Ελένη Γκίκα, Άβυσσος άβυσσον επικαλείται ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]

Από τις ΑΩ εκδόσεις

Τριάντα ένα ποιήματα και μια δια πίστωση που έφτασαν από μακριά. Ερωτικά και μέσα από τις ανεπούλωτες πληγές μας, ουρανοκατέβατα από τις αβύσσους μας. Ιπτάμενος Ολλανδός και Φάτα Μοργκάνα ο ένας για τον άλλον. Παιδιά της αβύσσου, η λύση του αινίγματος και το αίνιγμα ταυτοχρόνως. Με εμμονικά ερωτηματικά «Ποια πληγή σου άραγε να ταί ριαξε με την πληγή μου;/ και ποια σκοτάδια σου/ Στο σκοτάδι μου να βρήκαν φως;» Ένας ακόμα κύκλος με θεοσκότεινο Φως.

*

ΠΗΓΆΔΙΑ ΖΉΣΑΜΕ ,
ΠΗΓΆΔΙΑ ΜΑΡΤΥΡΆΜΕ

Από τα πόδια σε βουτάει η ποίηση κάθε που
σε γκρεμίζει η ζωή,
«το καταφύγιο που φθονούμε»,
σωσίβιο στο χάος
Όπως κι οι ιστορίες μας,
Ένας κουβάς με κομμένο σκοινί
στο βάθος του πιο δικού μας πηγαδιού,
Αλλά κι ο ίλιγγος του ύψους μάλλον Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ελένη Γκίκα, Άβυσσος άβυσσον επικαλείται ―κυκλοφορεί [αποσπάσματα]»

Ίταλο Καλβίνο, Η νύχτα με απέρριπτε

«[…]Έφτασα στο λιμάνι. Η θάλασσα δεν έλαμπε, την καταλάβαινες μονάχα από το θόρυβο που έκανε χτυπώντας στο γλιστερό τοίχωμα του μόλου, και από την αρχαία μυρωδιά της. Ένα αργό κύμα είχε πιάσει δουλειά στους βράχους. Μπροστά στη φυλακή περπατούσαν οι δεσμοφύλακες. Κάθισα στο μόλο, σ’ ένα σημείο προφυλαγμένο από τον άνεμο. Μπροστά μου ήταν η πόλη με τα αβέβαια φώτα της. Ήμουν νυσταγμένος και αποθαρρημένος. Η νύχτα με απέρριπτε. Και δεν περίμενα τίποτα από τη μέρα. Τι έπρεπε να κάνω; Θα ήθελα να χαθώ μέσα στη νύχτα, να αφοσιωθώ ψυχή τε και σώματι σ’ αυτήν, στο σκοτάδι της, στην εξέγερσή της, αλλά καταλάβαινα ότι αυτό που με έλκυε σ’ αυτήν ήταν μια μουγκή, απελπισμένη άρνηση της μέρας. Τώρα πια ούτε η Λουπέσκου του στενοσόκακου με τραβούσε πλέον: ήταν μια τριχωτή και κοκαλιάρα γυναίκα, και το σπίτι της βρωμούσε. Θα ήθελα από κείνα τα σπίτια, από εκείνες τις σκεπές, από εκείνη τη βουβή φυλακή, να ζυμωθεί κάτι και να σηκωθεί, να ξυπνήσει, να ξεκινήσει μια διαφορετική μέρα. «Μονάχα οι μεγάλες μέρες», σκέφτηκα, «μπορούν να έχουν μεγάλες νύχτες[…]»

*

[Από την Είσοδο στον πόλεμο του Ίταλο Καλβίνο (1923-1985) ―εκδ. Καστανιώτης-2005, μτφ. Ανταίος Χρυσοστομίδης

[Επιλογή του φίλου Μανώλη Γιούργου στο  fcbk]

Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα

Επιτέλους! Μήνες περίμενα αυτή τι στιγμή. Εφημερίες, χειρουργεία, πανδημία, lockdown, αγαμίες. Όλα πήγαιναν χάλια. Αλλά τουλάχιστον για 2 εβδομάδες δεν χρειαζόταν να σκέφτομαι τίποτα απ’ αυτά. Το επόμενο 15νθήμερο θα ήμουν εγώ, η θάλασσα και οι κατακτήσεις μου. Ή απλά εγώ κι η θάλασσα. Οι άνθρωποι που δεν κάνουν μεγάλα όνειρα, δεν απογοητεύονται κιόλας. Αυτό το σπίτι δίπλα στη θάλασσα με την ιδιωτική παραλία που είχα νοικιάσει, ήταν ίσως η καλύτερη επιλογή που έχω κάνει στη ζωή μου όλη που είναι ένα τσιγάρο, που δεν το γουστάρω κι όμως το φουμάρω. Γιατί πραγματικά στη φάση που ήμουν, νομίζω θα σκότωνα για λίγη ησυχία. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Χρήστος Χατζηκωνσταντίνου, Καλοκαιρινή άδεια κι ανθρωποκτονία: Πώς η υπερκόπωση σε κάνει να αναπολείς τη Χιροσίμα»

The Athens Review of Books τεύχος 144 ―κυκλοφορεί

Περιεχόμενα τεύχους 144, Νοέμβριος 2022

Βασίλης Χατζόπουλος, Ένα πρωτότυπο βιβλίο για μια Ένωση Δικαίου

Νικ Γερμανάκος (συνέντευξη στον Αχιλλέα Φωτάκη), Καλιαρντά, ρεμπέτικα και δικαστήρια

Γυρίζοντας την Αθήνα με τον Ηλία Πετρόπουλο (1965-1974)

Πέτρος Μαρτινίδης, Μαθητευόμενοι μάγοι – Άντονι Μπίβορ

Περικλής Σ. Βαλλιάνος, Ευρώπη και Ρωσία, ή τι γνώριζε ο Μίλαν Κούντερα

Μιμή Βασιλάκη, Ο «υπηρέτης του λαού» Βολοντίμιρ Ζελένσκι Συνεχίστε την ανάγνωση του «The Athens Review of Books τεύχος 144 ―κυκλοφορεί»

Νίκος Α. Πουλινάκης, Δασοτόπι εύφλεκτων ουλών ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου

Νίκος Α. Πουλινάκης, Δασοτόπι εύφλεκτων ουλών, εκδόσεις Το Ροδακιό

Η μεταρομαντική ποιητική του Ν. Πουλινάκη

Ο Νίκος Πουλινάκης επανέρχεται με μια τρίτη προσωπική ποιητική συλλογή, η προηγούμενή του (Η εθελούσια ερυθρότητα των λέξεων, ΑΩ, 2018), όπου η ρομαντική διάθεση με την οποία δομεί τα χαϊκού του μεταφέρεται και στην παρούσα συλλογή. Ενενήντα τέσσερις δημιουργίες, κάποιες μακροσκελέστερες, χωρίς να λείπουν και τα εμβόλιμα τρίστιχα, στην τεχνική των χαϊκού – «Γίναν φιλιά της/αγνά μελισσοκέρια/στα σωθικά μου.» – κοσμούν τη συλλογή του, η οποία είναι αφιερωμένη στους γονείς του. Ευφάνταστος ο κόσμος του Πουλινάκη υπηρετεί το ποιητικό του σύμπαν με τη χρήση αρκετών επιθέτων, μένοντας πιστός σ’ έναν τρόπο ποιητικής έκφρασης, ο οποίος αποφεύγει τη ρεαλιστική νεοτερική και μετανεοτερική απεικόνιση. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Νίκος Α. Πουλινάκης, Δασοτόπι εύφλεκτων ουλών ―από την Κατερίνα Ι. Παπαδημητρίου»

Ingrid Jonker, ποιήματα ―μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου

Απόδραση

Από αυτό το Valkenburg έχω δραπετεύσει
μεσ’ απο τις σκέψεις μου στον Κόλπο Gordon έχω επιστρέψει
Με γυρίνους παίζω κολυμπώντας σ’ ελευθερία
σε κόκκινα δέντρα Krantz σβάστικες χαράζω

Είμαι το σκυλί που ένοχα κινείται από παραλία σε παραλία
κόντρα στης νύχτας τη δροσιά γαβγίζει άλαλα μονάχο

Είμαι ο γλάρος σε πτήσεις πεινασμένες
γεύματα για να σερβίρει από ανιαρές νύχτες πεθαμένες
Ο θεός που από άνεμο σ’ έπλασε και δροσιά
για νάβρει μέσα σου εκπλήρωση η δική μου ανθρωπιά Συνεχίστε την ανάγνωση του «Ingrid Jonker, ποιήματα ―μετάφραση: Ασημίνα Λαμπράκου»

Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην

«Mα έχω γιό δεκατεσσάρων χρόνων που τυγχάνει του ενδιαφέροντος και της αφοσιώσεώς μου». Αποκρίθηκε η τριαντατετράχρονη βιβλιοθηκονόμος στις ερωτικές νύξεις του Μιχαήλ, ένα πρωινό του χειμώνα, που ο Μιχαήλ ξεφύλλιζε βιβλία λογοτεχνών στα ράφια μιας δημοτικής βιβλιοθήκης.

Ο Μιχαήλ εγνώριζε από καιρό την βιβλιοθηκονόμο, αφού δανειζόταν βιβλία από την βιβλιοθήκη, αλλά και έδινε σε αυτήν τις κατά καιρούς εκδιδόμενες συλλογές των ποιητικών κειμένων του. Είχε εκφράσει από την αρχή την συμπάθειάν του διά την παρουσίαν της βιβλιοθηκονόμου, και περίμενε τον χρόνο που ωριμάζει τις συνθήκες, για να διατρανώσει την επιθυμίαν του. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Λεωνίδας Καζάσης, Εις την βιβλιοθήκην»

Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει ―κυκλοφορεί

Από τις εκδόσεις Οδός Πανός

Ποια σκέψη έρχεται κάθε Ιούλιο;

 20 Ιουλίου 1974: Η μέρα τής εισβολής στην Κύπρο. Κι ύστερα η Μεταπολίτευση: Τότε που άρχισε το πάρτι και ξεχυθήκαμε όλοι στους δρόμους βαστώντας κεριά αναμμένα, πανηγυρίζοντας τρελά γιατί έπεσε η χούντα· την ίδιαστιγμή που έπεφτε και η Κύπρος. Βγάλαμε τον γύψο απ’ το σπασμένο χέρι και χαιρόμασταν που μάς είχαν πριονίσει τοένα πόδι. Και κανείς στο πάρτι, δε σκεφτόταν πως χάσαμε έναν πόλεμο… Συνεχίστε την ανάγνωση του «Αλέξανδρος Αδαμόπουλος, Ο κύκλος που δεν κλείνει ―κυκλοφορεί»