Περιηγήσεις Ναυτίλου: Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου [2014]

Αρχείο 21.4.2014

“Σαν τα κεράσια το κακό. Ένα παίρνεις απ’ το καλάθι, δυο τρία σκώνονται»

Σωτήρης Δημητρίου, εκδ. Κέδρος.

Από την Πόβλα στο Περδικάρι, από το Περδικάρι στο Μπέλσι και στο Αλύκου κι από κει στην Αθήνα.
Οι τρεις αφηγητές, πρωταγωνιστές στο μυθιστόρημα του Σωτήρη Δημητρίου, κάθε φορά, μπροστά στο αδιέξοδο που βιώνουν, ξεκινούν έναν αγώνα που πάντοτε τους οδηγεί σε ένα χειρότερο αδιέξοδο, αφορμή και πάλι για νέες προσπάθειες και νέες αποτυχίες.
Μέρος πρώτο: Κατοχή 1944, γύρω από την ελληνοαλβανική μεθόριο. Αφηγήτρια η δεκαπεντάχρονη Αλέξω.

Η πείνα εξαναγκάζει μια ομάδα γυναικών να ξεκινήσουν από την Πόβλα προς αναζήτηση τροφής κι έχοντας μαζί τους είδη για ανταλλαγή. Μετά από ταλαιπωρίες, πείνα, βιασμούς κι αφού χάσανε ό,τι είχανε, γύρισαν πίσω λιγότερες. Η αδελφή της Αλέξως, η Σοφιά, έμεινε άρρωστη σε ένα γειτονικό χωριό, το Περδικάρι.
Ο τόπος μας φτενός, ανακατεμένος με λιθάρια. Χώμα για σπορά ύπαρχε λίγο στις γούρες με τ’ αμπέλια. Βγάλαμεν τ’ αμπέλια και σπείραμαν γέννημα. Βγάλαμαν και λόγκο και ασφάκες, ως και στις γκρεμίνες πούηταν ψια βατό σπείραμαν… Μέχρι το θέρος μαζευόμασταν με ψίχα γκορτσάλευρο, ανακατεμένο με βελανίδι. Κείνο το μαύρο λάδι, το ρίναμαν κόμπο κόμπο… Την άνοιξη βρίσκαμαν αραιά καν’ αντίδι που, κι αυτό πλέον, το τρώγαμε ανάρτυγο. Στον θέρο δεν βγάλαμαν τίποτα. Ουδέ ρίγανη γίνηκε. Τα ‘καψε το χιόνι. Μόναχα λίγες πατάτες που τις είχαμε σαν θησαυρό και τις ματσιαλάγαμαν μια μια. Ούτε χορτάρι ύπαρχε να γαλατεριστούν οι αίγες…
Μέρος δεύτερο: Μετά την Απελευθέρωση στο Περδικάρι της Αλβανίας. Αφηγήτρια η Σοφιά.
Η Αλβανία του Χότζα και η Σοφιά αποκλεισμένη στο Περδικάρι, δίπλα στα σύνορα. Αναγκαστικές μετακινήσεις πληθυσμών και η Σοφιά στο Μπέλσι παντρεμένη με άντρα στη μαύρη λίστα.
Μας πήγαν σ’ ένα χωριό που το λέγανε Μπέλσι. Μας μοίρασαν κατά φαμίλια στα σπίτια… Εμάς πέντε, μας έχωσαν σ’ ένα κονάκι με έξι νοματαίους. Μόλις μας είδαν, έβαλαν τις φωνές. Γκλαμπάνισαν καμπόσο, σώπασαν γιανατωμένοι. Μας έδωκαν μια γωνιά, ξημερώσαμαν κουβάρι… Δεν ήξεραν ελληνικά, ούτε και μεις απεικάζαμε τα δικά τους. Μονάχα ο άντρας μου ξεσπύριζε κάτι κουβέντες. Με καιρό, τα ‘βραμαν με τους ανθρώπους, ας κάναμαν κι αλλιώς. Και κουβεντιάσαμαν, όπως κουβεντιάσαμαν, και γελάσαμαν αντάμα. Μας χρέωσαν σε κάθε φαμίλια από ένα γομάρι χωρίς γομάρα, τρεις αίγες δίχως τραΐ και πέντ’ έξι κότες δίχως πέτο, να μην αυγαταίνουν. Κηπικά να βάλουμε, δεν είχαμε δικαίωμα. Δυο ελιές που ήταν στο σπιτότοπο, δεν άφηναν να τις μάσουμε. Τι πρόγραμμα ήταν κείνο που ‘χαν; Αναγούλιες“.
Μέρος τρίτο: Το καθεστώς του Χότζα καταρρέει. Αλύκου, Πόβλα, Αθήνα. Αφηγητής ο Σπετίμ, ο εγγονός της Σοφιάς.
Ο Σπετίμ καταφέρνει να περάσει από την Αλβανία στην Ελλάδα, όπου τον περιμένει η περιφρόνηση, η αθλιότητα και το φαρμάκι… (“Να φτυούσα κάτω και να ‘γλειφε σκύλος θα πεθήνησκε, τόσο φαρμακωμένος ήμουν“)
Μπίτισαν τα λεφτά, κοιμώμουν τις νύχτες σε γιαπιά ή απουκάτω στο μετρό. Το πρωί έρχονταν πολλοί ντόπιοι με αυτοκίνητα και διάλεαν παιδιά για δουλειές εργατικές. Μαζεύονταν τα παιδιά τροΰρω μελίσσι, φώναζαν, πελεκιόνταν. Έπαιρναν κάνα δυο, έφευγαν…
Πριν από ο,τιδήποτε άλλο να δηλώσω ότι θεωρώ τον Δημητρίου ως έναν από τους καλύτερους σύγχρονους Έλληνες συγγραφείς. Το πρώτο του μυθιστόρημα είναι εξαιρετικό! Η αφηγηματική του οικονομία, η ιδιωματική του γλώσσα και ο ρυθμός της, ο τρόπος με τον οποίον η Ιστορία επηρεάζει τα πρόσωπα, η μοναδική του δομή: οι τρεις φωνές που αφηγούνται σε χρόνους διαφορετικούς, αλλά διαδοχικούς, καλύπτοντας η καθεμία και κενά της προηγούμενης, το συλλογικό που σταδιακά αποψιλώνεται για να καταλήξει στο ατομικό και απολύτως μοναχικό…
Ο Σωτήρης Δημητρίου αποδεικνύεται μοναδικός μάστορας και στην τέχνη του μυθιστορήματος.
Πριν κάνω την ανάρτηση έριξα μια ματιά στις κριτικές του βιβλίου, που βρίσκονταν στο αρχείο μου με τα περιοδικά. Κάποιοι το εκθείαζαν αλλά διατύπωναν επιφυλάξεις για την επιλογή της ιδιωματικής γλώσσας, παρά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Μερικοί μάλιστα έφτασαν στο σημείο να απαιτήσουν και γλωσσάρι σε μελλοντική έκδοση (λες και πρόκειται για σχολικό ανάγνωσμα). Κι όμως, το επίτευγμα του δημιουργού είναι ότι καθώς διαβάζεις τις αράδες του με αρκετές πρωτόγνωρες λέξεις, διαπιστώνεις ότι τα συμφραζόμενα και οι ήχοι τους είναι υπεραρκετά για να σε κάνουν να τις νιώσεις, γιατί αυτό ακριβώς συμβαίνει: οι πράξεις των ηρώων μετουσιώνονται σε λέξεις, που καθ’ όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης δονούνται στην ψυχή του αναγνώστη!
vintage_under2

©Το κείμενο με τις σημειώσεις, καθώς και όλες τις εικόνες που το κοσμούν θα τις βρείτε στον ιστότοπο του Ναυτίλου

Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα “Ηπειρος” παρμένη από τον Ναυτίλο. Η ειδική επεξεργασία για τις ανάγκες της ανάρτησης έγινε από τις Στάχτες.

Σωτήρης Δημητρίου
Ν’ ακούω καλά τ’ όνομά σου
Εκδόσεις Κέδρος

 

favicon