Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ

Δυο ιστορίες

Πιθανολόγιον

Δεν πάει πολύς καιρός. Τα στεφάνια είναι ακόμη φρέσκα. Για αυτό και κάθε πρωί έχει τόση παρέα, παιδιά να δουν τα μάτια σου, να φτιάχνουν με μια τόση δα κλωστίτσα κάτι απίθανα μπουκέτα. Τα ακούει πάνω από το κεφάλι του που σέρνουν τα πόδια τους, άλλοτε τσακώνονται. Μα το χειρότερο είναι όταν παίζουν πετροπόλεμο και θαρρείς πως θα φας και εσύ καμία στο κεφάλι.

Βεβαίως, θα πει κάποιος, “και τι φοβάσαι; μην χτυπήσεις;”. Και ίσως και να γελάσει με την καρδιά του, ποιος να τον καταδικάσει; Πώς να του πεις ότι εδώ κάτω υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που συλλογίζονται τη ζωή τους; Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τζάγκουαρ»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Κοινή

Πουτάνα
Γι’ άλλους πολυτελείας,
γι’ άλλους μια τσούλα
στο πεζοδρόμιο·
κάνει πιάτσα στις άκρες
των μισοφωτισμένων δρόμων·
μπροστά απ’ τους φισκαρισμένους
καλοκαιρινούς σκουπιδοτενεκέδες.
Είναι κι αυτοί που την ερωτεύονται
και θεν να την αλλάξουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Κοινή»

Γρηγόρης Σακαλής, βλέπεις ακόμα τα πρόσωπα π΄αγάπαγες

Χθες και σήμερα

Στη μεγάλη πόλη
μες στα πολλά αμάξια
τριγυρνάς μόνος.

Στα σινεμά χαζεύεις τις φωτογραφίες
στα εστιατόρια που έτρωγες
βλέπεις ακόμα τα πρόσωπα π΄αγάπαγες
τις ομελέτες στα πιάτα
θυμάσαι τα γέλια, τις χαρές Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, βλέπεις ακόμα τα πρόσωπα π΄αγάπαγες»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Heavy Metal

Έργο με προεκτάσεις
Τρυφερότητας
Και ενδείξεις
αδυνάτου

(Απέραντος σκουπιδότοπος λίγο μακρύτερα από την πόλη. Από εδώ ψηλά μπορεί κανείς να αντικρίσει τα πάντα. Κάτι καινούριο που γεννιέται με τα φώτα της αεροπλοίας, μα και κάτι παλιό, κάτι σαν τρίτωνα σε παραλία κατάμεστη από μπετόν και στάρλετ.  Όσα λερώνουν τη ζωή των κατοίκων της, πλαστικά και παλιοσίδερα και ότι βάνει ο νους του καθενός πεθαίνουν αργά σε τούτο εδώ το μέρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Heavy Metal»

Κωνσταντίνος Ν. Μακρής, Αποτυχημένη Παρτούζα

Ήσουν έτοιμος να συνεργαστείς─ καυλοπυρέσσων να εισχωρήσεις σε αιδοίο πρόθυμο. Νύχτα. Στην παραλιακή λεωφόρο. Με τον εν δυνάμει συνοχεύσαντα τη συναντάς στου ταχυφαγείου τον χώρο στάθμευσης. Αυτός που είχες δείρει, αυτός που στο νοσοκομείο έστειλες -σχεδόν κιμά αλεσμένο-  στο σπίτι βρίσκεται και προσπαθεί την κιθάρα να πάρει στα χέρια, μελαγχολικά να κλάψει στις νότες της επάνω. Μα κλαίει και δεν είναι από συγκίνηση. Ο ώμος του είναι ακόμα εξαρθρωμένος. Τα δάχτυλά του δεν δύνανται ακόμα να την παίξουν μαλακά, να την κάνουν γλυκά να ηχήσει. Το κούτελό του τσούζει, το μάγουλό του─ μπριζόλα κτυπημένη για κάρβουνο.  Ένας υπόκωφος, βουβός πόνος από τις ανήλεες γροθιές σου, τον σφάζει ακόμη. Ήσουν πιωμένος, μα όχι τόσο τύφλα για να μη βαράς στο ψαχνό. Δυστυχώς για κείνον. Να μάθει να μη βγάζει τη γλώσσα του περίπατο.

Δυστυχώς για σένα, η πεταλούδα της νυκτός είναι γνωστή του, είναι φιλεναδίτσα του, πουτανίτσα καλή. Με το που καταλαβαίνει ποιος είσαι στην κουβέντα απάνω, κρύος ιδρώτας την ελούζει. Δεν πα να εξηγείς─ άδικα. Δεν πα να παρλάρεις ως ρήτωρ, τζίφος!   Φοβάται μη τυχόν της κάνεις ζημιά. Το ξύλο δεν την διεγείρει, έχει μια ελάχιστη μα καθοριστική έλλειψη αναγκαίας διαστροφής. Μάταιος κόπος: έδειρες μα δεν θα γαμήσεις κιόλας!

Ξημερώματα. Περνάς πιωμένος απ’ το μαγαζί όπου τον εσάπισες στο ξύλο.  Το μαγαζί κλειστό. Μα κάθεται και την παίζει (την κιθάρα). Γύρω του κόσμος στα τραπέζια. Μπύρες απ’ το περίπτερο. Τον βλέπεις και σού γυρνάει το αίμα βουστροφηδόν. Κάθεσαι μπροστά του και τον κοιτάς στα μάτια με κείνο το μεθυσμένο βλέμμα του είρωνα. Τρέμει η ψυχή του. Βαράει τις χορδές άνευρα. Κι όμως, δεν κόβει.

Ονειροβατεί με δόσεις μεγαλείου. Μαρσάρει την κιθάρα− μουνοπαγίδα. Τρέφεται με νοίκια. Βαράει ψωλή και κιθάρα με μια κάποια χάρη.

Μια φωνή πετάγεται και λέει (μια γυναικεία φωνή): Είδατε, τι τα θέλετε τα δικαστήρια, ε; Δεν φτάνει που στράβωσε η παρτούζα,  να βγάλει κι ηθικό δίδαγμα από πάνω. Να τσιγκλήσει. Τι να σου πω κι εγώ αγόρι μου; Κρίμα που βγήκε ζωντανός από τα χέρια σου.

*

©Κωνσταντίνος Ν. Μακρής

φωτο: Στράτος Φουντούλης

✳︎

Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Επιστολές σε χρωματιστό χαρτί

Φωνές διπλωμένες

Κρυμμένα στη ντουλάπα,
κάτω από τα νυφικά της σεντόνια,
φυλάει παλιά γράμματα.

Μυρίζουν απόσταση, λεβάντα και αναμνήσεις.

Επιστολές σε χρωματιστό χαρτί·
τα γράμματά του μικρά, σωστά στοιχισμένα· Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ξανθή Μηλίγγου Γκλεζάκου, Επιστολές σε χρωματιστό χαρτί»

Μαρία Κασσιανή-Πανούτσου, Άνθρωποι ή ο αναστημένος έρωτας

Δεν είμαστε ποτέ τόσο ευάλωτοι
όσο όταν εμπιστευόμαστε
 Walter Anderson

Αλλά περιέργως,
αν δεν μπορούμε
να εμπιστευτούμε,
δεν μπορούμε να βρούμε
ούτε αγάπη ούτε χαρά.
Μαρία Κασσιανή – Πανούτσου

Οι άνθρωποι
μπορούν και γράφουν
μέσα στα σπλάχνα μας.
Δακτυλικά αποτυπώματα
μικρές γρατσουνιές,
αδιόρατες.

Το δέρμα θυμάται.
Τις τυπώνει ξανά και ξανά,
με επιμονή και πίστη.

Εκείνοι που αγαπήσαμε. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μαρία Κασσιανή-Πανούτσου, Άνθρωποι ή ο αναστημένος έρωτας»

Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ

Ο λυγμός της αντηχούσε μέσα στο μεγάλο σαλόνι με τα μπαρόκ έπιπλα. Πλησίασε τον δρύινο καναπέ με τα βελούδινα καλύμματα. Κάθισε δίπλα της και της άγγιξε διστακτικά, μα τρυφερά το χέρι. «Κακόμοιρο παιδί», ψιθύρισε στενάζοντας.

Πατέρα δεν γνώρισε. Δεν ήταν αυτός για μεγάλες ευθύνες. Η μάνα της πού να αντέξει το σούσουρο. Κλείστηκε μέσα για καιρό. Το βλέμμα της μονίμως χαμένο, τα μάτια θαμπά. Έπιανε μια δουλειά του ποδαριού, μα γρήγορα την παρατούσε. Κλεινόταν πάλι. Γιατροί, έξοδα, χρωστούμενα. Άφησε το σχολείο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Σοφιαλένα Ψαρρά, Το παρκέ»