιχώτες

Οι Δον Κιχώτες πάνε ομπρός και βλέπουνε ώς την άκρη
του κονταριού που εκρέμασαν σημαία τους την Ιδέα.
Κοντόφθαλμοι οραματιστές, ένα δεν έχουν δάκρυ
για να δεχτούν ανθρώπινα κάθε βρισιά χυδαία.

Σκοντάφτουνε στη Λογική και στα ραβδιά των άλλων
αστεία δαρμένοι σέρνονται καταμεσής του δρόμου,
ο Σάντσος λέει «δε σ’ το ’λεγα;» μα εκείνοι των μεγάλων
σχεδίων αντάξιοι μένουνε και: «Σάντσο, τ’ άλογό μου!»

Έτσι αν το θέλει ο Θερβαντές, εγώ τους είδα, μέσα
στην μίαν ανάλγητη Ζωή, του Ονείρου τους ιππότες
άναντρα να πεζέψουνε και, με πικρήν ανέσα,
με μάτια ογρά, τις χίμαιρες ν’ απαρνηθούν τις πρώτες.

Τους είδα πίσω να ’ρθουνε –παράφρονες, ωραίοι
ρηγάδες που επολέμησαν γι’ ανύπαρχτο βασίλειο–
και σαν πορφύρα νιώθοντας χλευαστικιά πως ρέει,
την ανοιχτή να δείξουνε μάταιη πληγή στον ήλιο!

***
Επιστροφή

Εγώ δεν επλανήθηκα σε δάση απάρθενα, βουερά,
μηδέ η ριπή μ’ εχτύπησε του ωκεανείου ανέμου.
Σκλάβο πουλί, τ’ ανώφελα πηγαίνω σέρνοντας φτερά
και δε θα ιδώ τους ουρανούς που νοσταλγώ, ποτέ μου.
Μα πάντα, ω φύση, αλίμονο! πόσο η ψυχή μου ταπεινή
λάτρισσα στο παραμικρό γίνεται μάντεμά σου,
και πόσο, τώρα που η βραδιά θα πέσει φθινοπωρινή,
το καθετί περσότερο μου λέει την ομορφιά σου!
Με μιαν ακρούλα σύννεφου ταξιδεμένου με καλείς,
με το χρυσό χαμόγελο του μαραμένου βρύου,
μ’ ένα χορτάρι ανάμεσα στις πλάκες όλες της αυλής,
που το σαλεύει μοναχό η πνοή του Σεπτεμβρίου.
Και τη φωνή σου ακούγοντας, τη μυστικιά, τη δυνατή,
ω φύση, θα ‘ρθω κάποτε φέρνοντας το σταυρό μου.
Θα’ ναι το χώμα σου ελαφρό, και θα ‘ναι πάντα ονειρευτή
η ώρα με τ’ αναπάντεχο τέλος του μάταιου δρόμου!

***

photo © The Sartorialist “On the Street…..Porta Ticinese, Milano”