Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Όλοι οι θάνατοι εδώ σκηνοθετούνται…[2014]

Αρχείο 15.6.14

fav-3

Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πως κέρδιζε πάντα αυτή
ενώ χάνουμ’ όλοι.
Πως όλες οι αξίες γεννιώνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω με το νου χωρίς αρρώστια
ζω χωρίς να μου χρειάζεται ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι μακριά
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο•
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω•
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό του τίποτα
με ελάχιστα.

fav-3

Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα

Ποια είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα
που με τ’ όνειρο φτάνω στον γκρεμό
και πέφτω, πέφτω
χωρίς το σώμα μου;
‘Ολοι οι θάνατοι εδώ σκηνοθετούνται
απ’ τους ανθρώπους
ακούγεται η ανάσα των φύλλων
νέα πουλιά αντικαθιστούν τα χτεσινά
με μια ψυχή
μ’ ένα πέταγμα
θα τραγουδήσουν.
Πού βρίσκομαι τη στιγμή εκείνη
τη μόνη που βαραίνει
τη μόνη που δείχνει τη μεγάλη περιπέτεια
πού βρίσκομαι σαν μου αφαιρούν
μου αφαιρούν
μιαν άνοιξη την κάθε νύχτα
και δεν αγγίζω την κοιλιά
που γεννάει
την πεταλούδα που ξεραίνεται;
Ηλικίες!
Είναι όλες φτωχές οι ηλικίες
κι αυτά τα δεκαοκτώ
τόσο λίγο φωτίζονται από το άλλο θαύμα
τόσο λίγο γεύονται το σκοτάδι
κι ούτε που ζυγίζουν
του ζώου την αξία
του ζώου τη φύση την αιώνια.
Κάτι σαν τύφλωση η αθωότητα
κι οι άγιοι ξεμωραμένοι
υψώνουν χαρταετό
πέρα απ’ την ατμόσφαιρα.
Την ώρα εκείνη
που με το λύκο τη συνταιριάζουν οι ποιητές
την ώρα εκείνη
το σώμα μόνο τη γνωρίζει
σφαδάει, γρυλίζει
σκουραίνει ο ουρανός του ύπνου
χίλιες φορές πεθαίνω
εγώ, εσύ
όσο να ξημερώσει.

fav-3

Η ανορεξία της ύπαρξης

Δεν πεινάω, δεν πονάω, δε βρωμάω
ίσως κάπου βαθιά να υποφέρω και να μην το ξέρω
κάνω πως γελάω
δεν επιθυμώ το αδύνατο
ούτε το δυνατό
τα απαγορευμένα για μένα σώματα
δε μου χορταίνουν τη ματιά.
Τον ουρανό καμιά φορά
κοιτάω με λαχτάρα
την ώρα που ο ήλιος σβήνει τη λάμψη του
κι ο γαλανός εραστής παραδίνεται
στη γοητεία της νύχτας.
Η μόνη μου συμμετοχή
στο στροβίλισμα του κόσμου
είναι η ανάσα μου που βγαίνει σταθερή.
Αλλά νιώθω και μια άλλη
παράξενη συμμετοχή∙
αγωνία με πιάνει ξαφνικά
για τον ανθρώπινο πόνο.
Απλώνεται πάνω στη γη
σαν τελετουργικό τραπεζομάντιλο
που μουσκεμένο στο αίμα
σκεπάζει μύθους και θεούς
αιώνια αναγεννιέται
και με τη ζωή ταυτίζεται.
Ναι, τώρα θέλω να κλάψω
αλλά στέρεψε ως και των δακρύων μου η πηγή.

fav-3

“Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα” στο περιοδικό «λέξη τχ.183, ”Στον τόπο αυτό ύπνος και ξημερώματα”, στον τόμο: Ποιήματα 1963-1977, Αθήνα , εκδ. Καστανιώτης, 1997 και “Η ανορεξία της ύπαρξης”, 2011

©Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ