Μανώλης Μεσσήνης, “αθροίζοντας κονιάματα και άλλα συναφή” -ποίηση [2014]

Από το χαμένο αρχείο 2014

“Δρόμοι αυτής της πόλης”

Δρόμοι αυτής της πόλης
άπειροι της καρδιάς μου δρόμοι,
άλλοτε θερμοί, πνιγμένοι μες στο φως
κι άλλοτε κρύα προσπεράσματα,
άλλοτε με πορφυρούς ανθρώπους
να χορεύουν ρυθμούς
ολόπρωτους, παρθενικούς
κι άλλοτε γκρίζες θλιμμένες αναμνήσεις
Οι ίδιοι δρόμοι
της ίδιας πόλης
τα ίδια της καρδιάς μου μονοπάτια,
χαράζουν σ’αδελφωμένους κύκλους
μαύρους και λευκούς,
παμπάλαιους και τωρινούς αγαπημένους
Αύριο ξέρω
οι δρόμοι μου,
θα’ναι σαν ουρανός μεγάλοι
με βήματα χιλιάδες
να διασχίζουν
τις νέες τους δεντροστοιχίες
Σήμερα είναι πέτρινα χαλάσματα
πικρά, διπλά αγαπημένα.

***

“Ζωή”

Ζωή ταξιδεμένη στη φουρτούνα του ανοιχτού πελάγους,
με τα πανιά φουσκωμένα απ’ τον άνεμο του μεγάλου πάθους·

βγαλμένη απ’τη σειρά του πατημένου δρόμου, ξέστρατη·

που χτυπιέται αλύπητα, κλονίζεται,
παραπατά και πέφτει και ματωμένη σηκώνεται,
όχι για να δέσει τις πληγές της μα
με την ίδια πάντα πίστη για να βαδίσει
τον δρόμο, που είναι δρόμοι, όλοι μαζί οι δρόμοι·
όσοι μένουν απάτητοι και ασκητικοί·
όσοι δεν σταματούν ούτε στου θανάτου το σύνορο·

ζωή που φέρνει ζωή,

πέρα από κάθε κρίση κι επίκριση,
πέρα από κάθε μέτρημα και κάθε ζύγισμα,
που σηκώνεται μες στο σκοτάδι
σαν εωσφορικό μετέωρο και λάμπει
σαν αστέρι προφητικό μες στην αιώνια νύχτα

Ζωή!
Ας είναι και για μια μόνο στιγμή!

Προς αυτή σηκώνει τα μάτια του το αμέτρητο κοπάδι
των δαμασμένων σκλάβων,
όσων τα πόδια ξέμαθαν να τρέχουν
και τα χέρια δέθηκαν με τα περιττά που τους δόθηκε να κρατούν…

***

“Πράξη λυτρωτική”

Είναι νόμος που δεν καταλύεται
το πλήγμα της ύπαρξης που κυρτώνει στην καταιγίδα
Μα ο ποιητής αναμένει –
το σμίξιμο της κουκουβάγιας και του τζίτζικα

«Είσαι μπλεγμένος ποιητή ανεπανόρθωτα»,
ακούστηκε μια φωνή, σαν θρυαλλίδα ουρανόσχημη,
«άσε τα βλέμματα πάνω σου
να πλανηθούν σαν καλοκάγαθοι δεινόσαυροι
στα δύσβατά σου μονοπάτια…»

Και ως είπε, ο ποιητής κινήθηκε λίγο ανασηκώνοντας
το αριστερό του φρύδι, και είπε :
«Ποιος μου βουρτσίζει τον χιτώνα;»

Δυο σαύρες σαλεύοντας η μια αντίκρυ στην άλλη,
σαν προσωπογραφία του έρωτα και του θανάτου
– τη φρικαλέα οσμιζόμενες αλήθεια –
έσπευσαν να κρυφτούν κάτω από μια πέτρα

Η μέρα μάκραινε ύποπτα,
κι ακούστηκε ξανά φωνή, σαν προσταγή :
«Κρατηθείτε!»
Ολόγυρα, μάτια αντάλλασσαν νοήματα
κι ένας φόβος γαιώδης έσπευδε τον ποιητή να προσαρτήσει

«Κρατηθείτε!» Επανέλαβε η προσταγή
Συνέβαινε κάτι σαν παγανιστικό δράμα
Τα φυτά με σπουδή έσπευδαν να φορέσουν τα νυχτικά τους
Οι άνθρωποι κλείνονταν στη σιωπή τους κι έσβηναν,
και οι αλχημείες των φυτών σε οργασμό
κάτω απ’τα σκέλη των εντόμων αποσχηματίζονταν
Μια ουράνια βουλή αργοσάλεψε πάνω στις στέγες
ψελλίζοντας οπτασίες,
ενώ του ποιητή η αλληγορία
αγνοήθηκε δίχως αντίβαρο·

κι εκείνος, ανοχύρωτος σε κάθε ερμηνεία,
αθροίζοντας κονιάματα και άλλα συναφή,
παραμέρισε περπατώντας θάμνους
και άλλα αυτοφυή αγκαθωτά

Κάποιου αγγέλου της αποκάλυψης ακούστηκε η φωνή :
«Από πού προκύπτεις ποιητή, και πώς ψαλμωδείσαι,
και πώς ισορροπείς στα κράσπεδα της σιωπής;»
Κι εκείνος, με βλέμμα απλανές που συμπεραίνει,
συλλογίστηκε :
«Μαλακό υλικό η ψυχή του ανθρώπου,
σημαδεύεται, εύκολα χαράσσεται
Υποκύπτει στον πανικό και αναιρείται»
Και φιλοδώρησε με σιωπή τη φωνή να σβήσει.

vintage_under2

©Μανώλης Μεσσήνης
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Le jardin de mes amis Espagnols”, 2013