Τάμμυ Τσέκου, ‘Pasión fatal’ [2014]

Αρχείο 24.7.14


Ήταν εκείνη που μου μίλησε πρώτη. Μόλις είχαμε επιβιβαστεί σε ένα βαγόνι που έκλεισε τις πόρτες του ξεφυσώντας, σαν να μην άντεχε άλλες προσωπικές ιστορίες για σήμερα.
Με ρώτησε ποια στάση είναι πριν από τον Άγιο Αντώνιο και απάντησα αφηρημένος ‘τα Σεπόλια’.
Με κοίταξε έντονα. «Αλήθεια, δε με γνώρισες, Νίκο;»
Μόνο η γραμμή των χειλιών που έμοιαζε με ανάποδο χαμόγελο, με έκαναν να αναγνωρίσω τη Μάρθα σ’ αυτή τη γυναίκα με το πρησμένο πρόσωπο, που η ανάσα της βρώμαγε αλκοόλ.
«Άλλαξες Μάρθα, λυπάμαι. Πάνε και 15 χρόνια.»
Κάτσαμε σε ένα καφέ στην Πλατεία Αττικής –της το χρωστούσα, είπε. Παραγγείλαμε αφηρημένα από ένα εσπρέσο – ο ελληνικός δεν ήταν πια της μόδας.
«Δεν είναι ειρωνεία;» Μου έδειξε την ταμπέλα του μαγαζιού και το ανάποδο χαμόγελό της θύμιζε ξεχειλωμένο εσώρουχο στην απλώστρα. «’Pasión fatal’- φαίνεται πως τα μοιραία πάθη μας κυνηγάνε ακόμα».
Χαμογέλασα με κόπο. Πάντα της άρεσε να βρίσκει τις μικρές λεπτομέρειες που έκαναν τα πράγματα να αποκτούν ένα δραματικό τόνο, ή να προμηνύουν τα μελλούμενα. Θυμήθηκα πως ήταν ανάμεσα σ’ αυτά που κάποτε μου άρεσαν σε εκείνη. Αηδίασα.
«Τι κάνουν τα παιδιά σου Μάρθα; Θα μεγάλωσαν».
Η φωνή της ακούστηκε μεταλλική, σαν να προβάριζε καθημερινά έναν ρόλο που περίμενε 15 χρόνια το μεγάλο του ντεμπούτο.
«Έχω να τα δω από τότε, Νίκο. Ποιος δικαστής θα έδινε δυο ανήλικα παιδιά σε μια μάνα που τα παρατάει κλειδωμένα για να τρέξει στον εραστή της; Μου τα πήρε εκείνος και γύρισε στην Αυστραλία». Άναψε τσιγάρο χωρίς να σβήσει το προηγούμενο και με κοίταξε προκλητικά.
«Εσύ;»
Τι να της πω; Δυο γάμους, δύο διαζύγια, δύο παιδιά.
«Και άπειρες ερωμένες, φαντάζομαι».
Έφερε το χέρι της στο άνοιγμα της γκρίζας φθαρμένης πουκαμίσας της, σαν να ήταν έτοιμη να χαϊδέψει τα βαριά της στήθια που ανάδυαν κλεισούρα. Ένιωσα στα δάχτυλά μου την ανάμνηση από τις σκληρές της ρόγες και μου ήρθε αναγούλα.
Ρούφηξα μια γουλιά από τον καφέ που είχε κρυώσει. Το βλέμμα της φάνηκε να χάνεται αλλού. Θυμήθηκα ένα ραντεβού που δεν μπορούσε να αναβληθεί και πλήρωσα τους καφέδες ενώ σηκωνόμουν.
Εκείνη έμεινε με τα μάτια καρφωμένα στην ταμπέλα του ‘Pasion Fatal’ και το ανάποδο χαμόγελο παγωμένο, να θυμίζει πίνακα του Modigliani.
Πριν φτάσω στη γωνία την άκουσα να παραγγέλνει στο γκαρσόνι μια βότκα.
Πήρα ανάσα και συνέχισα.

vintage_under2

©Τάμμυ Τσέκου
φωτογραφία αγνώστου, creative commons, ειδικά επεξεργασμένη από Στάχτες