Κριτική στην «Κρητική ποιητικότητα» τού Φραγκιουδάκη ―από τον Κωνσταντίνο Κ. Χατούπη

Θεοχάρης Ι. Φραγκιουδάκης, Κρητική ποιητικότητα χθες και σήμερα, εκδόσεις Ραδάμανθυς, Χανιά 2022

Ο κύριος Φραγκιουδάκης μάς έδωσε μόλις πρόσφατα ένα βιβλίο που παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον όχι μόνον για τους εραστές τής λογοτεχνίας αλλά και για τους φιλολόγους, ιδιαίτερα για τους ασχολούμενος με την έρευνα και τον σχολιασμό κειμένων· γραμμένο με μια φρεσκάδα στον τρόπο και μια αρενωπότητα στο συναίσθημα –δύο χαραχτηριστικά που αξίζουν την προσοχή μας. Η τελευταία αυτή εργασία τού κυρίου Φραγκιουδάκη δεν είναι, βέβαια, χωρίς αδυναμίες πράγμα το οποίο δεν θα πρέπει ν’ αποθαρρύνει τους αναγνώστες σχετικών κειμένων απ’ το ν’ ασχολήθουν μαζί της. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κριτική στην «Κρητική ποιητικότητα» τού Φραγκιουδάκη ―από τον Κωνσταντίνο Κ. Χατούπη»

Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω

Να σου τα πω, λοιπόν, τώρα έτσι που καθόμαστε κι έχουμε την ευκαιρία.

Ο θείος μου και άλλοι ψαράδες από απέναντι έρχονταν και ψάρευαν εδώ, από πάντα. Κι όταν το  ’14 αγρίεψαν τα πράγματα εκεί, τους  πήρε και τους έφερε εδώ, την οικογένεια, γιατί είχε φίλους.

Και μείνανε στης Χριστοδούλας, είχε σπίτια αυτή και κτήματα και με το παραπάνω. Είχε και ένα γιο που αργότερα σκοτώθηκε, αξιωματικός, στον Σαγγάριο. Είχε και μια θυγατέρα, που την  είχε παντρέψει με τον Νικόλα τον Μπουχλή και έκανε ένα κοριτσάκι η καημένη και πέθανε. Αυτός είχε μάνα Κασαμπαδιώτισσα και πατέρα από δω, ντόπιο, παπά, από το σόι, έλεγαν, των Αγαλλιανών, του άγιου Γνάτιου. Και ήταν και δάσκαλος εδώ. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ζωή Κατσιαμπούρα, Έλα να σου πω»

Δημήτρης Αθηνάκης, -attende-

Αρχείο 11/02/2012

Ποτέ ξανά ένα τραπέζι δεν έχει σταθεί με τόση ευχέρεια ανάμεσά μας
Άνη Κυπριάδη, Περπατώντας αργά στην κάμαρά μου

Ήρθες.
Ναι.
Ναι.
Πώς είσαι;
Εσύ;
Πού ήσουν;
Είχα πάει να… Προσπάθησα. Δεν… Ποτέ.
Λες ψέμματα.
Αλήθεια.
Τι αλήθεια; Ψέμματα.
Αλήθεια.
Ναι.
Τι ναι;
Σταμάτα. Δε με φοβίζουν αυτά. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Αθηνάκης, -attende-«

Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012

Αρχείο 14/08/2012

εκδόσεις Ποιείν

Σε ρε μπεμόλ

Πολύ πριν μάθει την αλφάβητο
προσάρμοσε δάκρυα και στα επτά φωνήεντα
και με στεφάνια μηδενικών ζωής
έτρωγε τον ήλιο στα δέκα νύχια του.
Το πρόσωπό του δεν γνώριζε άλλα πρόσωπα,
μόνο το αντισηπτικό χείλος της ευτυχίας·
τη φροντίδα που εκφυλίζεται σε λέξεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Γκούμας, Ανθολογία 1985-2012»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Τα παράδοξα

Mια παραδοξότητα είναι ο εαυτός.
Φυτρώνει εκεί που δε τον σπέρνουν
κι ούτε καταλαβαίνει από αγραναπαύσεις
ή εποχές.

*

Κάθε κράτος το οποίο σέβεται τον εαυτό του
φροντίζει πρωτίστως να εξουδετερώσει,
από τα ήδη ταλαιπωρημένα εδάφη
της επικράτειάς του, το ενοχλητικό
και άκρως επιβλαβές ζιζάνιο
που η ακαδημαϊκή κοινότητα
έχει ονομάσει: έμπνευση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, Τα παράδοξα»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»

Γρηγόρης Σακαλής, στους δρόμους της ζωής

Δυναστεία

Περήφανος
γι΄αυτά που απέκτησε
σ΄όλη του τη ζωή
κινητά κι ακίνητα
χρήματα και χρυσαφικά
προχωρεί με το κεφάλι ψηλά
στους δρόμους της ζωής
κι αισθάνεται
ανώτερος απ΄τους άλλους
μα αν καλοεξετάσεις
τη ζωή του
θα δεις τη σύζυγο του Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, στους δρόμους της ζωής»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Λευκές Ποδιές

Έργο στην αυγουστιάτικη σκηνή της πόλης
με έκδηλη την αγωνία

κηνικό αδειανής πλατείας μες στην καρδιά του Αυγούστου. Από κάπου φθάνει μια μουσική, κάτι λίγα αυτοκίνητα διασχίζουν την έρημη λεωφόρο. Βαθιά μες στην αστική βλάστηση που πνίγει την πλατεία ο ήρωας καπνίζει και γελά μονάχος του, σαν τους ευαίσθητους τρελούς αυτού του κόσμου. Κάθε τόσο βγάζει ένα χαρτί και διαβάζει δυνατά, σαν εκείνη η μικρή πλατεία να είναι ένα θέατρο με ακροβολισμένους θεατές. Θειάφι και χρυσόσκονη τριγύρω και αρκετή σιωπή, από εκείνο το είδος που φύεται στην πόλη τις πιο σκληρές μέρες του Αυγούστου. Κάθε τόσο ο ήρωας χάνει το κέφι του, κλαίει λυγμικά και ονειρεύεται πως η αποψινή νύχτα συνιστά απομεινάρι ενός κακού εφιάλτη.  Διαβάζει στο χαρτί, κάνοντας την ίδια ώρα κινήσεις σαν να διώχνει τον χρόνο που πετά τριγύρω με άγριες διαθέσεις.] Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Λευκές Ποδιές»