Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου: Τα νερά

Eρχόταν από τα νερά. Ο Θεός ερχόταν είπαν από τους ωκεανούς. Το πλήθος των τρελών τον είδε που σηκωνόταν από τα κύμματα, κατάκοπος, παραπατούσε μες στους αφρούς. Ήταν ένας νεαρός άνδρας, δεν μιλούσε καμιά γλώσσα, μες στο στόμα του ιχθύες και πολεμικές μηχανές, πόλεις και εξωφρενικά καλοκαίρια του μαύρου ήλιου, με νεκρούς ταύρους, μεσογειακά ερρείπια,τρεμάμενους καρπούς στα μεγάλα υψόμετρα, στο χρώμα του κερασιού. Το στόμα του ήταν όλο δόντια, από χάλυβα ή κάποιο σφυρήλατο υλικό Ερχόταν βιαστικός, σαν κάτι σπουδαίο να επρόκειτο να μας εμπιστευτεί. Εμείς με τους σταυρούς, οι παλαιοί άποικοι, η παταγώδης αποτυχία. Τώρα προσμένουμε τα μεγάλα, εμπορικά πλοία του στέμματος και το ναύτη που θα μας γνέψει. Θα ανταποκριθούμε στο χαιρετισμό και όρθιοι σαν πυρσοί θα προχωρήσουμε προς το πέλαγος, καινούριες ήπειροι που χύνονται στα νερά. Εμπρός από τα μάτια μας οι Πελασγοί με την παρθενικότητά τους, τα δωρικά φωνήεντα, τις χαράξεις του ένα και του λέοντα. Στα κεφάλια κρατούν τους αμφορείς εκείνοι που μέλλονται να έχουν πάντα τα ακίνητα των αγαλμάτων μάτια. Κάποιοι από εμάς θα πνιγούν, η ανεξιχνίαστη ηλικία του νερού μες στα σπλάχνα μας που είναι όλου του κόσμου. Καινούριοι ηνίοχοι που ξεχύνεστε στα άρματα, λυπηθείτε τους θεούς, σταθείτε, ταπεινοί όσο ποτέ οι θεοί μας, το τέλος των μεταλλουργικών εποχών. Ο Θεός είπαν θα έρθει από τα νερά, φύκια μες στο στόμα του, οι καταρράκτες ,πίσω από τα μάτια σπήλαια των πρώτων θαυμάτων. Εμείς προσμένουμε πάντα σαν τους παλιούς αποίκους που επιστρέφουν στις πατρίδες τους. Ανάμεσά μας η Ιώ, της χαϊδεύουμε τα μαλλιά και υποσχόμαστε πως θα φτιάξουμε ένα άγαλμά της στο μέσον του αρχαίου θεάτρου ή θα ονομάζουμε για πάντα έτσι τα κορίτσια μας. Θα σωπάσουμε μονάχα όταν δούμε τον θεό μες στους ανέμους να κείτεται νεκρός. Οι σταυροί, οι εικόνες, τόσες λατρείες. Τόσες τελετές, λοιπόν στο όνομα ενός τέτοιου Θεού. Ανυποψίαστοι δεν είχαμε φανταστεί πως εμείς οι ωκεανοί, εμείς οι ασπίδες και οι συντριμμένοι θεοί.

 

©Απόστολος Θηβαίος
Photo by Philippe Halsman, 1948

Νανά Τσόγκα, Με ασημένια ουρά

 

(Beethoven: Concerto No5, Adagio 2nd movement)

Σαν ανεπιθύμητη υπογεγραμμένη, εδώ κι εκεί και πιο συχνά, …σκουπίδια, μπόχα… ενοχλητική υπενθύμιση. Λες και τα γεννάει το μολυσμένο βλέμμα μας που είναι συνεχώς χαμηλωμένο.
Η σιωπή δεν είναι αδιαφορία˙ η πόλη μου με πιάνει, με ταρακουνάει – κι εκεί στην στροφή, με σπρώχνει απότομα˙ ολόσωμη μπροστά μου, ωσάν επείγουσα ανάγκη να την υπερασπιστώ.
Ή να την συνοδεύσω στην κηδεία της.

Δεν είναι ακριβώς νοσταλγία˙ είναι μια δίψα έξω από μας, γι’ αυτό που λείπει.
Μερικές φωτογραφίες δείχνουν, πώς θα καταλήξει ο άνθρωπος που έχει απαθανατιστεί˙ ή, πως, μόλιςέχει πάρει μια μεγάλη απόφαση.

Στο μεταξύ, το φεγγάρι έχει μπει μες στο δωμάτιο.
Ασημένια άχνα, σαν μόλις να πέρασε κρυστάλλινη άμαξα – και χάθηκε η ευκαιρία να μάθουμε ποιος ήταν μέσα.
Ο έρωτας διάφανα νερά – για χάρη του, γινόμαστε χελιδονόψαρα με αμφίβια βράγχια ανάμεσα στα άνθη του βυθού.
Στο μέλλον – ή κάποια άλλη στιγμή – τη θέση μου θα πάρει ένα μικρό λουλούδι ν’ αφηγηθεί για τις δικές του ρίζες.

Στον ύπνο πάντα ταξιδεύει – κι ας μη θυμάται μετά, πού πήγε.
Της χάιδεψε τα μαλλιά καθώς άκουγε την ήσυχη ανάσα της.
Από ευτυχία, πάντως, εκείνη ξύπνησε.
Και πριν προλάβει να αναδυθεί απ’ τον βυθό τού ‘πρόβα-θανάτου’ Δέλτα
σκέφθηκε πως ο άλλος πρέπει να ’χει χρόνο για να σε πλησιάσει.
Ή, να μην τον νοιάζει, πώς θα τον σπαταλήσει.
Και στις δύο περιπτώσεις, ο καιρός περνάει.
Άλλους τους κάνει πλούσιους, κι άλλους με πλούσια μοναξιά.
Όλοι είμαστε πολύ πιο πλούσιοι απ’ ότι νομίζουμε.
Όμως, καμία ανθρώπινη χάρη δεν συναγωνίζεται τον χορό ενός φύλλου μέσα στην ανελέητη καταιγίδα του Γενάρη.
Πλημμυρίζουν και τα δάκρυα, φορές…
Και το φεγγάρι πριν βουτήξει στα νερά, χελιδονόψαρο με ασημένια ουρά.

© Νανά Τσόγκα
Φωτογραφία © Στράτος Φουντούλης, Ηράκλειο Κρήτης, Αύγουστος 2013.

*
Σύντομο βιογραφικό: Ψυχολογία, Κοινωνιολογία Μ.Μ.Ε. στο πανεπιστήμιο του Tûbingen στη Γερμανία, υποτροφία στη δραματική σχολή του Εθνικού Θεάτρου, διδασκαλία αγγλικών, γερμανικών, σεμινάρια υποκριτικής, ποίησης και λογοτεχνίας, ραδιόφωνο επί 25ετία, ηθοποιός, ραδιοφωνική παραγωγός, μεταφράστρια – και μανιώδης γραφιάς:
Ακροβολισμοί, μεταΠοίηση μετΑμφιέσεων, το ανοίκειον κέλυφος, η είλη της ύλης, σημειΟμματα = ποιητικές συλλογές
Χαριστική αναΒολή = μυθιστορία
Το ΟΝειρο του Κόσμου = αφηγήματα (υπό έκδοση)
Δημοσιεύσεις σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά: διηγήματα, ποιήματα, κείμενα για το Θέατρο, τον Κινηματογράφο, την Ποίηση και τις Καλές Τέχνες.
Περιοδικό “Πανσέληνος” ~ Ένα κυνικο-τρυφερο-ιλιγγιώδες βήμα πριν από το χάος.

http://onlysand3.blogspot.gr/ 
https://www.facebook.com/profile.php?id=625349482 

Θανάσης Πάνου, Η ψυχή της πόλης

Τα πάντα στο κόσμο είναι διατεταγμένα σε λογική σειρά ενώπιον του ομορφότερου φιλιού. Γεύση, είναι το μικρό όνομα του πρώτου ερωτικού φιλιού. Τρυφερό, οξύ, καυστικό, αλμυρό ή γλυκό, άτσαλο και ντροπαλό, χαράζει μόνιμα στη μνήμη την παρουσία του. Είναι η αιφνίδια λάμψη του σύμπαντος συσσωρευμένη σε δύο χείλη. Συγκλονίζει με την αίσθηση του χάους που αναδύει η πρώτη ταύτιση των εσωτερικών προβολών. Έχει τη δύναμη να κουρελιάζει την λογική και να αναγεννά επιθυμίες που εντυπώνουν στα τρίσβαθα των ερωτικών αισθήσεων την άυλη φλογερή του πάθους πραγματικότητα. Όταν είναι μουσικό φιλί, είναι κλειδί του πενταγράμμου με νότες ενεργειακές που συγκινούν και φορτίζουν όλες τις σκέψεις σε περιελίξεις εν χορώ. Στα χείλη συναπαντούνται και κατοικούν έμμουσα οι παιδικές καρδιές με όλα τα μυστικά της παιδικότητας. Με τον διπλασιασμό ή τις επαναλήψεις, ίπτανται επίγεια και καταδεικνύουν το πέρασμα προς το φως που απεκδύει όλα τα πάθη. Περιδινούμενα τα σώματα μες το φιλί περιγελούν τη γήινη βαρύτητα. Το πρώτο φιλί προσμετράτε μόνο του, ως αρχή και τέλος. Όσο ο χρόνος μας ταξιδεύει , συγκινεί με την απουσία του. Ως όν , άγριο ή οικόσιτο, φωνάζει τον αποχωρισμό. Ως κάτοικος του φυτικού βασιλείου, είναι ένα μοναδικό λουλούδι που ανθίζει και μαραίνεται διαφορετικά για τον κάθε άνθρωπο. Αν κηπουρός φιλιών δεν νοιώσεις, έρημος θα είναι ο βίος σου. Όσο για μένα , που τολμώ –ο γελωτοποιός- τα τοπία της ψυχής του πρώτου και ομορφότερου φιλιού να περιγράψω… Σε χώρο ασφυκτικό, ανάμεσα σε πόδια γιγάντων κάτω από ένα αποκριάτικο τραπέζι γεννήθηκε το πρώτο το φιλί, μαζί με την απαγορευμένη αρετή του. Μετά φορέσαμε ξανά τις μάσκες και αναδυθήκαμε από της ιεράς τράπεζας το χώρο. Στη συνέχεια η πορεία μου υπήρξε άμπωτις και πλημμυρίς ψιθύρων και κραυγών, συναθροίσεις χειλιών από τις τέσσερις γωνιές του κόσμου, ώσπου κάποτε, στη μέση ηλικία, όταν η γεύση των χειλέων έγινε μόνιμα αλμυρή. Βούλιαξα στη θάλασσά τους και ναυαγός πιάστηκα από το σωτήριο το σανίδι, μα ήταν πτερύγιο καρχαρία και το υπόλοιπο ταξίδι μου η άγρια αιμορραγούσα η πορεία του, επωδός της άναρχης του έρωτα φυγής

*
© Θανάσης Πάνου
photo©Philip Solovjov

Απόστολος Θηβαίος, «Τις Νύχτες της Κυριακής και ποτέ άλλοτε»

Ισπανικές υδατογραφίες, κορίτσια της Μαδρίτης καμωμένα από χειροβομβίδες και σπαρμένα μέλη, ανθρώπινα, σπαρακτικά τα θεάματα του αιώνα μας. Και έπειτα η σύνοψη των εποχών, τα δράματα, οι ελπίδες και τα κρίματα, σκοτωμένα πλάι στα εμπορικά της οδού Μητροπόλεως με τους γωνιακούς έρωτες και τα ανθοπωλεία και οι αναρίθμητες ήπειροι σταματημένες σε χαμηλά τοιχία και καταστήματα εποχιακών. Ο ηλικιωμένος άνδρας διαδραματίζει μια σπουδαία θέση στην αστική σκηνογραφία, έτσι με το βιολί του, τότε μονόχειρας, σήμερα με πολύσπαστα, μεταλλικά πόδια και προσφυγικές ιστορίες που λέγονται μόνο στις φωσφορικές κουζίνες των ιπτάμενων σχεδίων της οδού Πατησίων και ακόμα περισσότερο, όπου σφύζει η ανθρώπινη βιολογία και τα βήματα των οδοιπόρων. Δεν παραθέτω παρά σκόρπιες, αυθόρμητες εικόνες καταστροφών. Και εξακολουθώ να αφιερώνομαι στην παρασκευή ανεμοστρόβιλων και σε άλλες εργασίες χαρακτήρος βιομηχανικού, καθώς κατώτεροι θεοί κραυγάζουν απελπισμένοι «Ορέστη, Ορέστη!» και γκρεμίζονται από τους υψηλούς εξώστες του μοτέλ Νέα Βικτωρία στην ομώνυμη πλατεία με τα σκόρπια, τα σκισμένα φτερά των αδικοχαμένων Τρώων.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Βασίλης Λαλιώτης, Τα Φτωχά Παιδιά στην Προσωπόβιβλο

 6-4-13
Η μητέρα μου, μύρο το χώμα που την σκέπασε, όταν τύχαινε κι έρχονταν τα δώρα και τα ρούχα και κυρίως καμιά δερμάτινη μπάλα, δεν με άφηνε να την παίξω στη γειτονιά, για να μην προκαλούμε αυτούς που δεν έχουν, έλεγε… Φαίνεται πως από μια εποχή και μετά οι μητέρες έκαναν το αντίθετο. Ό,τι καινούριο και λουσάτο αποκτούσαν το έκαναν επίδειξη στους πιο φτωχούς, δεν εξηγείται αλλιώς. Και φαίνεται πως πλήγωσαν πολλούς φτωχούς με στερημένα παιδικά χρόνια. Πολλοί από αυτούς τους πρώην φτωχούς και ταπεινωμένους υπάρχουν και στο φέισμπουκ. Οι οποίοι βγάζουν κατά κάποιο τρόπο τα απωθημένα τους πληροφορώντας μας για το που πότε και με ποιούς έφαγαν μια μακαρονάδα και μου θυμίζουν πρωινά μεσημεριανά και βραδινά και πόλεις και ταξίδια, όπου αυτοί είναι κι εγώ δεν είμαι… Δεν ξέρω γιατί ακριβώς το κάνουν αυτοί οι πρώην φτωχοί με τα απωθημένα, ίσως για να ζηλέψω… Αλλά επειδή έχουμε γεννηθεί από διαφορετικές μητέρες, το μόνο που καταφέρνουν είναι να με κάνουν να τους λυπηθώ για την παιδική τους μιζέρια, για την φτώχεια που συνεχίζει να τους συνοδεύει, μεγάλους πια, σ’ ένα φαγητό, μια συναυλία, μια συνάντηση, τόσο λυπητεροί όσο κι όταν ήμουν παιδί κι έπαιζα με τη δερμάτινη μπάλα μόνος, ρίχνοντας σουτάκια στον τοίχο, κρύβοντας ότι είναι ολοκαίνουρια, όσο να φθαρεί και να την παρουσιάσω σαν μεταχειρισμένη και τότε και τώρα στα φτωχά παιδιά, που προς λύπη μου, μεγάλωσαν αλλά συνεχίζουν να συμπεριφέρονται σαν πληγωμένα από την επίδειξη πλούτου ποιος ξέρει ποιού… Τραυματισμένα παιδιά που με τωρινές επιδείξεις προσπαθούν να υπερκεράσουν το γεγονός της βαθύτατης ανέχειας που συνεχίζει να δρα μέσα τους.
φωτο από το ιστολόγιό του

Νίκος Κυριακίδης, τρία κίτρινα ποιήματα –και ένα παραλήρημα

 
ΠΙΚΡΟ ΠΟΥΛΙ
( πρώτο κίτρινο)

Ένα κίτρινο πουλί, κατέβηκε πολύ χαμηλά.
‘’Θα βρέξει’’
Με κοίταξε στα μάτια
Καταλάβαινα τη γλώσσα του:
‘’Είσαστε όλοι μαστρωποί’’
Έμενε σχεδόν ακούνητο,
απέναντι έλεγε ‘’ταχυφαγείο’’.
Στιγμές-στιγμές σαν να παίζαμε το παιχνίδι της επιβολής.
Ποιός θα στρέψει πρώτος το βλέμμα αλλού.
Εγω θα χάσω.
Γιατί πουλί δεν είμαι,
γιατί έπαιξα με τον χρόνο,
δεν είμαι ευαίσθητος στα ιόντα,
γιατί έχω φάει απέναντι.
Αυτό έχει φάει,
μόνον με ρυθμό.

***
HELPLESS
(δεύτερο κίτρινο)

Πήραν τα μάτια μου φως
Κανείς δεν θάρθει
Δεν έχω βαρίδια στις τσέπες
στα πόδια, έχω.
Περιμένω
Κίτρινα λουλούδια
Με τον θεό τους για γύρη
Και μια συγκατάβαση το πολύ,
για κάποια μικρά,
για λίγο χρόνο.

***
Ένα μήνυμα σε άγνωστον αποδέκτη
(τρίτο κίτρινο)

Έχω στο μυαλό ένα ξεκούρδιστο καναρίνι
Δεν μπορεί ούτε να φοβάται, πια.
Μόνον σιωπά κρυώνοντας
Μόνον κρυώνει μ’ αξιοπρέπεια.

***
Με την άδειά της, θα το προτιμούσα… “Θέλετε να χορέψομε Μαρία ;’’
(παραλήρημα)
Δεν σταματάμε να ψάχνουμε απαντήσεις, λύσεις ανύπαρχτων μυστηρίων, εκεί που η συγκίνηση μας παίρνει μαζί της-μέσα της ;
Δεν παύουμε να εκχωρούμε στους συμπαθείς φιλόλογους, ‘’ερμηνείες, κριτικές, κατατάξεις, αισθητικές πολυλογίες’’, εκεί που το αίμα τρέχει, εκεί τουλάχιστον.
Αυτά είναι μικροβιολογία, καννιβαλίστικη ανατομία ζωντανού. Αυτά είναι η προσήλωση στον ‘’μη όλον’’, η μεταφυσική των παπάδων, που δεν είναι μόνοι πια.
‘’Θέλετε να χορέψομε Μαρία’’; Νουβέλα, μυθιστόρημα, ποίημα;
Άστους Μέλπω, εδώ ανατομούν ακόμη την ‘’Εποχή στην Κόλαση’’… εγώ πάντως, θα το πω ποίημα.
Ποιός ο Γιάννης;
Ένας άρρωστος και φτωχός πολύ από τα μικράτα του, με αναπηρίες, ένα θείο φάντασμα στο υπόγειο, αυτός που συνουσιάζεται με αυτές που το έχουν ανάγκη, που χαϊδεύει με τα λόγια παραμορφωμένα παιδιά, που ακούει στοργικά κατεστραμμένους άντρες ( ‘’Χωρίς να είναι γιατρός!)… που είναι ο γρίφος;
Ποια η Άννα ;
Μια που της στέρησαν το φύλο, τη ζωή, τον έρωτα, τα παπούτσια. Μια από τα μιλιούνια. Τελικά όμως της στέρησαν όλα… όχι τον Γιάννη.
Η κυρία Θαλή ;
Θύμησες, απάθεια από κούραση, ζωή χτες -στο χτες, ( η μάνα σκέτη) μέχρι να πρωτακούσει τον Γιάννη με τις τρελές του διασκεδαστικές διηγήσεις, τα παραμύθια της.
Η Μάρθα;
Παίρνεται με πολλούς, αλητεύει, πονεμένα απαιτεί, σιχαίνεται τη μιζέρια. Μα ‘’ονειρεύεται’’ ;
Ένα θηλυκό που αντιστέκεται απελπισμένα. Πάντως βρήκε τον Γιάννη κάπως, όχι βέβαια ανάμεσα απ΄ τους εραστές της.
Μαρία θαρρώ λένε το όνειρο του Γιάννη, μη σου πω πως αυτός είναι η Μαρία του, το λέει η Μέλπω : ‘’ομαδικός άνθρωπος’’ κατ΄ άλλους ‘’γενικός άνθρωπος’’ …ο ‘’εμείς’’.
Μη φλυαρώ άλλο.
Με συγχωρείτε κιόλας, αυτή ήταν η δική μου Μέλπω, η δική μου ‘’Μαρία’’.
Ελπίζω να βρείτε τη δική σας , χωρίς αισθητικούς όρους, λογοτεχνικά ρεύματα και ‘’εξετάσεις’’ σε φοιτητές.

*

Copyright©Νίκος Κυριακίδης

photo © “Amy Alt” by William Frederking, early 90’s

άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]

Αρχείο 20/04/2012

προηγούμενο, παλιό,ετερόχρονο, δε με νοιάζει

Συνήθως καμιά μοναξιά για μένα δεν είναι ευεργετική ούτε κι ευλογία.Για εύλογους λόγους.Ας τους ξέρω μόνο εγώ.Μα τώρα που λείπεις την απολαμβάνω τη μοναξιά.Είμαι στο χώρο σου,μου,μας.Μυρίζω το λινό σου πουκάμισο και το μαξιλάρι σου.Κοιτάω και καμιά φωτογραφία.Σκέφτομαι πως θα χω το σπίτι καθαρό και μοσχοβολιστό όταν γυρίσεις.Κι ένα πιάτο φαί στο ξύλινο τραπέζι της αυλής.Να μου πεις μπράβο για την πρόοδό μου και να μου δώσεις και καμιά σφαλιάρα στον κώλο σαν να σαι κανένας 50άρης κι εγώ η λολίτα σου.Απενοχοποίηση της ζητάω.Στο κάτω κάτω δεν έφταιξε κι εκείνη που ο Ναμπόκοφ την έπλασε έτσι.

Τις μέρες που έλειπες είδα την Αθήνα χωρίς προκατάληψη και λάτρεψα για άλλη μια φορά το μπλακ ντακ.Αποφάσισα που θα’ναι το επόμενο ιερογλυφικό στο σώμα μου.Αγάπησα το βιβλίο της οικολογίας και την ουβικουϊτίνη και σαν κάπως να συμπάθησα το θεώρημα Bayes.Το τελευταίο μαζί με τα υπόλοιπα δικά σου θα μου τα αναλύσεις στα ιδιαίτερα μας. Συνεχίστε την ανάγνωση του «άλις: τρεις μικρές αφηγήσεις [2]»

Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)

Αρχείο 16/02/2012

Μερικές προσευχές χάνουν το δρόμο τους και έτσι αδέσποτα περιφέρονται σε μια γοητευτική δυσαρμονία, αλλά απόψε θέλω να υμνήσω την ατέλεια και να θρηνήσω για την επερχόμενη ευτυχία!

Πόσο παράξενο Αλήθεια είναι το γεγονός πως οι απλοϊκοί υπερτιμούν την Αγάπη, παραβλέποντας το γεγονός πως αυτή στην φύση της είναι αγενής και αδιάκριτη.

Εισβάλει συχνά τις πιο ακατάλληλες στιγμές και πάντοτε Ακάλεστη, Τι Αγένεια..!!!!!

02:18 Έχει ησυχία εδώ απόψε και όλα ως συνήθως πεθαίνουν στην ώρα τους, σχεδόν τίποτα δεν αλλάζει και τριγύρω τα αντίτυπα του αοράτου προτύπου επιμένουν πεισματικά στην επίπλαστη ευδαιμονία τους. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Παναγιωτάκης, Η Αγένεια της Αγάπης (Μικρές Ώρες)»