«Brice Marden και Ελληνική Αρχαιότητα» στο Μέγαρο Σταθάτου

Διαλογισμός στο ελληνικό φως

Θα ήθελα ένας πίνακας να μπορεί να με πάει στον παράδεισο», έχει πει ο ζωγράφος Μπράις Μάρντεν σε μια παλιότερη συνέντευξή του. «Είναι κάτι στιγμιαίο, μια ελάχιστη στιγμή μετατόπισης. Αλλωστε αυτό κάνει η τέχνη, μας πάει στον παράδεισο – ή τέλος πάντων όπου επιθυμεί ο καθένας». Η λυρική αφαίρεση του Μπράις Μάρντεν, ενός από τους πιο σημαντικούς εκπροσώπους του αμερικανικού αφηρημένου εξπρεσιονισμού, δημιουργεί έργα ανοιχτά στο βλέμμα του θεατή, μεταφορικά τοπία πάνω στα οποία το πνεύμα ταξιδεύει. Οπως νοερά ταξιδεύει και ο ίδιος ο καλλιτέχνης όταν «στέκεται ώρες μπροστά σε έναν πίνακα, ακίνητος, κοιτάζοντάς τον», λέει στην «Κ» ο εικαστικός Δημήτρης Αντωνίτσης, επιμελητής της έκθεσης «Brice Marden και Ελληνική Αρχαιότητα», που από σήμερα ανοίγει τις πόρτες της για το κοινό στο Μέγαρο Σταθάτου. «Ισως και να διαλογίζεται», προσθέτει ο κ. Αντωνίτσης, ο οποίος γνωρίζει πολύ καλά όχι μόνον το έργο του Μάρντεν αλλά και τον ίδιο τον καλλιτέχνη: την αγάπη του για τη φύση, τη λατρεία του για το φως και τον βαθύ του σύνδεσμο με την Ελλάδα και ειδικά την Υδρα.

Συνέχεια στην Καθημερινή > >

Γρηγόρης Σακαλής, η γεωγραφία με στενεύει

Κέντρο

Στην κεντρική πλατεία
σε μια ασήμαντη πλατεία
κάθομαι κάθε μέρα
και πίνω τον καφέ
γνωστοί και άγνωστοι περνούν
κάποιοι μου μιλούν
τι κάνετε, καλά
καλά, εσείς
σ΄αυτή την πλατεία
που μου έλαχε
να περνώ τις μέρες μου
που είναι
το κέντρο του κόσμου Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γρηγόρης Σακαλής, η γεωγραφία με στενεύει»

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ

Στὶς παρυφὲς τῆς Κ…, μίας παραθαλάσσιας πολίχνης, ἦταν χτισμένη ἡ συνοικία Σαμπιοναρού. Ἡ ἀνατολικὴ πλευρά της κοίταζε στὴ θάλασσα ἀπ’ τὴν ὁποία ἀπεῖχε μόνον μερικὰ μέτρα καὶ τὴν χώριζε ἀπ’ αὐτὴν ἕνας χωμάτινος δρόμος. Στὸ τέλος τοῦ δρόμου, καὶ μὲ κατεύθυνση πρὸς τὸν βορρᾶ, ὑπῆρχε ἕνας ἔρημος καὶ μὲ ἐλάχιστη βλάστηση γήλοφος ποὺ κατέληγε σὲ γκρεμό, ἐνῶ ἀπὸ κάτω κυμάτιζε ἄγρυπνη ἡ θάλασσα. Στὴν ἀρχὴ τοῦ δρόμου αὐτοῦ, πρὸς τὸ νότο, ὑψωνόταν μία φαρδιὰ κάμαρα ποὺ ἀκουμποῦσε στὰ παλαιὰ τείχη τῆς πολίχνης, μὰ μὲ τὰ χρόνια καὶ τοὺς πολέμους μισογκρεμίστηκε καὶ τώρα ἔβλεπε κανεὶς μόνον τὸ πλαϊνό της τμῆμα. Γιὰ νὰ φτάσουν στὸ κέντρο τῆς Κ…, ποὺ ἀπεῖχε κοντὰ στὸ μισὸ μίλι ἀπ’ τὴ Σαμπιοναρού, κάτοικοι κι ἐπισκέπτες ἔπρεπε νὰ περάσουν ἀπ’ αὐτὴ τὴν πύλη κι ἔπειτα ν’ ἀνηφορίσουν ἕναν ἄλλο χωματόδρομο, ἐφαπτόμενο στὴν νότια πλευρὰ τῆς συνοικίας, μὲ προσανατολισμὸ βορειοδυτικό. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, Ἡ κακιὰ μητριὰ»

Jose Angel Buesa, Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα

Jose Angel Buesa (Κούβα 1910-1982)

Αυτή δεν ήταν, ανάμεσα σ’ όλες, η πιο όμορφη
αλλά μου έδωσε τον πιο βαθύ και παράφορο έρωτα.
Άλλες με αγάπησαν περισσότερο· και, χωρίς αμφιβολία,
καμιά δεν αγάπησα όπως αυτήν.

Ίσως ήταν επειδή την αγάπησα από μακριά,
σαν ένα αστέρι απ’ το παράθυρό μου…
Και το αστέρι που λάμπει πιο μακριά
μας φαίνεται πως έχει περισσότερες λάμψεις. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Jose Angel Buesa, Το τραγούδι του Μακρινού Έρωτα»

Pablo Neruda, μες τη δική σου σιωπή

M’ αρέσεις όταν σωπαίνεις…

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Pablo Neruda, μες τη δική σου σιωπή»

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο ―μια ακτινογραφία της Ασημίνας Λαμπράκου

Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο. Εκδόσεις Ρώμη 2022.

Σαν το γιασεμί και συ
τις νύχτες τραγουδάς τις ευωδιές σου,
λουλούδι μου,
τσουρέκι μου,
αμυγδαλάκι μου καραμελωμένο.

Τους στίχους αυτούς θα επέλεγα να βάλω σε όποια ανάρτηση έκανα για την ημέρα της γυναίκας αν δεν έτεινα, όλο και πιο πολύ, να ενστερνιστώ την άποψη ότι να κόβεις αποσπάσματα από ένα σύνολο έργο είναι ακρωτηριασμός ιδεών, μηνυμάτων, κόπου.

Η συλλογή «ΟΛΑ ΣΤΟ ΜΑΥΡΟ» του Δημήτρη Γ. Παπαστεργίου αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, ένα ολοκληρωμένο εκδοτικό αριστούργημα, από κάθε άποψη.

Χρώμα και υφή χαρτιού, επιλογή πίνακα, στήσιμο εξωφύλλου. Υφή και χρώμα χαρτιού, αλλά και απορροφητικότητα, επιλογή και μέγεθος γραμματοσειράς, διάστιχο· στήσιμο του σώματος της συλλογής (μία μόνη μικρή ένσταση για τη σελίδα 61, όπου θα πρότεινα να υπάρχει ένα, τουλάχιστον, κενό από το πάνω περιθώριο και, ίσως, τίτλος-θέμα)· σχήμα και μέγεθος βιβλίου τέτοια που αφήνουν τα ποιήματα –  σε όποια μορφή αποφασίσει ο δημιουργός τους να δώσει – να αναπνεύσουν. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Όλα στο μαύρο ―μια ακτινογραφία της Ασημίνας Λαμπράκου»

Γιάννης Σκαρίμπας, και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε

 

Ταμάρα

Αλλόκοτη και μελαψή, ωραία και ιερή
λες έσερνε αγγελικές φτερούγες κι’ επερπάτει
αδέξια και αμέριμνη, μ’ εκείνην τη νωθρή
περπατησιά μια Θέαινας, σ’ Ολύμπιο μονοπάτι.

Και μπόραε — όπως πάγαινε παχειά — κανείς διεί
στο φίνο της κι’ εφαρμοστό μποτίνι ένα ποδάρι
χυτό, και μες στων ρούχων της το σούσουρο oι φαρδιοί
γοφοί της πώς θα λάμπανε— γυμνοί—σαν το φεγγάρι. Συνεχίστε την ανάγνωση του «Γιάννης Σκαρίμπας, και Σηλεινοί, στη μνήμη της χορεύουν και πηδάνε»

Giovanni Boccaccio, στον αιώνιο δρόμο προχωρούσε

Giovanni Boccaccio ή Βοκκάκιος (1313-1375), ποιητής του «Δεκαήμερον»

Σονέττο

Ήταν ήσυχα κι’ αστροφωτισμένα
τα ουράνια, και άνεμος δεν εφυσούσε·
κάπου-κάπου ένα σύγνεφο περνούσε
με άλλα σύγνεφα γύρω σκορπισμένα.

Και αντίκρυσα με μάτια θαμπωμένα
μια φλόγα που ψηλά ελαμποκοπούσε Συνεχίστε την ανάγνωση του «Giovanni Boccaccio, στον αιώνιο δρόμο προχωρούσε»