Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο ―μια ακτινογραφία της Ασημίνας Λαμπράκου

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο. Εκδόσεις Ρώμη 2022.

Σαν το γιασεμί και συ
τις νύχτες τραγουδάς τις ευωδιές σου,
λουλούδι μου,
τσουρέκι μου,
αμυγδαλάκι μου καραμελωμένο.

Τους στίχους αυτούς θα επέλεγα να βάλω σε όποια ανάρτηση έκανα για την ημέρα της γυναίκας αν δεν έτεινα, όλο και πιο πολύ, να ενστερνιστώ την άποψη ότι να κόβεις αποσπάσματα από ένα σύνολο έργο είναι ακρωτηριασμός ιδεών, μηνυμάτων, κόπου.

Η συλλογή «ΟΛΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ» του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα ολοκληρωμένο εκδοτικό αριστούργημα, από κάθε άποψη.

Χρώμα και υφή χαρτιού, επιλογή πίνακα, στήσιμο εξωφύλλου. Υφή και χρώμα χαρτιού, αλλά και απορροφητικότητα, επιλογή και μέγεθος γραμματοσειράς, διάστιχο· στήσιμο του σώματος της συλλογής (μία μόνη μικρή ένσταση για τη σελίδα 61, όπου θα πρότεινα να υπάρχει ένα, τουλάχιστον, κενό από το πάνω περιθώριο και, ίσως, τίτλος-θέμα)· σχήμα και μέγεθος βιβλίου τέτοια που αφήνουν τα ποιήματα –  σε όποια μορφή αποφασίσει ο δημιουργός τους να δώσει – να αναπνεύσουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο ―μια ακτινογραφία της Ασημίνας Λαμπράκου»

Γιάννης Σκαρίμπας, και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε

 

Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Σκαρίμπας, και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Να μελετάτε τον Landau

Σκετς που στήριξε την ύπαρξή του στην αναπάντητη καλημέρα
προς τον κύριο Κουρμπέ και την θεωρητική φυσική

[Σκηνικό, το ξέφρενο τοπίο μιας μεγαλούπολης. Μαρκίζες στο φόντο, πινακίδες, εμπορικά σήματα, matrix που ενημερώνουν για τον καιρό, τα κρούσματα, τους νεκρούς, την τιμή του αργού πετρελαίου, την αξία του βαρελιού, την αξία της μετοχής της Microsoft, ανώδυνα τροχαία, διαδηλωτές, κυρίους, αστυνομικούς, δημοσιογράφους. Αυτοί οι τελευταίοι στέκουν στις γωνιές των δρόμων και πετάγονται σαν ξαφνικά κορναρίσματα καθώς κάποιος περνά βιαστικός για την συνάντηση των δύο και τέταρτο. Με άλλα λόγια, δεν θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί, «καλημέρα κύριε Κουρμπέ» μες σε αυτήν την τρομερή εξαλλοσύνη, που μόνο ως υπερβολή μπορεί να υπάρχει.]
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Να μελετάτε τον Landau»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Τζούλια Γκανάσου, «Γόνιμες μέρες»

Τζούλια Γκανάσου, Γόνιμες μέρες. Νουβέλα. Εκδόσεις «Γκοβόστης», Αθήνα 2021.

Mάλιστα. Σε σύγκριση με τους ήδη καλούς «Γονυπετείς», η Γκανάσου προχωράει μπροστά θεματολογικά και –κυρίως– υφολογικά.

Σχεδόν πειραματικό πολυφωνικό πόνημα, με κατά τόπους αφομοιωμένα στοιχεία υπερρεαλισμού, επικεντρώνεται στις σκέψεις ενός άντρα σε κώμα, τον οποίο οι γιατροί (αλλά και η αστυνομία και οι δικοί του) επιχειρούν φαρμακοχημικά να ξυπνήσουν, γιατί ενέχεται σε σοβαρό έγκλημα, έστω με ασαφή ρόλο∙ αλλού όμως προκλητικός ρεαλισμός. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Τζούλια Γκανάσου, «Γόνιμες μέρες»»

Καίτη Παπαδάκη, Το άσπρο

Του έδωσα το προτελευταίο τσιγάρο. Προχωρούσαμε απ’ το πρωί μέσα στον χιονιά. Εκείνος είχε την κόρη του στην πλάτη. Κάθε λίγο γύριζε, την  ρώταγε  κρυώνεις πολύ; Η μικρή έγνεφε ναι. Τότε έσφιγγε όσο μπορούσε την κουβέρτα γύρω της και γρηγόρευε το βήμα του. Πίσω μας ακούγονταν εκρήξεις, ευτυχώς ήταν μακριά για την ώρα. Έριχνε ένα βλέμμα προς τα σύννεφα του καπνού, ψέλλιζε μια  προσευχή , συνέχιζε.

-Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα;

-Μέχρι τη νύχτα θα περπατάμε. Μετά θα μας περιμένουν τα  φορτηγά. Κάνε το κουμάντο σου να σταματήσεις κάπου, να ταΐσεις το παιδί, δεν θ’ αντέξει μέσα στο κρύο.

-Εσύ  είσαι μόνη σου;

– Η αδερφή μου θα περιμένει στα σύνορα  Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παπαδάκη, Το άσπρο»

Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Ἄδειες μνῆμες

Γιὰ τοὺς νεκρούς μας
ἐμεῖς οἱ ζωντανοὶ
εἴμαστε σὰν τοὺς πεθαμένους·
μέσα στὴ μνήμη τους
οὔτ’ ἕνας ἦχος τῆς ζωῆς μας
δὲν δονεῖται, οὔτ’ ἕνα ἄγγιγμά μας,
μία δική μας μυρωδιὰ δὲν νιώθεται. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντῖνος Κ. Χατούπης, Ἄδειες μνῆμες»

Δημήτρης Σ. Δημηρούλης, Η Ανάγνωση του Ροΐδη, Ο Συγγραφέας ως Εξαίρεση [απόσπασμα]

Δημήτρης Σ. Δημηρούλης, Η Ανάγνωση του Ροΐδη, Ο Συγγραφέας ως Εξαίρεση. Εκδόσεις Gutenberg

1.

H σχέση του Ροΐδη με τα βιβλία, τις βιβλιοθήκες και την ανάγνωση είναι τρόπον τινά «ερωτική». Στη γραφή του εκβάλλει η «ηδονή» της εξάρτησής του από τον τυπωμένο λόγο, ενώ, παράλληλα, αναδεικνύεται μια εντυπωσιακή σοφιστική δεξιοσύνη που θα μπορούσε κανείς να την εκλάβει για υποκατάστατο άλλων ισχυρών ενορμήσεων. Σε όλη τη διάρκεια του βίου του αυτό που παραμένει αμετακίνητο είναι η περιπέτεια της ανάγνωσης, η οποία δεν είναι τίποτε άλλο παρά δίδυμη αδελφή της γραφής. Η ανάγνωση για τον Ροΐδη δεν είναι απλό διάβασμα αλλά ο μόνος τρόπος να κατανοεί τη γλώσσα του πραγματικού. Γι’ αυτό δεν μπορεί να γράψει χωρίς τα «δεκανίκια»[1] ενός σύμπαντος γεμάτου τυπωμένες σελίδες. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Σ. Δημηρούλης, Η Ανάγνωση του Ροΐδη, Ο Συγγραφέας ως Εξαίρεση [απόσπασμα]»

Μάριος Χάκκας, «ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση»

Μάριος Χάκκας (1931 – 5 Ιουλίου 1972)

Τώρα που έκανα τα πνευμόνια μου μαύρα καπνίζοντας παλιοτσίγαρα το ’να πάνω στο άλλο. Mε την ίδια φωτιά, τη νεανική, πήγα κρεσέντο. Tώρα που ωρίμασα μαζί με το νεφρό μου που έσκασε καρπούζι στον ήλιο. Tώρα που το είδα χωρίς καμιά φρίκη ν’ ανοίγει τριαντάφυλλο, ούτε αίμα ούτε τίποτε, μόνο τρακ και φάνηκε ζαχαρωμένη ντομάτα. Kοβαλτιώθηκα, μπούχτισα, τσουρουφλίστηκα ολόκληρος. Mόλις τώρα φτάνω των δασκάλων την κόλαση. Όχι εξωτερικά, λέγοντας Pίλκε και Mπέκετ, μιμούμενος φράσεις τους, όχι. Ξεκινώντας από τη δική μου ζωή, λαχαίνω τις σκέψεις μου μες στα γραφτά τους κι αυτή ας πούμε η σύμπτωση με κάνει να χαίρομαι και να σκυλιάζω ταυτόχρονα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάριος Χάκκας, «ό,τι γράψατε σεις σ’ ένα βιβλίο εγώ θα το περάσω σε μια μόνο σελίδα, σε μια μόνο φράση»»