Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών

Είχα από τα δεκαοκτώ μου να βρεθώ στη γενέθλια πόλη τέτοια εποχή, βαθύ φθινόπωρο. Με την αφυπηρέτηση απελευθερώθηκε ο διαθέσιμος χρόνος για διαμονή και έγινε απαραίτητη η τακτική φυσική δραστηριότητα, πεζοπορία σε έντονο ρυθμό μια ώρα καθημερινά. Στη διαδρομή μου κοντοστάθηκα σ’ ένα τρίπατο σπίτι αρχιτεκτονικής των αρχών του ’60. Κατασκότεινο το σπίτι του θείου Άγγελου και της θείας Φανής.

Τέτοια μέρα των Ταξιαρχών κάναμε επίσκεψη οικογενειακώς στο θείο Άγγελο. Όχι, όχι δεν υπήρχε κάποια συγγένεια εξ αίματος ή εξ αγχιστείας. Ήταν καρδιακός φίλος του πατέρα μου. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τασούλα Γεωργιάδου, Κάποτε των Ταξιαρχών»

Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, μες στην φλεβώδη άμμο των αμαρτιών

Ερωτικό

κάθε βράδυ ονειρεύομαι έναν έρωτα αραβικό
με τον ξηρό του αέρα, τα μαυριδερά κορμιά,
την έξαψη και τον ιδρώτα,
κάτω από το αμείλικτο μιας ερήμου αξεδίψαστης

άραγε αυτά να κατέκτησαν την σάρκινη ψυχή
του τρελο-Ρεμπώ; ήταν οι φιλήδονες κινήσεις
των βεδουίνων; ήταν οι νεαροί ανατολίτες,
μύστες των κρεβατιών; ήταν η παραφορά
και η σπερματική υφή του κινδύνου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Καραγιαννόπουλος, μες στην φλεβώδη άμμο των αμαρτιών»

Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Minotauro

Μικρή πρόζα γραμμένη
σε φύλλα καπνού

ίθουσα αεροδρομίου. Γαλάζιο και πράσινο φως, ατέλειωτες σειρές inox κατασκευών. Και μια θολωτή σκεπή ντυμένη ολόκληρη από λεπτό γυαλί. Μια σειρά από ταξιδιώτες περιμένουν υπομονετικά. Άνδρες και γυναίκες, ένα μωρό παιδί μες στα ζεστά του ρούχα, ένας ροκ τύπος, κάποιος άλλος κομμάτι ρετρό, μα με την συμπαθητικότερη έννοια του όρου, ένα κορίτσι τρομαγμένο με μια συστατική επιστολή που την δείχνει με παγωμένο βλέμμα σε όποιον την κοιτάξει. Κατά μήκος της σειράς των ταξιδιωτών και σε κάθε της πλευρά στέκουν γεμάτοι εξουσία και πάθος για αυτό που φυλάνε τα κατάμαυρα γυαλιά τους. Κραδαίνουν τα κλομπ τους, περιμένουν τον ασύρματο και σπρώχνουν στην φισούνα μερικούς ακόμη. Η αίθουσα ονομάζεται Μινώταυρος. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre: Minotauro»

Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα

φωτογραφία αγνώστου, 1897

(ακροθιγώς μια συνομιλία )

Το τέλος γράφτηκε στην ακτή, δίπλα στο σβήσιμο των κυμάτων. Εκεί βρήκα ίχνη της εξαφανισμένης, το ποδήλατο παρατημένο, πιο `κει τα πέδιλα και το λευκό της σάλι, όπως κάποιοι πολίτες των πέριξ μού υπέδειξαν. Τά `φερα όλα στο μυαλό μου τέλος κι αρχή ξανά.

-Και μην μπερδεύεις τη ζωή με τη Λογοτεχνία! Μου πέταξε τη φράση μου σαν το δανεικό ρούχο που το επιστρέφεις στο συγκάτοικο λίγο πριν φύγεις απ’ το κοινό σας σπίτι. Πάρε κι αυτό πίσω σαν να μού ’λεγε. Στάθηκε ένα λεπτό κρατώντας την πόρτα, σαν να `θελε κάτι ακόμα να προσθέσει μα δεν είπε τίποτα. Χαμογέλασε – ειρωνικά ή πικρά, δεν κατάλαβα- την έγειρε και πάει… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Καίτη Παυλή, Ποδηλάτισσα»

Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο Χώμα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Quinta Essentia

i.

αυτή η γη
πηγάδι που στέρεψε
σκυλί παρασυρμένο
στην άκρη του δρόμου

ii.

άνθρωπος τρωτός
θα πει
να μπορείς να ξεφυλλίσεις
ουρανούς Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιώργος Σαράτσης, Πρόσφορο Χώμα ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Δημήτρης Φύσσας, ένα βιβλίο σε 100 λέξεις: Αθανασία Δρακοπούλου, «Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι»

Αθανασία Δρακοπούλου, «Ποιος τραγουδάει και ποιος όχι». Διηγήματα. Εκδόσεις Πόλις, Αθήνα 2019.

Το βιβλίο αυτό, η πρώτη μου επαφή με την έμπειρη (γέν. 1952)  πολυκαλλιτέχνιδα, είναι μια σπουδαία συλλογή εννιά κομματιών.

Εκτός από τη θεματολογική ποικιλία, το φροντισμένο ύφος, τη συγκρατημένη συγκίνηση και την αρτιότητα / ολοκλήρωση όλων ανεξαίρετα των ιστοριών, ακόμα περισσότερο μ’ εντυπωσίασαν η άνεση στις πετυχημένες εναλλαγές των αφηγηματικών εστιάσεων (από κοριτσάκι / ώριμους άντρες / γυναίκες /τη συγγραφέα- όχι όμως παντογνώστρια), η κατά τόπους αυτοϋπονόμευση της αφήγησης και το διάσπαρτο χιουμοριστικό στοιχείο, ιδίως στα «Αν τύχει τίποτα» και «Η ψεύτρα».

Δε θα ξεχάσω ποτέ το αριστουργηματικό ψυχογραφικό ρέκβιεμ «Ο Μίμης»  και το κλείσιμο στο «Εκείνος, ο άλλος».

(Λέξεις 99)

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ερωτικόν

I
Στὰ μάτια δάκρυ κουβαλῶ, ἀστραφτερὸ διαμάντι,
ποὺ μοῦ πλουτίζει τὴ ζωὴ γι’ αὐτὸ καὶ τὸ φυλάσσω.
Μὰ καρτερεῖ πικρὸ φευγιὸ ποὺ πάντα τό ’χω ἀγνάντι
κι ἔτσι θὰ κλάψω, τὸ νογῶ, γιὰ πάντα νὰ τὸ χάσω . . .

II
Ἕλενα, τὴν ἀγάπη μου, γιὰ σένανε, τὴν πλήθια
δές, μὲ τὶς φλέβες μου θαρρῶ πὼς τώρα τὴ ματώνω·
Ἕλενα, ἡ ἀγάπη μου μοσχοβολάει στὰ στήθια
γιατὶ μοῦ δίνεις στὴ ζωὴ ῥυθμὸ κι ὡραῖο τόνο! Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ερωτικόν»

Λεωνίδας Καζάσης, δύο ποιήματα

Ορθροβασία

Του φεγγαριού βέργα εναπομείνασα επισκοπεί,
νυκτός ανάνηψη ροδίζει, μετάβαση πορτοκαλί – πρωίας αποχρώσεις,
η ημέρα εδραιώθηκε. Ίμερος ήρεμος ο ήλιος,
λάβρος το μεσημέρι καταυγάζοντας οργά!
Ρόχθοι, θροϊσματα, ριζά, κορφοπλαγιές γλάφουν
ράγδην Μονεμβασία !
Της φύσεως απροσπέλαστη αρνησικυρία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, δύο ποιήματα»