Πέτρος Κυρίμης, Μάνα μητριά, παρουσίαση-απόσπασμα

Αρχείο 14/06/2014

Μυθιστόρημα -Εκδόσεις Επτάλοφος

Λίγα λόγια για το βιβλίο
Χρόνια τώρα κοιτώντας κάθε φορά «Την καρδιά του Κότσυφα» την νουβέλα που έγραψα το 1998 και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Καστανιώτη την ίδια χρονιά, έμενα με την αίσθηση ότι την είχα αφήσει μισή. Πως στη νουβέλα των εβδομήντα σελίδων άφησα απέξω πράγματα και γεγονότα που συνέβησαν μετά και πολλά από αυτά σημάδεψαν ανεξίτηλα εμένα τον ίδιο και την πορεία μου για πολλά χρόνια στη Γερμανία. Κάποια στιγμή η αίσθηση αυτή έγινε επιτακτική ανάγκη κι άρχισα να γράφω από εκεί ακριβώς που είχα τελειώσει. Για τα χρόνια μετά. Πόσα πράγματα δεν συνέβησαν!.. Ο απρόσμενος θάνατος της γυναίκας μου, το μεγάλωμα των δυο αγοριών και οι σπουδές τους. Φίλοι που έφυγαν χωρίς να έρθουν άλλοι να τους αναπληρώσουν, ο καταλύτης χρόνος και η μοναξιά φίδι κολοβό στον κόρφο μου. Πέτρινα χρόνια και γλιστερά να κινδυνεύω κάθε στιγμή να πέσω. Όποιος δεν έχει ζήσει πολλά χρόνια σε ξένο τόπο δεν θα μπορέσει ίσως να καταλάβει πόσο σημαντικό είναι το ασήμαντο της προηγούμενης ζωής του.
Αχ, Γερμανία μητριά! Κι εγώ απροσάρμοστο παιδί στα χέρια σου, πες μου και τι δεν έκανα για να μπορέσω να ‘ρθω κοντά σου. Κι εσύ στην κάθε καλή μου πρόθεση, στην κάθε καλή μου διάθεση, έστρεφες τα μάτια σου αλλού σαν να μην υπήρχα…

Απόσπασμα από το πρώτο μέρος
Γερμανία του εβδομήντα τέσσερα και μόλις είχαν αρχίσει από τα καλά καφέ και τα διάφορα μπαρ να ξεκρεμάνε τις ταμπέλες «Απαγορεύεται στους ξένους». Βλέμματα κατανόησης στους δρόμους και χαμόγελα συγκατάβασης όταν παράγγελνες τον καφέ σου με νοήματα.

Οι βιτρίνες των μαγαζιών γεμάτες και τα εκατόμαρκα μ’ ένα απαλό γαλάζιο χρώμα, ίδιο ο ουρανός της Πατρίδας όταν τον κοίταζε ανάσκελα και ένιωθε ένα τίποτα μες στο σύμπαν. Ήταν ωραία ακόμα τότε. Όπως όταν τρως ένα γλυκό που αγαπάς και μέσα έχουνε βάλει φαρμάκι. Δυο τρεις μήνες εδώ και τους άλλους στην Πατρίδα. Πήγαινε κι ερχότανε νικητής και τροπαιούχος και ανύποπτος.

Ο μίτος της Αριάδνης άρχιζε στη Ρόδο. Ο Λαβύρινθος ξεκινούσε από το σταθμό Λαρίσης, περνούσε τα Τέμπη πριν τη Σαλονίκη, τα σύνορα μετά τη Σαλονίκη, τα άλλα σύνορα και τα άλλα σύνορα, και τέλειωνε μέσα σε μια απέραντη υπόγεια πολιτεία. Εκεί περίμενε ο Μινώταυρος. Η αγάπη του χαμένη κάπου στον Πειραιά. Δεν τον περίμενε. Πολλές φορές, θέλοντας να κλείσουμε μια τρύπα, ανοίγουμε μια άλλη μεγαλύτερη και μπαίνουμε μέσα και μας τρώει το σκοτάδι για πάντα.

Μέχρι τώρα τα καλοκαίρια του μύριζαν θάλασσα, βουνό και θυμάρι. Ύδρα και Μύκονος, έρωτες και γιασεμιά τα βράδια.

Το πρώτο σοκ το πήρε το πρώτο κιόλας καλοκαίρι που έκανε εδώ. Ένας γνωστός του τον πήγε για μπάνιο σε κάποια πισίνα. Ίσα που είχε αρχίσει να σκέφτεται πως οι άνθρωποι είναι τρελοί να παρατούν τη χώρα τους κάθε καλοκαίρι και να γυρεύουν ήλιο και θάλασσες αλλού, μιας και τα έχουν όλα, ήλιο να λιάζονται και πισίνες παντού να κολυμπάνε, με τα γρασίδια τους ολόγυρα και δέντρα να ρίχνουν τον ίσκιο τους και τη δροσιά τους. Έτσι είχε αρχίσει να σκέφτεται, όταν ξαφνικά λες και έπεσε ο ήλιος σε κάποια τρύπα, χάθηκε. Κοίταξε αλαφιασμένος να δει τι κάνουν οι άλλοι γύρω του και είδε ότι είχε μείνει μόνος του, την ώρα που πάνω απ’ το κεφάλι του είχε αρχίσει λες το τέλος του κόσμου. Αγριεύτηκε. Κοίταξε ψηλά με απελπισία και μπόρεσε να διακρίνει έναν αχνό ήλιο να παλεύει αδύναμα να νικήσει τη μαυρίλα γύρω του. Έναν ήλιο πληγωμένο και περικυκλωμένο από παντού. Σαν τον Αχιλλέα ανάμεσα στους Τρώες. Σε λίγο θα πέσει νεκρός, σκέφτηκε.

Έφυγε να πάει σπίτι του, την ημέρα εκείνη, με την εντύπωση ότι ο ήλιος είχε πεθάνει πια και ποτέ δε θα τον ξανάβλεπε.

Η φωτογραφία είναι από το εξώφυλλο.

kyrimis-mana-bkΠέτρος Κυρίμης
Μάνα μητριά
Εκδόσεις Επτάλοφος
2014