Λεωνίδας Καζάσης, Δήμος Γαυριάς

Ο Δήμος ο Γαυριάς, παιδί σαλλονικιάς κι ενός σαλλονικιώτη, στα σαράντα οκτώ του χρόνια, δεν έπαψε να επιθυμεί γλαφυρές εκμυστηρεύσεις στην θάλασσα, σφιχταγκαλιάσματα στα δάση, ξεκούμπωτα στηθόδεσμα.

Ο Δήμος ο Γαυριάς με δυό κινήσεις στην ζωή(της ελάχιστης εργασίας, της αποπομπής της οικογένειας), απέφυγε τα κακοτράχαλα, και με μια τρίτη κίνηση που ήταν η σωματική και πνευματική άσκηση, παρέμενε γαυριάς, κυνηγώντας των αισθήσεων τις ατέλειωτες εκδοχές˙ αλλά οι άνθρωποι αφοσιωμένοι στην εργασία και στην οικογένεια, με τον Γαυριά θα ησχολούντο; Ο Δήμος, γνωρίζοντας διά το πεπερασμένον του έρωτος, που μόνο η εναλλαγή συντρόφου το ερωτικό παρατείνει (όπως κατά το παρελθόν είχε βιώσει), αναζητούσε τον έρωτα, εις τον οποίον τον ωθούσε, και η ρώμη με την οποίαν τον επροίκιζε ο τρόπος ζωής που είχε επιλέξει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Δήμος Γαυριάς»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Τα παράπονα τού σταβλίτη

Ο Ταρατάλλας είν’ ένας απ’ τους εκατοντάδες χιλιάδες ιπποκόμους τής αχανούς αυτοκρατορίας μας. Θ’ αναρωτηθεί κάποιος γιατί υπάρχουν τόσοι πολλοί στη χώρα τούτη. Σίγουρα το τεράστιο μέγεθός της θ’ αποτελούσε μια πειστική απάντηση σ’ αυτή την εύλογη απορία. Απλώνεται σχεδόν σ’ ολόκληρη τη μεγαλύτερη ήπειρο τού μέχρι τώρα γνωστού κόσμου κι αμφιβάλλω αν υπάρχει έστω ένας κάτοικός της που να την έχει διασχίσει ή νά ’χει επισκεφτεί κάθε γωνιά της μέχρι σήμερα.

Ακόμα κι η εκάστοτε κυβέρνηση συναντούσε πάντα τεράστιες δυσκολίες στον συντονισμό και την διεκπεραίωση όλων των γραφειοκρατικών και διοικητικών υποθέσεων που αφορούσαν σ’ όλες τις δεκάδες επαρχίες, τις εκατοντάδες πόλεις και τα χιλιάδες χωριά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Τα παράπονα τού σταβλίτη»

Αργύρης Εφταλιώτης, Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις

Έγινε μεγάλη ταραχή σαν πρωτοφάνηκε στο χωριό η Αγγέλικα. Συνηθισμένος ο κόσμος από τις ντροπαλές και συμμαζεμένες χωριατοπούλες, βλέπει άξαφνα μέσα στο χωριό μια κοπέλα, που τους φάνηκε σα θεά. Πρώτο, που ήταν κάτασπρη σα να μην την είδε ήλιος ποτές, δεύτερο, πρόσχαρη, γελαζούμενη και ζωηρή, που τους τρέλαινε σα γελούσε και τους έδειχτε τα μεγάλα της τα δόντια. Τρίτο, που δε φορούσε χωριάτικα, μόνο της χώρας φορέματα. Μα τι πρώτο, και τι δεύτερο, και τι δέκατο. Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις.

Επανάσταση έφερε στο χωριό η Αγγέλικα. Οι καλοί χωριανοί δεν το λογάριαζαν τέτοιο κακό. Ο σκοπός τους ήταν αθώος. Αυτοί ζητούσανε μια καλή δασκάλισσα, να μάθει τα κορίτσια τους γράμματα. Γράφουνε λοιπό στη χώρα, και σε λιγάκι έρχεται η Αγγέλικα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Εφταλιώτης, Ήτανε να τηνε βλέπεις και να μη χορταίνεις»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Τζόσουα δεν ανταποκρίνεται

Η καινούρια χρονιά, αφού μπήκε με όλο της το θάρρος και την ανεμελιά, παραδόθηκε στην συνηθισμένη έκβαση. Και έτσι, οι ολμιστές, οι τυφλές επιθέσεις, οι αμφισβητούμενες λωρίδες γης, οι μοναχικοί λύκοι που σκοτώνουν στο όνομα του θεού τους, οι στάρλετ και οι αναγνωρισμένοι ηθοποιοί αποβιβάστηκαν στο Λίντο με δεκάδες παπαράτσι να αποθανατίζουν την στιγμή. Η διάφανη μουσελίνα που ντύνει το ντεκολτέ της καταξιωμένης ερμηνεύτριας με τις στρατιές των εραστών ανέμιζε στα σκαλοπάτια κάποιου παλάτσο. Όλα άρχισαν να κατακλύζουν τους τηλεοπτικούς δέκτες και τα κυριακάτικα φύλλα, τίποτε δεν περίσσευε. Η καταστροφή του περιβάλλοντος, ένα είδος αργού θανάτου αναδύθηκε και πάλι στην επικαιρότητα ενώ ηγέτες ξένων χωρών πίσω από κλειστές πόρτες θα έπαιρναν για πάντα τις πιο λανθασμένες αποφάσεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Ο Τζόσουα δεν ανταποκρίνεται»

Ειρήνη Θυμιατζή, Γενάρης 2023

Κεράκια ή συστάδες δέντρων; Τα χρόνια στέκονται και φωτίζουν το μονοπάτι μας. Κανείς δεν ξέρει πού θα τον βγάλει. Άλλη μια παραμονή πρωτοχρονιάς. Δεν κάνει τσουχτερό κρύο. Ακούω, όμως, το ψιλόβροχο στο παράθυρο και μ’ αρέσει. Μουντό το τοπίο έξω. Τραβώ την κουρτίνα να το κρύψω. Προσωρινό καταφύγιο η τηλεόραση. Διαφημίσεις για δώρα, ειδήσεις απεχθείς. Γέμισε ο κόσμος ασχήμια. Κοινωνική δυσοσμία. Βρεφοκτονίες, αυτοκτονίες, γυναικοκτονίες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ειρήνη Θυμιατζή, Γενάρης 2023»

Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού

Όταν ήμουν μικρός δεν απαντούσα ποτέ στην ερώτηση “Τι δουλειά κάνει ο μπαμπάς σου”. Το λεξιλόγιό μου δεν ήταν αρκετό για να το εξηγήσω. Τι σημασία έχουν όμως οι λέξεις; Εγώ ήξερα, καταλάβαινα. Ήσουν ένας προσκυνητής του Δρόμου του Καπνού. Ακολουθούσες παντού τα ίχνη του, χανόσουν στα σοκάκια του, και τα πυκνά του σύννεφα δεν σε έκαναν να δακρύζεις. Έψαχνες την απάντηση σε μια ερώτηση που ούτε καν εσύ ήξερες. Κάποτε η αναζήτησή σου θα έφτανε στο τέλος της και τότε θα γυρνούσες πίσω, θα μ’ αγκάλιαζες και θα μου έδινες ένα φιλί. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Πασχάλης Αυγερίδης, Ο Δρόμος του Καπνού»

Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα

Η φρίκη του πολέμου

[…]

Τράβηξα έξω όλ’ αυτά τα χαρτιά κι άφησα το σκέπασμα της στενόμακρης κάσας να ξαναπέσει. Ήταν, αλήθεια, μια αληθινή νεκρόκασα τούτο το μπαουλάκι, κι ήταν ένας φτωχός πεθαμένος αυτά τα κιτρινισμένα πολυκαιρίτικα χαρτιά που ο σπάγγος τα σημάδεψε στις τέσσερεις άκριες. Ένας πεθαμένος που γύρευε να μιλήσει. Τα άπλωσα πάνω στο γραφείο μου και διαβάζοντάς τα με την αράδα έτσι που ‘ταν αριθμημένα, σιγά-σιγά, δίχως να το καταλάβω βρέθηκα χρόνια ολάκερα ξοπίσω. Τα τετράδια τούτα με το φτηνό χαρτί και με τις στριμωχτές μολυβογραμμένες σελίδες τα ‘χα βρει μέσα σ’ ένα γελιό του Τέταρτου Συντάγματος της Νησιώτικης Μεραρχίας, ύστερ’ από τη φριχτή μάχη του υψόμετρου 908. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτης Μυριβήλης, τυχεροί κιόλας όσοι έλαχε να πεθάνουνε μέσα στα χαρακώματα»

Ιωάννης Σόλαρης, Άτεχνη ομορφιά, Χαϊκού και τρία σονέτα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Φεγγάρι (γένους θηλυκού)

κοσμεί το σκότος τη φωτιά ολόγυρα
κι ο ήλιος χτυπά το θράσος της,
παιχνίδια από χρυσό κι ασήμια
θα πέσω να πνιγώ στην ομορφιά της

φροντίζει να σκιστεί στο πέλαγος ’κει
ελπίζει να αλλάξει τη ροή σου, Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ιωάννης Σόλαρης, Άτεχνη ομορφιά, Χαϊκού και τρία σονέτα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»