Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…

Η λίστα με τα ευπώλητα – Στα σκουπίδια!
Τα πλείστα των ευπώλητων σκουπίδια
Πληρώνετε ένα, δύο τζάμπα
(έτσι με τζ- καθώς που απεχθάνεται ο κυρ Ντίνος)
Βιβλία για το καλοκαίρι
Τις διακοπές (ρεύματος)
Τις Γιορτές
Τη Σαρακοστή
Ο γέρων Παφνούτιος για το Μνημόνιο. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χ.Ε. Μαραβέλια, Ευπώλητα…»

Μανώλης Μεσσήνης, «Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια» -Ποίηση

 
Δέηση

Γεννήθηκα σε μια χώρα με βαθύ ουρανό και λαμπερό ήλιο
κι όμως, είδα
μάτια θολά να τρέμουν πίσω απ’τα κλειστά παράθυρα,
μάτια να λαχταρούν ζωή,
μάτια να ιστορούν τη μοναξιά της γης μου·

κι έγινε ο λόγος μου άυλος ψίθυρος
και το κορμί μου διάφανο σύνορο,
αδύνατο ν’αντέξει τ’ανθρώπινα που σείονται
Ποια μέτωπα να ξεπλύνω
και ποια στήθη να γυμνώσω;
Σε ποια χέρια τα χέρια μου να τρίψω
και σε ποια σπλάχνα το πάθος μου να βυθίσω;
Από ποια μάγουλα να πάρω το δάκρυ να το διαλύσω
στη συνείδηση της γης μου;

Δεν αντέχω πια να ξοδεύω την οδύνη μου
πλέκοντας το ένδυμα κάποιας υψηλής αλήθειας,
μακάρια συνομιλώντας με την ατελεύτητή μου πτώση

Μια έκρηξη αναμένω, μια έκρηξη που θα’ναι αρχή,
σαν φτεροκόπημα πουλιού,
σημαίνοντας τον θάνατο ενός ξεπερασμένου κόσμου

Μια έκρηξη
που να μπορεί να γίνει στάλα στοχασμού
που να μπορεί ν’ανάβει τους κόρφους της γης και τ’ανοικτά της σκέλη
που να μπορεί να δίνει φωτιά στον άνθρωπο να πιει σε ψηλό ποτήρι

Μια έκρηξη αναμένω, κι έναν κόσμο έφηβο
να με ξαναγεννήσει

***
Εδώ θα σταθώ

Λιγόστεψε το φως,
χαμήλωσε ο ουρανός το πρόσωπό του,
κρεμάστηκε το φεγγάρι μεσίστιο
στον ιστό των ματιών μου

Στο στήθος μου κατοικεί ένα πουλί,
αλαφιασμένο, χωρίς φτερά και κράζει
Μοιάζω του Σίσυφου,
φορτωμένος μια πέτρα
να τη στηρίξω προσπαθώ στην κορυφή,
μα όλο κατρακυλά

Εδώ θα σταθώ,
σε τούτη την πέτρα,
στην πέτρα που με γέννησε
Αγωνιώντας για του ανθρώπου τις ρωγμές,
λουσμένος ιδρώτα, φορτωμένος μνήμες
Σηκώνοντας το βάρος της νυκτός
Εξουσιάζοντας τη θέληση, κι ανάβοντας φωτιές

Εδώ θα σταθώ,
με το αγκάθι στο στήθος μου σφηνωμένο,
άγρυπνος μες στο σκότος που με περιβάλλει,
γυμνός από λάμψη – σαν φλόγα ασχημάτιστη,
όρθιος πάνω στον σταυρό,
καταρρίπτοντας με όνειρα τους εφιάλτες

Κι αν μέρα τη μέρα βαδίζω
σε λιμνασμένα νερά
και δρόμους φλογισμένους
Κι αν καίω το βλέμμα μου
σε αδιάβατες κορφές
Εδώ θα σταθώ,
ανάβοντας φωτιές σε πλατείες,
κτυπώντας καμπάνες
για να ξυπνήσουν του κόσμου οι γειτονιές

Εδώ θα σταθώ,
μαστιγώνοντας τον φόβο
έξω απ’τις κατοικίες της σιωπής,
με τα μάτια στραμμένα στα βέλη που με σημαδεύουν

Εδώ θα σταθώ,
στην πέτρα που με γέννησε

***
Αδιέξοδο

Οι ιδέες τραβιούνται σαν λαστιχένια φίδια
Φάρδυνα τον ουρανό και είναι άδειος

Κραυγάζω, σαν τους τρελούς που ξαπλώνουν πάνω στην άσφαλτο
και ζητούν να φυτέψουν δέντρα μεσοστρατίς
Παραπατώ, σαν τους μεθυσμένους που ζητούν να γεμίσουν το κενό,
το τεράστιο καζάνι του χρόνου

Φοβάμαι την τοποθέτησή μου
σαν ένα κουρέλι πάνω στην παλάμη της γης

***

Copyright©Μανώλης Μεσσήνης
Photo©Gary Schneider, “John In Sixteen Parts”, 1997

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή «Δρόμοι με ματωμένα γόνατα»

 
ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια.
Ανατριχίλα!
Μπορεί και αναγούλα – ανάλογα τα κέφια του μάγειρα.
Ο χρόνος σαν κι εμάς είναι ναυλωμένος.
Δεν φαίνεται κάπου στεριά.
Ο χρόνος κι αυτός είναι σκλάβος εδώ.
Τα μάτια θυμούνται
τα βήματα θυμούνται
το πλήρωμα έχει ξεχάσει
δεν πρέπει να θυμάται.
Το βαπόρι περπατάει στο νερό
με τα πόδια του να πλατσουρίζουν
σαν μικρού παιδιού στις διακοπές.
Μικρή ζωή!
Πιο πολύ ζωή
έχουν τ’ απόβλητα του βαποριού.
Θυμίζουν ανθρώπους πάνω…

***
ΑΙΩΝΑΣ

Ακέφαλα κορίτσια
Εσύ χωρίς φίλους
Λάθος απαντήσεις
Κύκλοι παντού.
Τηρουμένων των αναλογιών,
ονομάστε το:
Πρώτη
Μοναδική
Παρουσία.

***
ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑΝ ΚΑΙΡΟ

«Τι δουλειά κάνεις;»
«Πουλάω… παίρνω τα ΚΤΕΛ και μια βαλίτσα.
Πάντα υπάρχει κάποιο ανοιχτό ξενοδοχείο.
Μένω, μετά μαζεύω παραγγελίες,
φεύγω».
Σ’ ένα καταπράσινο δάσος υπήρχε μια όμορφη αλεπού,
πολύ μικρή για μεζές
πολύ – πολύ μικρή για να μη χορταίνει εύκολα.
Όταν ξέμενε,
επιτάχυνε το βήμα, έφτανε στις παρυφές της πόλης,
όρμαγε στα σκουπίδια,
επέστρεφε.
«Όλοι θέλουν
ένα τηλέφωνο, μια διεύθυνση υποψήφιων νεκρών.
Άλλοι για όργανα,
άλλοι για καμιά γρήγορη αρπαχτή στη διαθήκη,
άλλοι – οι πιο πολλοί-
να ξελαμπικάρουν:
Μια ζητούμενη ευθανασία
ένας φόνος χωρίς άλλοθι, κόστος, φλυαρίες».
Η αλεπού δεν είναι πονηρό ζώο-
θα την έλεγες
ευπροσάρμοστη
ολιγαρκή
κυρίως χωρίς φαντασία
και όνειρα.
Γι’ αυτό και η ουρά της είναι φουντωτή, εντυπωσιακή,
περισσότερο από ολόκληρο το ζώο.
Σαν να λέει:
«Από μένα θυμηθείτε
μόνο τη φυγή μου».

***
ΠΕΤΑΞΕ ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΡΩΜΙΚΟ ΔΡΟΜΟ
στην Πελαγία Μπότση———————–

Οργισμένες εφημερίδες στο πάτωμα.
Ποιό πάτωμα; είναι δρόμος.
«Ω, μη θεωρείτε την εξαθλίωση καθαυτή,
υπάρχει κυρίως η διάσπαση της κοινωνικής συνοχής».
Δεν ψέκασαν για αρουραίους, αλλά δεν δάγκωσαν ακόμη.
Παραίσθηση είναι να κρυώνεις στον καύσωνα
να ιδρώνεις το καταχείμωνο
ίσως και να ’ναι βλάβη του εσωτερικού θερμόμετρου
– όλα τα μηχανήματα είναι ψεύτικα, πια.
Κάποιος διηγείται ιπποτικές ιστορίες,
βάζει στην πλοκή «τη δύναμη του καλού».
Προφυλακτικά πεταμένα,
τα πιο πολλά άδεια.
Είναι που ο έρωτας στις μέρες μας λέγεται πείνα.
Κάποιους τους βρίσκει ξανά η πλειοψηφία, στο θάνατό τους:
Πεθαίνουν από ανακοπή.
Πετάς πάνω απ’ τους βρώμικους δρόμους,
έχεις βάλει την οργή σου να γλυκάνει τη χαρμάνα στα πρεζάκια,
ακούς την πιο βαριά ροκιά σου:
Casta Diva… μάλλον το ’58,
κατεβαίνεις,
φτάνει η επίλεκτη καταστολή:
Νομίζω λέγεται ηλιθιότητα και δεν έχει χείλη.
Τελικά δάγκωσε κάποιους ο αρουραίος.
Έχεις την βεβαιότητα πως πήγε να τους φιλήσει.
«Πόσοι μένουν σ’ αυτό το σπίτι; Είμαστε από τη στατιστική αρχή».
«Πριν ένα λεπτό 21.865, ξέρετε αλλάζει συχνά το νούμερο».

***
ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

Των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα,
το πάει για ύπνο.
Ασβεστωμένη γειτονιά για τον Τρανταχτό.
Στην υγειά και στη μνήμη των αγριμιών που καλπάζουνε,
σε κήπους περιφραγμένους!
Τα παιδιά, οι έφηβοι, εκεί…
Σοβαροί όλοι, λίγο σφιγμένοι.
Ένας ξεμάκρυνε για ν’ αυνανιστεί στα χόρτα:
Η σπονδή του.
Από το ξενοδοχείο το τρανταχτό καμάρι
μίλησε στη μάνα του, παραπονέθηκε:
« Με βάζουν να τρώω όλο μου το πρωινό.
Χάνω τη μέρα, έτσι».
Μετά, η μητέρα των ακατέργαστων διαμαντιών
έκατσε στη θέση της μάνας του.
Όταν πάει ταξίδι αγαπημένος,
πονάει το φευγιό…
Δεν προσκυνήθηκε ποτέ από κάποιον.
Τον βλέπαν έτσι, «Τρανταχτέ» λέγαν.
Οι κοπέλες της γειτονιάς στη σειρά
βαμμένες σαν πουτάνες όλες και σιωπηλές.
Τόσος σεβασμός:
«Έτσι, δεν θα τον ερεθίζαμε ποτέ».
Μετά κατέβηκε ένα κόκκινο μπαλόνι και των ακατέργαστων διαμαντιών η μητέρα
το κατάπιε.
Μετά απογειώθηκε. Μέσα της, πολύς αέρας βλέπεις.
Πετάει τώρα από πάνω μας.
Πάνω απ’ τη πλατεία μας. Όχι την εκκλησία.
Κρατάει κάτι.
Είναι και πολύ ψηλά για να δεις.
Ο καπετάνιος που ’ρθε καθυστερημένος, το βλέπει:
«Είναι λίγο δενδρολίβανο, ένα παντελόνι, ένα γιλεκάκι».
Μετά, ένας φαλακρός, μόνος μέσα στο σπίτι του
θα ρίξει μια στροφή ζεϊμπέκικο:
«του Μικρού»

***

ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΠΟΥ ΕΚΔΙΔΕΤΑΙ ΣΕ ΛΙΓΕΣ ΗΜΕΡΕΣ »ΔΡΟΜΟΙ ΜΕ ΜΑΤΩΜΕΝΑ ΓΟΝΑΤΑ» , ΕΚΔΟΣΕΙΣ ARS POETICA

*
Copyright©Νίκος Κυριακίδης
Photo©Dorothea Lange, Thirteen Million Unemployed Fill the Cities in the Early Thirties, 1934

Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”

Αρχείο 05/04/2013

ΓΙΟΣ ΝΑΥΤΙΚΟΥ

Τελευταία φορά μπροστά στο φιλιστρίνι.
Μετά, η ομολογία.
Ο χρόνος πυκνώνει, ακουμπάει στην αρχή το σώμα,
μετά, βυθίζεται μέσα του,
του δίνει μνήμη.
Δεν υπάρχει σκιά, ο ήλιος γυμνός και μόνος,
κύτταρα που προσπαθούν να υπάρξουν πάλι,
στόματα με θυμό, χωρίς συγκεκριμένο θέμα στα λόγια. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Κυριακίδης, (προδημοσίευση) από τη ποιητική συλλογή “Δρόμοι με ματωμένα γόνατα”»

Luis Aragon, Τα μάτια της Έλσας (Μετάφραση: Ιωάννα Αβραμίδου)

Luis Aragon, 1929

Τόσο βαθιά τα μάτια σου πού όταν έσκυψα μέσα τους να πιω
Είδα όλους τους ήλιους σ’ αυτά να καθρεφτίζονται
Όλους τους απελπισμένους να πέφτουν μέσα να πνιγούν
Τόσο βαθιά τα μάτια σου που εκεί τη μνήμη χάνω
Στον ίσκιο των πουλιών θολός ωκεανός
Κι αλλάζουνε τα μάτια σου σαν γίνεται αίθριος ο καιρός
Πάν’ στων αγγέλων την ποδιά σμιλεύει το καλοκαίρι νέφη
Ποτέ δεν είναι ο ουρανός όσο πάνω απ’ τα στάχυα γαλανός
Μάταια διώχνουν οι άνεμοι τη θλίψη του γλαυκού
Πιο φωτεινά τα μάτια σου απ’ το γλαυκό
Σαν λάμπει μέσα τους ένα δάκρυ
Ο ουρανός μετά από βροχή τα μάτια σου ζηλεύει
Τόσο γαλάζιο το γυαλί είν’ μόνο όταν σπάσει
Μάνα με τους πόνους τους επτά, ω, νοτισμένο φως
Επτά ρομφαίες τρύπησαν το πρίσμα των χρωμάτων
Η μέρα είναι πιο σκληρή παρά όταν θρηνεί
Η μελανόστικτη ίριδα πιο γαλανή όταν πενθοφορεί
Όταν δυστυχούν τα μάτια σου διπλό ανοίγουν ρήγμα
Όπου αναπαράγεται το θαύμα των Μάγων των τριών
Όπως όταν αντίκρισαν με κείνο το καρδιοχτύπι
Της Παναγιάς το φόρεμα να κρέμεται στην κρύπτη
Ένα μονάχα στόμα θά ’φτανε για του Μαγιού τις λέξεις
Για όλα τα τραγούδια και όλους τους καημούς
Ένα κομμάτι απ’ το στερέωμα για εκατομμύρια αστέρια
Τα μάτια σου και τα δίδυμά τους μυστικά ήταν αρκετά γι’ αυτό
Ένα παιδί εκστατικό μπρος σε ωραίες εικόνες
Τα μάτια δεν ανοίγει τόσο διάπλατα
Δεν ξέρω εάν ψέματα λες όταν ανοίγουν τα δικά σου μάτια ‘
Θα’λεγες η βροχή ανοίγει αγριολούλουδα
Κρύβουνε τάχα αστραπές μες στη λεβάντα αυτή
Όπου τα έντομα αφήνουν τους έρωτες τους φλογερούς
Όπως ο ναύτης που στο πέλαγος Αύγουστο μήνα θνήσκει
Στων διαττόντων πιάστηκα το δίχτυ
Τράβηξα αυτό το ράδιο από πισσουρανίτη
Και έκαψα τα χέρια μου στην απαγορευμένη τη φωτιά
Ω, παράδεισέ μου εσύ εκατό φορές σ’ έχασα σε βρήκα
Το Περού μου είναι τα μάτια σου Γολκόνδη μου και Ινδία
Κι ήρθ’ ένα βράδυ που το σύμπαν έγινε κομμάτια τρία
Πάνω σε υφάλους που τους έβαλαν φωτιά οι ναυαγοί
ΚΙ εγώ έβλεπα πάνω απ’ τη θάλασσα ν’ αστράφτουν
Τα μάτια της Έλσας τα μάτια της Έλσας τα μάτια

*
© Μετάφρασης: Ιωάννα Αβραμίδου

Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]

Αρχείο 02/04/2013

Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα [2013]»

Στράτος Κ. (Abuno), δύο ποιήματα

 
Σπήλαιο
 

Αναρίθμητα σινιάλα αστεριών έπεφταν στο διψασμένο μου σώμα
Οι οφθαλμοί μου αγόρευαν τη σιωπή
Απέραντοι κατάμαυροι ουρανοί με νεφέλες πορφυρές με σημάδευαν
Κάτω από το βάρος τους γονάτισα σκεφτικός
Ήμουν στιγμή.

Για χρόνια μέσα στο κλουβί της ύπαρξης σερνόμουνα
Κρούοντας το κώδωνα του κινδύνου
Όλοι οι ζωντανοί με μίσησαν
Βάλθηκαν να με κυνηγούν
Ήθελαν το κεφάλι μου, το φτιαγμένο από στάχτη
Πριν προλάβουν να με πιάσουν στα ασημένια τους χέρια
Εξανεμίστηκα
Έγινα θάνατος
Με μάτια τετράγωνα εκλιπαρούσαν για έλεος
Δεν ήξερα το νόημα αυτής της λέξης
Τους αφάνισα άπαντες.

***
Ο τρελός του χωριού
 

Περπάτησα ανάμεσα στα πτώματα με πόδια γυμνά
Όλα τους παιδιά
Σκοτωμένα με χαμόγελα στα χείλη
Ο Ήλιος άρρωστος, αχνόφεγγε από ψηλά
Απέναντί του, η άνασσα η Μήνη
Ξαφνικά σκοτείνιασε
Οι πλανήτες στάθηκαν ακίνητοι για λίγο
Η σιγή του σύμπαντος ήρθε στ’ αυτιά μου
Και με ξεκούφανε
Σήκωσα τα χέρια μου προς τον ουρανό
Αίμα έπεφτε απ’ τα σπλάχνα του
Έπιασα τη Σελήνη και την έσβησα για πάντα.

Η Γη έγινε γυάλινη
Ξεσκέπασα λίγο χώμα και την είδα να κυοφορεί
Τα νεκρά παιδιά άρχισαν να σηκώνονται από το σβέρκο
Σα μιαν αόρατη κλωστή να τα τραβά
Αιωρήθηκαν όλα τριγύρω μου, με βλέφαρα κλειστά
Ήμουν ο τρελός του χωριού.

***

©Στράτος Κ. (Abuno)
photo© Earl Hines

Φαίδων Θεοφίλου, Πανσέληνος Καθρέφτης κ.α.

(Α’ Δημοσίευση)

 

ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ ΚΑΘΡΕΦΤΗΣ 

Στάθηκε το θηλυκό στο μέσον της νύχτας
κι έστειλε στη πανσέληνο τα λόγια της…..
Το αρσενικό, που ρέμβαζε τη θύμηση μακριά της
διάβαζε τα λόγια αυτά
στην ασημένια οθόνη της σελήνης:
« Στο στήθος φτερουγίζει η ανάσα μου
και ψάχνει δρόμο να σε βρεί…
Νιώθω την πνοή σου, άρωμα
τριαντάφυλλου εκατόφυλλου
να μπερδεύεται στα μαλλιά μου,
να βελονιάζει τις σκέψεις μου,
να σκιρτάει στο λαιμό μου,
να βρίσκει την είσοδο της χαράς στο στόμα μου.
Έρχεσαι μέσα μου κι απλώνεσαι
σαν πορφυρή σταγόνα
που κοκκινίζει το νερό σε αίμα.
«Το αίμα μου».
Τ’ αρσενικό με μάτια που έλαμπαν απόκοσμα
έστειλε τα δικά του λόγια:
«Ευτυχώς που υπάρχει
Ο Χρόνος, η Φθορά κι ο Θάνατος
για να έχω κάτι να περιφρονώ…»

Η Σελάνα, η Σελήνη, η Πανσέληνος, το Φεγγάρι,
που πάντα υπήρξε προαγωγός του Έρωτα και της παραφοράς του,
σταμάτησε την πορεία στο θόλο τ’ ουρανού
και πια, δεν ήθελε να δύσει…

***
 
ΓΙΑ ΝΑ ΛΕΩ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ…

Τίποτα δεν έμαθες στη ζωή σου. Τίποτα.
Εκτός,
να ξεμαθαίνεις απ’ τα λάθη σου
και να επαναλαμβάνεις τα ίδια…
Για να λέω όμως την αλήθεια,
μοιάζεις με τα τζιτζίκια
που δεν ήρθαν για να μάθουν
αλλά για να διδάξουν στη ζωή
με το τραγούδι τους,
την αξία της σιωπής…

Ποιήματα από τον «Κύκλο της κοντινής ξαδέλφης»

*

© Φαίδων Θεοφίλου
photo© Ricardo Diez Baeza