Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Hotel Vienna

Ο ψηφιακός πίνακας απέναντι έδειχνε μείον οχτώ βαθμούς κελσίου, η Μπρατισλάβα κοιμόταν, αγκαλιασμένη στο ψύχος ενός ξηρού και βάρβαρου χειμώνα, οι σταλακτίτες κρέμονταν από τα στόματα των μεσαιωνικών τεράτων και τις υδρορροές ενώ στο βάθος οι γυάλινοι ουρανοξύστες του όψιμου οικονομικού εκσυγχρονισμού αντίκριζαν με υπεροψία, και ίσως έναν ανομολόγητο φθόνο, την καρδιά της παλιάς πόλης που οι ντόπιοι αποκαλούσαν Stare Mesto. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Hotel Vienna»

Πέτρος Ισαακίδης, Είχε σπίτι

Τελικά ήρθε χτες. Το ήξερα πως θα έρθει. Τον περίμενα. Αυτός νόμιζε ότι πέρασαν μόλις δυο χρόνια. Έχουν περάσει έξι. Και εικοσιένα από τότε που περνούσε εδώ, σε μένα, όλα του τα σαββατοκύριακα. Οι τρεις μας.

✳︎

Ο Αντρέας είχε επιστρέψει για να μείνει. Άφησε πίσω του το Σεντ Λούις, τα πειραματόζωά του που υπέφεραν στο εργαστήριο της νευροφυσιολογίας, μια θλιμμένη Αμερικανοπολωνή αρραβωνιαστικιά, απογοήτευση. 

Ο Παύλος είχε μόλις επιστρέψει από μια σκονισμένη πόλη στα σύνορα ανάμεσα στην Κένυα και τη Σομαλία. Άφησε πίσω του ξηρασία και πείνα, κυνικούς aid workers να πίνουν τζιν τόνικ στο Ναϊρόμπι, δύο υποτροπές ελονοσίας, μοναξιά . Ο Παύλος επέστρεψε μόνο για να προετοιμάσει την επόμενη, μεγαλύτερη φυγή του. 

Όσο για μένα, εγώ δεν έφυγα ποτέ, ούτε ποτέ θα φύγω. 

Οι δυο τους μένανε στη διπλανή πόλη για τρία χρόνια. Ψηλά βουνά, μια λίμνη, εγκαταλελειμμένοι μιναρέδες και ανακαινισμένες εκκλησίες, σκληροί χειμώνες και δροσερά καλοκαίρια. Βαλκάνια. Όχι Μεσόγειος. 

Ο Αντρέας έπαιζε λαούτο. Ήξερε να τραγουδάει. Ο Παύλος ακολουθούσε με μια αδέξια, δεύτερη φωνή, όχι εντελώς φάλτσα. Παίζεις κανένα όργανο; ρώτησε τον Παύλο όταν πρωτογνωριστήκανε, προσκαλώντας τον σε μένα, στο χωριό των παππούδων του. 

Από τότε οι τρεις μας περνούσαμε όλα τα Σαββατοκύριακα μαζί στο χωριό. Εκτός αν είχαν εφημερία.

Το χωριό. Τα Κάτω Ορεινά. Το χωριό μου. Τίποτα να δεις. Τίποτα να κάνεις. Ένας αρχαίος τάφος, μερικά ερείπια του 13ου, 14ου και 16ου αιώνα, όλα αόρατα. Σαράντα ένας κάτοικοι, βοσκοί κι αγρότες, ηλικιωμένοι, εγκαταλελειμμένοι, εσωστρεφείς. 

Κι εγώ το ίδιο. Ηλικιωμένος, εγκαταλελειμμένος, εσωστρεφής. Οι δυο τους έκαναν τα πάντα για να με κρατήσουν ακμαίο. Και το πετύχαιναν. Πόσο το πετύχαιναν! Κάθε Παρασκευή βράδυ έλαμπα, περιμένοντάς τους. Πόσο μου λείπουν! Αυτοί με κράτησαν στη ζωή, ακόμη κι αν με παράτησαν.

Του Παύλου του άρεσε να τρώει σε μπαρ και παραλίμνιες ταβέρνες. Στο χωριό όμως είχαμε μόνο τυρί, ψωμί και κρασί. Και τις πίτες με τυρί, σπανάκι και πράσο της Δήμητρας. Τις Κυριακές το μεσημέρι μας έφερνε τα περισσέματα του οικογενειακού τραπεζιού. Εκείνη και τα δύο παιδιά της, ένα αγόρι επτά και ένα κορίτσι δεκατριών ετών. Ποτέ ο πατέρας. Αυτοί ήταν οι μόνοι καλεσμένοι μας. Το κορίτσι ήταν εντελώς ερωτευμένο με τον Αντρέα. Δεν ήξερε τι να νιώσει για τον Παύλο και για μένα. 

Τους έμαθα πώς να αναμειγνύουν νερό με ποταμίσια άμμο και τσιμέντο και πώς, χρησιμοποιώντας τις γυμνές τους παλάμες και τα δάχτυλά τους, να γεμίζουν τα κενά ανάμεσα στους σχιστόλιθους των εσωτερικών τοίχων. Κάποιες χειμωνιάτικες μέρες ο Παύλος έβραζε το νερό πριν από την ανάμειξη- το κονίαμα έμενε μόνο για μια στιγμή ζεστό, αλλά ήταν αρκετό για να μας κάνει ευτυχισμένους. Τους έμαθα πώς να φτιάχνουν μαρμελάδα, μόνο και μόνο επειδή λυπόμουν τη γριά μουριά στον μπροστινό κήπο που λύγιζε από το βάρος των φρούτων της και επειδή ήταν τόσο απλό: ένα μέρος φρούτο, ένα μέρος ζάχαρη, δυο τρεις σταγόνες λεμόνι, μερικά φύλλα αρμπαρόριζα. 

Κάθε βράδυ ο Αντρέας έπαιζε το λαούτο του κι ο Παύλος καθόταν στον άβολο καναπέ ή στο ξύλινο τραπέζι δίπλα του και έγραφε ιστορίες κι ασύνδετους διαλόγους και στη συνέχεια μας τους διάβαζε δυνατά.

Εγώ καθόμουν και τους καμάρωνα και τους αγαπούσα.

Έπαιζαν μερικά από τα πιο μελαγχολικά τραγούδια που ξέρω, νανουρίσματα του Μάνου Χατζιδάκι, μπαλάντες των Simon and Garfunkel. 

Ο Αντρέας αγαπούσε περισσότερο απ’ όλα, τα παλιά τραγούδια του τόπου των παππούδων του, του τόπου που στεκόμασταν. Μια μουσική αρρενωπή, αρχέγονη, μονότονη. Μια μουσική που έπρεπε να παίζεται με αγέρωχα κλαρίνα, διαπεραστικά βιολιά και βροντερά νταούλια. Με το λαούτο μόνο να συνοδεύει. Μια μουσική που έπρεπε να τη χορεύεις. Όμως με το μοναχικό λαούτο του και την απαλή φωνή του Αντρέα τα τραγούδια ξαναγεννιόντουσαν – τρυφερά, ευγενικά και θηλυκά. 

Με έκαναν να θέλω να κλαίω.

Ο Αντρέας κοιμόταν στο μεγάλο, πάντα παγωμένο, κυρίως υπνοδωμάτιο. Ο Παύλος στο μικρότερο «χειμωνιάτικο». Είχε ένα μεγάλο τζάκι και ήταν δροσερό τα καλοκαίρια. Όταν έκανε πολύ κρύο, ο Αντρέας γλιστρούσε κάτω από τις κουβέρτες του Παύλου, κρατώντας τον σφιχτά. Ένιωθα τα παγωμένα δάχτυλα των ποδιών και των χεριών τους. Τον Αντρέα τον έπαιρνε αμέσως ο ύπνος. Ο Παύλος έμενε ξύπνιος όλη τη νύχτα, τρομοκρατημένος κι ευτυχισμένος, σχεδόν ανακουφισμένος που δεν είχε να κρύψει μια στύση.

Ο Αντρέας έκανε μπάνιο γυμνός στην πίσω αυλή, ο Παύλος πλένονταν με το λάστιχο στον μπροστινό κήπο κάτω από τη μουριά, κάποιες μέρες γυμνός, κάποιες φορώντας εσώρουχα.

Ο Αντρέας ήταν αδύνατος. Ο Παύλος γεροδεμένος.

Εγώ καθόμουν και τους καμάρωνα και τους αγαπούσα.

Κάποιες Κυριακές κολυμπούσανε γυμνοί στο Βοϊδομάτη, στα παγωμένα, γαλαζοπράσινα νερά. Δεν με πήραν μαζί τους ποτέ αλλά δεν με πείραζε. 

Ήμασταν πραγματικά ευτυχισμένοι τότε. 

Ήμασταν τόσο ζωντανοί. 

Ο Παύλος κι εγώ είμαστε ακόμα ζωντανοί.

Ο Παύλος έφυγε πρώτος για την Αφρική. Το περίμενα. Το ήξερα πως δεν είχε έρθει για να μείνει. Ο Αντρέας ήταν που  έπρεπε να μείνει. Αλλά έφυγε κι αυτός. Παντρεύτηκε κι απέκτησε τρία παιδιά και μετακόμισαν όλοι στη Θεσσαλονίκη. Οι μεγαλουπόλεις είναι σκληρές, μου έλεγε κι ένιωθα ότι ασφυκτιά, αλλά τα παιδιά έχουν φίλους. Θυμόμουν τα παιδιά της Δήμητρας αλλά δεν έλεγα τίποτα.

Ο Αντρέας είναι θαμμένος εδώ δίπλα. 

Ο Παύλος ήρθε στον τάφο του σήμερα. Νόμιζε ότι πέρασαν μόλις δυο χρόνια. Έχουν περάσει έξι. Και εικοσιένα από τότε που περνούσε εδώ, σε μένα, όλα του τα σαββατοκύριακα. Οι τρεις μας. 

Μετά το νεκροταφείο ήρθε να δει εμένα. Με μάτια κλαμένα άνοιξε την πόρτα μου. Η πόρτα έτριξε. Εγώ ολόκληρος έτριξα. Δεν είμαι καλά πια. Οι τοίχοι μου ξεφλουδίζουν, η σκεπή μου βαριά, οι πλάκες του σχιστόλιθου ασήκωτες, δεν μπορώ πια να τις κρατήσω. Ρημάζω. Καταρρέω. 

Χάρηκα τόσο που ήρθε να με δει. Μεγάλωσε κι αυτός. Μπορεί, αν ξανάρθει, εγώ να μη στέκομαι πια. Ή να με έχουν αναπαλαιώσει. Να με έχουν κάνει ξενώνα.

Έπεσε από τη στέγη του καινούριου σπιτιού που έχτιζε στη Θεσσαλονίκη, η Κλειώ, η αδελφή του Αντρέα πήρε τηλέφωνο τον Παύλο κλαίγοντας από την εντατική. 

Τι καινούριο σπίτι; ούρλιαξε ο Παύλος, και τον άκουσα μέχρι εδώ. Ο Αντρέας είχε σπίτι.

*

©Πέτρος Ισαακίδης

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Πενικιλίνη αγάπη μου

Τζούλιετ, Τζούλιετ, επαναλάμβανε στις αρχές. Τι αρχές δηλαδή, μονάχα κάτι συνταξιοδοτημένοι αγρονόμοι. Ο Τζακ Στιούαρτ και ο Έντελς Σπάρτ είχαν προ πολλού χάσει το ενδιαφέρον τους για δράση. Ξημεροβραδιάζονταν στο λεβητοστάσιο του Τζόνας Τόμσον. Εκεί, μες στην ζεστασιά, έπιναν όσο μπέρμπον ήθελαν και ονειρεύονταν πάνω στην σκακιέρα πως υπήρξαν αυτοκρατορικοί στρατοί, τίποτε λιγότερο. Ο Τζακ συχνά θύμωνε και ο Έντελς τον έστελνε για περιπολία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Πενικιλίνη αγάπη μου»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Παιχνίδια με το αστρόπλοιο Μίλτος…

χάθηκε ο τρελός λαγός
χωρίς ένα ίχνος ν’ αφήσει
στο μαξιλάρι του ποιητή

χάθηκε ο τρελός λαγός
χάθηκε·
μόνος στο μαξιλάρι του
ο ποιητής -μόνος με το μαξιλάρι του

κι ο τρελός λαγός χαμένος
αστροναύτης κολυμπά στο σύμπαν
ο τρελός λαγός κολυμπά
γύρω από μια μαύρη τρύπα…

Ι.

Περίμενα το επιπλέον σίδερο.
Περίμενα τα πολύχρωμα ηλεκτροφόρα καλώδια.
Περίμενα να σημάνει μεγάλη γιορτή. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Παιχνίδια με το αστρόπλοιο Μίλτος…»

Γρηγόρης Σακαλής, να νιώσει ξανά νέος

Στο μπαρ

Φορούσε μια άσπρη μπλούζα
εξώπλατη
καθόταν στον πάγκο
σ΄ένα σκαμπό
κοίταζε τα ράφια
με τα μπουκάλια τα ποτά
κι είχε την πλάτη
γυρισμένη προς τον κόσμο
πέρασα δίπλα της
και τ΄άρωμα της
με χτύπησε δυνατά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, να νιώσει ξανά νέος»

Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Ανθισμένες προσδοκίες

Έχεις προσπαθήσει να μην γκρινιάζεις μια μέρα; Nα είσαι ευδιάθετος, έτσι που να ρωτούν οι άλλοι «πές μας τι συμβαίνει σήμερα»; Έχεις προσπαθήσει να φτιάξεις ένα παζλ χωρίς να κοιτάξεις την εικόνα;

Κι όμως! Ζωγράφιζα με ευκολία στο μυαλό μου το μέρος που ήθελα διακαώς να επισκεφτώ. Τη χώρα του ανατέλλοντος Ηλίου με τους κήπους ορχιδέας, το μυθικό θαλάσσιο λέοντα, τις ήρεμες γκέισες…

Είχα ξεχάσει τα 36 φανάρια που συναντώ κάθε μέρα για να φτάσω από τον Πειραιά στην Ανθούσα, όπου βρίσκεται το υποκατάστημα που εργάζομαι. Είχα ξεχάσει πόσο κουρασμένος νιώθω, φτάνοντας εκεί ξεψυχισμένος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Δ. Θυμιατζή, Ανθισμένες προσδοκίες»

Γιάννης Ξανθούλης, Σιγά μην το κάνουμε πυραμίδα των Φαραώ να ταφούμε όλοι εδώ μέσα

«[…]

Το ψου-ψου-ψου αποκρυπτογραφήθηκε. Σήμαινε αντιπαροχή. Θα δίναμε το σπίτι αντιπαροχή. Θα χτιζόταν μια πολυκατοικία που κατά κάποιο τρόπο θα μας έκανε κάπως πλούσιους, με τα μέτρα της εποχής. Το σπίτι θα γκρεμιζόταν και στη θέση του «επιτέλους, να στηθεί ένα σύγχρονο μοντέρνο κτήριο, με τέλεια υδραυλικά, μπάνια, πλακάκια, μάρμαρα, τι ωραία!», είπε η θεία Ιωάννα Καρθαίου.

—Για να ‘μαι ειλικρινής, έπιασε τη φιλοσοφία ο Τριαντάφυλλος, έτσι όπως πάει η Αθήνα σε είκοσι χρόνια θα ‘χει χάσει εντελώς τη μορφή της. Απ’ τη μια κρίμα, απ’ την άλλη…

—Καλέ ποια μορφή και αηδίες, πετάχτηκε η θεία Έλλη, που υπολόγιζε κι ένα σημαντικό ποσό απ’ τις παλιομπακατέλες του υπογείου του Αγίου Φραγκίσκου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Ξανθούλης, Σιγά μην το κάνουμε πυραμίδα των Φαραώ να ταφούμε όλοι εδώ μέσα»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Καμφορά

φάρσα, σχεδόν μεταφυσική

  ριστοκρατικό κοιμητήριο με εξαίσια μνήματα, δείγματα γραφής μιας γλυπτικής αποτύπωσης προικισμένης με άφθαστο λυρισμό. Παίζουν ρόλο φυσικά και οι παραγγελίες των τεθλιμμένων συγγενών που ζητούν απελπιστικά ρεαλιστικά συμπλέγματα. Παράδειγμα το ταφικό μνημείο της δασκάλας με την έδρα, το κονδύλι και την βέργα της, με φούστα λίγο πάνω από το γόνατο και έκφραση ψυχικής αφοσίωσης ως τα όρια του λειτουργήματος. Η πομπή φτωχή, πάει να πει οι τέσσερις βαστάζοι με κατάμαυρα κοστούμια και άσπρα γάντια, σαν χελιδόνια. Πίσω δυο τρεις συγγενείς που κοιτάζουν επίμονα τα ρολόγια τους, που συζητούν και γελούν διακριτικά. Και πάνω πουλιά και δέντρα και κλαδιά αρχαία, σαν αυτήν εδώ την υπόθεση. Ο νεκρός ταλαντεύεται μες στο κασόνι του, σε κάθε βηματισμό κουνάει το κεφάλι του, σαν να λέει, «όχι, όχι, όχι, είναι ένα κακό όνειρο, ένας εφιάλτης». Ο νεκρός μοιάζει τόσο απελπισμένος που επιδίδεται σε έναν ύστατο μονόλογο, με την πικρή βεβαιότητα που έχει αφήσει πια πίσω του να διασώζεται σε αυτό το γλυκόπικρο σκετσάκι.

 Η σειρά του νεκρού τώρα.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Καμφορά»