Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Σπασμένες καρδιές

Αρχείο 10/06/2014

«Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ» ΤΟΥ Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗ

Η Ελένη που γυρνά στην πατρίδα. Όμορφη, με την πικρή πείρα του σκληρού έρωτα. Τώρα οι θεοί είναι χριστιανικοί. Όσα έγιναν τότε συζητιούνται μονάχα στα θέατρα. Πόση τραγωδία χώρεσε η ζωή της Ελένης. Τ΄όνομά της πια Μαρίνα. Έτσι όπως γυρνά στις επαρχίες της Σύρου κανείς και ποτέ δεν θ΄αναγνωρίσει την τρυφερή της αγάπη. Ο Πάρης σαν ανεμόμυλος, με χέρια ορθάνοιχτα τάφηκε στη Φρυγία ή την Αθήνα ή την Ανδριανούπολη. Την τελευταία φορά που τον είδε δεν έμοιαζε βασιλικός. Είχε στο πρόσωπο τα σημάδια από το χρόνο και τις νοσηρές αγάπες. Τίποτε δεν θυμόταν. Μονάχα που του ΄λειψε η αδικοχαμένη Κασσάνδρα. Είπαν πως μεθά στην οδό Αχιλλέως, προφέροντας τ΄όνομά της, γράφοντας ολονύχτιες τραγωδίες. Την Κασσάνδρα και τα τείχη ποτέ δεν τα ξανάβρε ο Πάρης.

Η Ελένη έσωσε το πρόσωπό της. Τις πολύ βαθιές νύχτες περπατά την καθολική Σύρο, κρατώντας πάντα τις αποστάσεις από τη λαμπερή και καλλιτεχνική πολιτεία του λιμανιού. Αγαπά τις εργατικές συνοικίες, το ναυπηγείο, τα δεκαεξάχρονα παιδιά που αναχωρούν για τη Σιγκαπούρη δίχως ναύλο. Τα ρούχα της Ελένης βρωμούν μοράβια, ναυτικά λάδια. Λυπημένη γερνά στα πόδια της θάλασσας. Φτιάχνει αγάλματα και όταν ερεθισμένη φλέγεται τις νύχτες φωνάζει τ΄όνομά του. Εκείνοι που μεθούν στις προκυμαίες σταματούν τις συζητήσεις. Τίποτε δεν λένε. Θυμούνται τη Σαμοθράκη, τα ευτυχισμένα αγάλματα που σφάχτηκαν μες στα υλικά τους, ακούν όσα φθάνουν με του θορύβους. Η Ελένη τίποτε δεν αναγνωρίζει από τον τωρινό της κόσμο. Τα σχήματα των πλοίων, του καλοκαιριού η αίσθηση, τ΄αύριο. Μονάχα τ΄όνομα της πολιτείας που πυρπολείται θυμάται και ένα τρυφερό απόγευμα στη γοτθική Ρουέν. Η Ελένη, σαν ονειρεμένη πεθαίνει πρώτα απ΄τα μάτια. Οι νύχτες και οι αιώνες περνούν από μέσα της. Είναι ο Ορφέας τεμαχισμένος που γυρνά στις αγαπημένες πόλεις.

Όμως για σένα Ελένη δεν υπάρχει δρόμος. Σ΄αυτά τα νησιά που είναι από φως και καθαρό, άσπρο χώμα ύπνο δεν θα΄βρεις Ελένη. Μονάχα τα καρφωμένα βλέμματα όσων μεθούν από ούζο στα λαϊκά μαγαζιά του κόσμου. Έτσι δικάζονται πάντα οι μεγάλοι, οι αγνοί έρωτες και τα πελοπονησιακά οράματα.

Την Ελένη την παρηγορούν μονάχα οι παλαιοί μύθοι. Πέρα από το κεραμικό Αιγαίο, τις κυκλαδίτικες κόρες με τα γεωμετρικά χέρια από μια πολύ παλιά εποχή, την Ελένη την παρηγορούν οι πτήσεις των πουλιών, οι μεγάλες σκιές της νύχτας που τελειώνουν πάνω στο στόμα της. Σαν προσευχή τραγουδά την ιστορία της Χίμαιρας. Στέκει στους καθρέφτες, πολύπτυχη και άδεια και αναγνωρίζει τις τερατωδίες του βίου της. Φορεί τα ρούχα του τέρατος και έτσι θειαφένια σκορπίζεται τις νύχτες. Ως την Τήνο και τη Δήλο τέτοια λύπη δεν γνώρισαν ποτέ. Το σώμα της μισεί η Ελένη, το σώμα της που ήταν βία και πόνος. Την αυγή μονάχα όταν η πολιτεία φανεί θολή και αβέβαιη η Ελένη γυρνά στη μοναξιά της. Ζητά τη χάρη του Αδάμ της Βρέμης και άλλοτε πάλι προσεύχεται μ΄εξωφρενικές γονυκλισίες στους θαλασσινούς αγίους. Είναι περιβόλι νυχτερινό το πρόσωπό της. Τόσα νερά, τόσα κρίματα η καημένη η Ελένη φορτώνεται τα πρωινά του κόσμου. Καρδιόσχημη περνά τις ώρες της με τους πεθαμένους. Το πνίξανε το παιδί της οι μαργαρίτες και τα λευκά, δυναμικά τριαντάφυλλα. Και όλο κοιτά στο μώλο μήπως φανεί ο τωρινός της άντρας. Έχει να τον δει τόσα χρόνια. Ίσως να μην αναγνωρίζονται πια τα χείλη, τα μάτια, ίσως τα σώματα τίποτε να μην ανακαλούν από τα υλικά εκείνης της εποχής. Όταν οι πρίγκηπες δουλεύονταν με χρυσάφια και ελεφαντόδοτο, όταν κρατούσαν πάντα την αρχαϊκή, την τόσο κλασσική τους στατικότητα.

Εκείνος που έρχεται από το βάθος με το αστοιβές στεφάνι της παλαιάς Αντιόχειας και το δύσκολο έρωτα φέρνει πουλιά και τραγούδια. Δεν ήταν ποτέ κάποιος Πάρις. Είναι ο Γιάννης που επιστρέφει συντριμμένος από τους τροπικούς. Του γράψανε, του είπαν πως είχαν τα πράγματα. Το παιδί που χάθηκε, η Μαρίνα με τ΄όνομά της ανάμεσα στα χέρια, στο μέσον του πελάγους. Μες στο ελληνικό φως που χύνεται ακατέργαστο στις λευκότατες επιφάνειες της χώρας βρίσκει τη μορφή του. Τ΄άδικοχαμένο παιδί τους στέκει παράμερα, χαμογελά στον πατέρα που βαδίζει με ρυθμό θεατρικό, μ΄ακίνητα μάτια, σαν κάποια αιωνιότητα στο πνεύμα. Πέρα απ΄την Ελένη το κρύο που φθάνει, οι θύελλες που δοκιμάζουν τη θάλασσα, τ΄αγαπημένο παιδί, μια μικρή με τ΄όνομα Αννούλα πίσω από τις ωραίες σιδηροτεχνίες του σπιτιού. Μονάχα οι αθώοι ζουν συλλογίστηκε η Ελένη και χύθηκε σαν καινούρια γέννα μες στο νυχτερινό πηγάδι.Πέρασαν οι μνήμες από τις φωτεινές βιτρίνες του Παρισιού, τις κουβέντες των αναψυκτηρίων, τις γρήγορες και επικίνδυνες πτυχές της πόλης. Μέσα απ΄τα ερρείπια της Σύρου αναδύονται ιστορικές οι μορφές της Άννας, της Μαρίνας, του Γιάννη, του Μηνά. Εκείνης της ηλικιωμένης που προσμένει πικραμένη την ανάρησή της πίσω από τα πελώρια, πολυφωνικά κύμματα με την τόση ορμή. Η θάλασσα είναι μοίρα.

Δίχως γλώσσα,σωματική και αρχαία η Ελένη επιζεί. Μες στην πελασγική γραμμική, τις κεραμοποιίες, τ΄αγαλματώδη τοπία, τα φωτοσκιασμένα σκοτώνεται. Με φόντο την αιγαιακή σκηνογραφία και τα καράβια που ΄χουν ονόματα παράξενα και θρυλικές καταγωγές. Έτσι τελειώνει κάθε Ελένη με τ΄όνομά της μυστικό. Μες στις τρομερές επαρχίες πνίγεται η Ελένη, το δράμα της εξιστορείται στην ουσία του με γλώσσες νεκρές, με τα μέτρα και τα σταθμά μια αρχαίας ελληνικότητας. Μες στην πελαγίσια αναπαράσταση ζωγραφίζει ο Καραγάτσης το δράμα της Μαρίνας, το θάνατο ενός παιδιού, την τραχιά ηθική ετούτου του ανατολικού κόσμου. Προφορικά, με τα φεγγάρια και τις ερωτικές σκιές, πάντα διακριτικός εξιστορεί το πάθος και τον έρωτα.

Αυτοί οι θεοί που κοιμούνται αιώνες τώρα στη Δήλο και αλλού προσεύχονται για μια Μαρίνα. Για μια Ελένη, για τ΄αποκριάτικο κορίτσι των μικρών καλοκαιριών, για τ΄όνειρα του κόσμου που δεν πιάνονται ποτέ οι προσευχές και η μυθιστορία του Καραγάτση. Και έτσι δίκαιος και ακέραιος, διδαγμένος την εντόπια ηθικά ήμερα και προφορικά, τελειώνει τις ζωές. Δεν ήταν η αναπαράσταση, δεν ήταν η ελληνική ηθογραφία που γοήτευσε τον συγγραφέα παρά ο παγωμένος άνεμος μιας κοινής ιστορίας και οι θεοί της αγωνίας. Και η μοναξιά της Ελένης όταν σφραγίζει την εποχή της μ΄ολη τη μοναξιά της απελπισίας της.

Η «Μεγάλη Χίμαιρα» του Μ. Καραγάτση συνιστά μια ιστορία για τις ώρες της βροχής. Μια ιστορία όπως εκείνες που διηγούνται στα παιδιά για πνεύματα που ιππεύσανε τις νύχτες. Μια ιστορία για τη μοναξιά της Ελένης, της Μαρίνας, της Λιλής που τόσο σ΄αγάπησε Μηνά. Η «Χίμαιρα» που πεθαίνει μόνη, σαν όνειρο βραδιάς καλοκαιρινής, κρατά στα στήθη της το φιλί και το κλειδί. Καθισμένη στις φωτογραφίες της Τροίας και της Σύρου ετούτη η γυναίκα με τα φύκια στο στόμα της θα γίνει κάποτε λιθογραφία, θα γίνει κομμάτια σαν τ΄αρχαίο σύμπαν της. Η «Χίμαιρα» του Καραγάτση συγκλονίζει για την πιστή αναπαράσταση της μοναξιάς. Απομένει μονάχα μια ελευθερία έξαλλη στην άκρη της θάλασσας. Την νεκρή θα την γνωρίσουν απ΄τα κρόσια, τους θυσσάνους, τους κυδωνίσκους. Θα πουν πως πέθανε η κόρη του Θεού. Στα ουζάδικα οι θαμώνες σπάζουν στους αιώνες τα ποτήρια τους πάνω στα τσιμέντα. Έπειτα σκαρφαλώνουν στα ολόδροσα κορίτσια τους. Τ΄όνομά σου Ελένη, Μαρίνα, ποτέ δεν θα ξεχαστεί.

vintage_under2

©Απόστολος Θηβαίος

favicon