Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις [η κρίση του βιβλίου από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο]

Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις ―εκδόσεις Μεταίχμιο 

«Πέντε στάσεις», το νέο βιβλίο του Μάκη Τσίτα από τις εκδόσεις Μεταίχμιο. Η αφήγηση ζωής μιας γυναίκας δοσμένη με ήπιο ρεαλιστικό τρόπο όπως ακριβώς συμβαίνουν πολλά περιστατικά στη ζωή.

Η Τασούλα κατάγεται από μια φτωχική – τίμια οικογένεια με αρχές ηθικής της δεκαετίας του 70 που οι αντιλήψεις, προκαταλήψεις και τα ήθη ήταν αρκετά συντηρητικά, ειδικά στις κλειστές επαρχιακές κοινωνίες. Με έναν πατέρα προοδευτικό -που βρίσκεται πάντα στο πλευρό του παιδιού του- και την βοηθάει να σπουδάσει για να ξεφύγει από τα στενά όρια του χωριού τους.

Συνεχίστε την ανάγνωση του «Μάκης Τσίτας, Πέντε στάσεις [η κρίση του βιβλίου από τον Δημήτρη Βαρβαρήγο]»

Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας

Όλοσωμη
Πάνω στο φως
Και Μαύρη ως θανάτου

Μια αγκαλιά λουλούδια
Στην μύτη του βράχου
Σόλων Λέκκας

Πού κοιμάται η φλόγα των λαών; Ποια είναι εκείνη η αόρατη, η άσβηστη η παρουσία που γίνεται εστία και άξονας ψυχικός; Πίσω από τις διακοσμήσεις της ιστορίας και του καιρού τις παλίρροιες, έξω από το κύλισμα το συντριπτικό του καιρού που αθροίζεται και αθροίζεται υπάρχει η ασώματη, η νοερή ψυχή του τόπου και των ανθρώπων του. Εκείνων που εκ του φυσικού, ιχνηλατούν την ψυχή σε όλη της την γύμνια, ντυμένης μοναχά με τα ρετάλια του ουρανού και με το πνεύμα της φυλής. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σόλων Λέκκας»

Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς ―Η κρίση του βιβλίου

Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς, Διηγήματα, Μανδραγόρας, 2020, σ. 80

Γράφει η Δέσποινα Καϊτατζζή-Χουλιούμη*

«Τουλάχιστον όμως αγάπησα. Αγάπησα και έδωσα την ψυχή μου. Ας είναι αυτή η αγάπη ένα πράσινο φύλλο δέντρου στον άνεμο της αιώνιας λήθης.»

Ο Τόλης Νικηφόρου είναι ένας από του πολυγραφότατους, πολυβραβευμένους και σημαντικούς  ποιητές. Όσο τον γνωρίζει κανείς ως πρόσωπο και ως δημιουργό αντιλαμβάνεται την διάχυτη ποίηση τόσο στο ποιητικό και πεζό έργο του όσο και στην στάση ζωής του και οι συνειρμοί εύκολα πάνε στο λόγια του Γιώργου Χειμωνά: «Η ουσία της ποίησης του ποιητή είναι στην ίδια του τη ζωή, όχι στην ποίησή του», Γιώργος Χειμωνάς,1990,[1]. Ο Τόλης Νικηφόρου, όντας ο εαυτός του ανά πάσα στιγμή, ποιεί πρωτίστως με την αγάπη του προς τη ποίηση της ζωής κι αυτό φαίνεται να τον ωθεί κυρίως στην ποιητική δημιουργία και στη συγγραφή. Ίσως γι’ αυτό ο αυθεντικός λόγος και η ποίησή του αναβλύζουν ζωογόνο, ερωτικό φως. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τόλης Νικηφόρου, Η λέσχη της κόκκινης ή γαλάζιας αλεπούς ―Η κρίση του βιβλίου»

Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η Μαύρη τρύπα του συστήματος

Τα γραφεία του Ομίλου ΚΟΛ στεγάζονταν σε ένα αρχιτεκτονικό ανοσιούργημα στην Βαρυμπόμπη, ευθυγραμμισμένο στα γούστα του Παράγοντα που κινούσε τα νήματα της πολιτικής, ποδοσφαιρικής και πολιτισμικής ζωής της Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Σταφίδας.

Το εργασιακό προσωπικό ήταν ιεραρχικά κατανεμημένο στους δεκαπέντε ορόφους του κτηρίου. Στην κορυφή στεγάζονταν οι υπάλληλοι της ναυτιλιακής εταιρίας, στη μέση η δημοσιογράφοι, στο ισόγειο οι απασχολούμενοι στο catering. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Η Μαύρη τρύπα του συστήματος»

Δημήτρης Μαύρος, Δύο cantos

❇︎

ΧΙΙΙ

Πέρασε ο Κάνγκ
——–έξω από τον ναό της δυναστείας
Και μέσα απ’ το δασάκι των κέδρων,
——–κατόπιν πέρα κάτω, απ’ το ποτάμι,
Και μαζί του ο Χιού, ο Τσί
——–κι ο χαμηλότονος Τιάν
Και «Είμαστε άγνωστοι» είπε ο Κάνγκ,
«Γίνεσαι ηνίοχος;
——–Ὁ κόσμος σε μαθαίνει,
Να μάθω τ’ άρματα καλύτερα, ή την τοξοβολία;
Ἢ τις πρακτικές του δημοσίου λόγου;»
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Μαύρος, Δύο cantos»

Αργύρης Κόσκορος, Τέφρα

Η άκαμπτή του στωικότητα έστρεφε τα δάκρυα εντός χωρίς να βγαίνουν και να μας πνίγουν. Μια μύγα που χόρευε τον δικό της ανεξάρτητο απ’ τους ψαλμούς χορό, ήρθε και κόλλησε στο μάγουλό του. Μίσησα βαθιά αυτή τη μύγα που τίποτα δεν καταλάβαινε, μα δεν τόλμησα να τη διώξω μη και με την κίνηση αυτή δείξω ασέβεια· με νίκησε.

Μαυροντυμένη στεκόσουν πλάι μου, καθρέφτης της θλίψη μου. Βγαίνοντας έξω, ο ήλιος μάς βρήκε μπόσικους όσο εμείς σκεφτόμασταν άλλα. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αργύρης Κόσκορος, Τέφρα»

Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή

Σκέψεις για τη ζωή, την τέχνη, τη λογοτεχνίαμετάφραση Αννα Παπασταύρουαπό τις εκδόσεις Πατάκη

«Οφείλουμε ακόμα να μάθουμε πώς να είμαστε σύγχρονοι του Τζόυς». Με αυτή τη φράση ξεκινάει ο Ρίτσαρντ Έλλμαν τη βιογραφία του Τζέημς Τζόυς (1882-1941], δεκαοχτώ χρόνια μετά τον θάνατο του συγγραφέα του Οδυσσέα και της Αγρύπνιας των Φίννεγκαν.
Στην Επικίνδυνη γραφή ο Φεντερίκο Σαμπατίνι, καθηγητής σύγχρονης λογοτεχνίας στο Πανεπιστήμιο του Τορίνο, συγκεντρώνει αποσπάσματα από τα μυθιστορήματα, τα δοκίμια, τις επιστολές και αυτοβιογραφικά κείμενα του Τζόυς, ξεδιπλώνοντας το πανόραμα της σκέψης του.
Συνεχίστε την ανάγνωση του «Τζέημς Τζόυς, Επικίνδυνη γραφή»

Ασημίνα Λαμπράκου, να γείνο σαν κι αισάς· να μ’ αγαπάται

ίνε μαίραις που εσθάνωμε τειν ανάγκοι να σπάσο τα ψοιχαναγκαστεικά μου ώρεια κε να οιωθαιτίσο σημπαιροιφωραίς πιω αιλαίφθαιραις· να αλλάξο· να γείνο σαν κι αισάς· να σας μιάζο· να μ’ αγαπάται· ςομω στι πρωσπάθηά μου αυτεί αντοιλαμβάνωμε ςοπ ησχορό σαι άλλους διαφωραιτηκούς ψηχαναγκασμούς και τρωμάζο· αιτώπω απωφασείζο να μήνο στοις παλιαίς μου σηνύθιαις κι επηστραίφω σιγά άγισ στους ψυχαναγκασμούς μου που τους αγαπώ με φλωγερώτιτα γιατή αίχουν τειν ουσεία που μαι απωταίλαισε· και μαίσα σ’ αυτεί νιόθο αιλαίφθαιρυ· αισθάνωμαι ασφαλής και με αγαπώ μωνωμανώς όπως εσάς· μια στιγμύ μάλειστα πωυ απώ τη σηγκύνειση νοιώθο να επειστραίφο στην αρχικύ μου σκέψη μια ηδονή με πλημμυρίζει στην εικόνα σας την αμήχανη κι επανέρχομαι ωρμυτηκί ουρλιάζοντας: κουφάλες! δεν θα με αλλάξετε! και πεθαμένη, την ώρα που ένας θα με σηκώνει σκόνη να με επιστρέψει στον άνεμο που με γέννησε, εγώ θα ερωτεύομαι και θα σας νοιάζομαι· αυτός θάναι ο τρόπος μου να σας θαμπώνω.

*

©Ασημίνα Λαμπράκου, Αύγουστος του 2015