Σωκράτης Ξένος, “ Ένα γόνα στο χώμα βαθιά” –ποίηση

Από το χαμένο αρχείο 11.4.2014

Αδιέξοδο γραφής»

Έστησε κούπα ο καφές
κι ένα μικρό τραπεζομάντιλο οθόνης
Με δαχτυλίδια και καπνούς
σκαρφάλωνα στα εφέ της νύχτας
πολέμησα τις λέξεις όλες τις πλευρές
που σθεναρά αντιστέκονταν σε πέτρωμα νοήματος
Μάτια αγαλμάτων
Ενέτεινα τις απειλές στο αδιέξοδο
κι ανάμεσα τους μίαν ευθεία προσβολή
της τεχνικής το όπλο
καμιά υγιής αντίδραση
Επιστρατεύτηκε δοκιμασμένη μουσική
ετοιμόλογο βελόνι δήθεν
στοίχισε δυο σταγόνες αρωμάτων
τίποτα παραπάνω
Προτάθηκε τότε κεφαλαία η συντέλεια
ν` αποδώσει την απάντηση στην κουρασμένη ιδέα

Απραξία
Κατηφής κι ο καφές
Πρωινό
στο πιο σκοτεινό σημείο της στάχτης
Αχ, όλες οι νύχτες δεν κάνουν για φωτιές

***

«μοιραία στροφή μας κρύβει
φανερωμένους ολόκληρους στον καιρό»

και να `μαστε πάλι
διηνεκείς εραστές
τα ουδέν στο μονιμότερο του προσωρινού
κάποτε το παρελθόν
κάποτε το μέλλον
πάντοτε
η αμφίστομη λέξη

δεν είχα χτίσει τη γωνία που θα με στρίψει
εγκαίρως
ακάλυπτος μόνος
και μετά τη στερνή μας χειραψία
γύρισα κι απομακρυνόμουν
κλάμα ταχύ

αν δεν καταλάβει, έλεγα, αν δεν καταλάβει…

αιώνες
πήρα από ένα μετά την απάντηση

”…δεν έφυγα ώσπου χάθηκες ..” με τη σβησμένη φωτιά
όπως εξαντλημένο μαγνητικού πεδίου

Πλάτη φεύγει η αγάπη
με σηκωμένο το γιακά
και αβάσταχτα αργά
με τα άγια των ερειπίων ανά χείρας

τώρα
επερχόμενος από άλλες διόδους καταφτάνω
άσπονδος δαμαστής των ευλυγισιών
πάνω στο σύρμα των συναισθημάτων
τρώω πίνω τα ακροβατικά
γλείφω τα δάχτυλά μου ως την άκρια της βροχής
αλητείας σφυρίγματα περιφέρομαι
με του λωτού τη γύμνια
στις ράχες απ` τα αλογάκια άλλων Καρουσέλ
κύκλος κύκλου
και καύσιμος γύρος του αθανάτου
τώρα εγώ
ο λάτρης της στερεότητας των ματαίων
στου νου τη φυγόκεντρο εγκαταλείπομαι
άγανο
στα λευκά πλήκτρα των δοντιών
στα ελαιοτριβεία ξένων σωμάτων

Κύκλος
δίχως μεσάζοντες εργασιών
στην είσοδο των οφθαλμών πληρώνοντας
νόμισμα σκληρό για μια ζάλη
των παλιών σου αρωμάτων

***

«Στα χέρια»

Στα χέρια
σηκώνω τη γη μου
μαύρη φλούδα
ψυχή μου τραγούδα την πληγή
διαταγή πριν σβήσω
δυο φύλλα χλωρά ν` αναστήσω

Καίγεται η πέτρα
το εγχάρακτο γράμμα του ήλιου
λιγοστό το νερό στου καπνού τον καιρό
ο Αγαμέμνων κι η Ηλέκτρα
χώρα του ανήλιου
στάχτη
και δάκρυ πικρό

Ένα γόνα στο χώμα βαθιά
πρόγονε των αιώνων
τα λευκά οστά κάντα πάλι σπαθιά
των αγώνων
κι έλα βγες σταυραϊτός
στης πατρίδας τον πόνο
μπροστά

vintage_under2

©Σωκράτης Ξένος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Κνωσσός XIII”, 2013