Νίκος Παργινός, Ο Κανόνας της ορθής γωνίας -απόσπασμα [2014]

Αρχείο 26/07/2014

fav-3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1
Χωρίς ηλικία

Υπάρχουν τριών ειδών άνθρωποι:
εκείνοι που μπορούν να μετρήσουν κι εκείνοι που δεν μπορούν.
ΑΝΩΝΥΜΟΣ

Mε λένε Αντώνιο, όλοι όμως με φωνάζουν Θαλή. Όλοι έτσι με ξέρουν. Καλύτερα να σου βγει το μάτι, λένε, παρά το όνομα. Με φωνάζουν Θαλή γιατί έτσι με βάπτισε ο σωτήρας μου. Δεκαεννέα περίπου χρόνια πριν. Όταν εκείνος με ανάστησε από του χάρου τα δόντια. Ίσως, γιατί του θύμιζα εκείνον τον αρχαίο σοφό, όπως μου έλεγε κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία, αν κι εγώ μόνο σοφός δεν ήμουν. Ίσως, γιατί ποτέ δεν έδινα σημασία στους αριθμούς όπως κι εκείνος. Ίσως, γιατί ενδιαφερόμουν περισσότερο για τα σχήματα και τα χρώματα. Αυτό μου είχε πει τότε, όταν συνήλθα, άνοιξα τα μάτια μου και τον είδα να μου χαμογελά. Με ρώτησε το όνομά μου, αλλά δεν απάντησα. Με ρώτησε για την ηλικία μου, μα δεν ήξερα πόσο ήμουν. Κοιτούσα ζαλισμένος από το τραύμα μου, σα χαμένος δεξιά κι αριστερά κάνοντας κύκλους. Και τότε ήταν που με βάπτισε.

«Θα είσαι, λοιπόν, ο Θαλής! Ξέρεις ποιος ήταν ο Θαλής; Ζούσε στη Μίλητο, σε μια ελεύθερη πόλη, τον 7ο αιώνα π.Χ. Ένας από τους επτά σοφούς της ανθρωπότητας! Δεν ασχολήθηκε με αριθμούς, σαν κι εσένα, δεν τον ενδιέφεραν τα νούμερα. Έδωσε σημασία στα σχήματα. Του άρεσαν οι γωνίες. Τους έδωσε μαθηματική υπόσταση».

Όσο μιλούσε τα μάτια μου επεξεργάζονταν την πλουμιστή στρατιωτική στολή του λοχαγού που φορούσε χαζεύοντας ένα παράσημο που είχε φέρει για να με σαγηνέψει και να μου κεντρίσει το ενδιαφέρον. Σκαλιστό, μ’ έναν μεγάλο σταυρό, μ’ έναν κύκλο στη μέση και στις πλευρές του γωνίες. Γυάλιζε ασυνήθιστα στο αθώο βλέμμα μου και ασυναίσθητα το μυαλό μου ταξίδεψε στα σχήματα που διέγραφε ο λόγος του, η πρώτη πρότασή του. Θαλής, λοιπόν. Ας είναι, σκέφτηκα. Μ’ είχε χαϊδέψει τότε, ένα πατρικό χάδι γεμάτο στοργή και αγάπη. Κατόπιν μου προσέφερε φαγητό καθότι νηστικός και εξαντλημένος. Αυτή ήταν η αφετηρία της σχέσης μας. Πέφτοντας με τα μούτρα στο φαΐ σκέφτηκα, πως τελικά τον γρίφο της ηλικίας μου, όντως, ποτέ δεν τον είχα λύσει. Για μια στιγμή κοντοστάθηκα και επιχείρησα να θυμηθώ, να βάλω κάτω στοιχεία και υποψίες, μα η προσπάθειά μου έπεσε άδοξα στο κενό. Ούτε και σήμερα μπορώ να πω με σαφήνεια πως ξέρω την ακριβή μου ηλικία. Συνήθισα να μετρώ τα χρόνια με τα σημάδια του καιρού στο κορμί μου. Κηλίδες, σημεία, γραμμές, ρυτίδες, κλίσεις, γωνίες και κύκλους κάτω από τα μάτια. Χαζεύω τον κόσμο μέσα από τα γεωμετρικά σημάδια του χρόνου και όχι από τις ημερολογιακές αναφορές, στις οποίες δεν δίνω σημασία, λόγω φιλοσοφίας.

9 Ιουλίου 1842 για τον κόσμο. Σήμερα γράφεται ο επίλογος μιας πορείας. Κλείνει ο κύκλος, περικλείοντας μέσα του το τρίγωνο μιας περιπετειώδους ζωής, μιας ολόκληρης φιλοσοφίας. Ο ουρανός μοιάζει να συμμερίζεται τη χαρά της κερκυραϊκής γης που γιορτάζει, αφού θα δεχθεί στα σπλάχνα της το σώμα του σωτήρα μου. Κι εγώ, μάρτυρας και συνοδοιπόρος όλα ετούτα τα χρόνια, εδώ, να εκπληρώνω το χρέος του ύστατου χαίρε στον άνθρωπο που του χρωστώ όχι μόνο ένα όνομα, αλλά, όπως φαίνεται, μια ολόκληρη ζωή. Περήφανος για τη μοίρα που μ’ έριξε στο πλευρό του.

«Έχεις χτυπήσει το χέρι σου. Ευτυχώς ήσουν τυχερός, το τραύμα είναι επιπόλαιο. Πέρασε ξυστά το βόλι…», μου είχε πει αμέσως μετά από τη βάπτισή μου και μου έδειξε τον πρόχειρο αυτοσχέδιο επίδεσμο που μου είχε περάσει από το σβέρκο στο μπράτσο για να κρέμεται το χέρι μου μέχρι να επουλωθεί. «Ξέρεις, ποιο είναι το μυστικό ενός επιτυχημένου επιδέσμου;», μ’ είχε ρωτήσει, αλλά εγώ και πάλι δεν αποκρίθηκα σαστισμένος καθώς ήμουν. «Το χέρι πρέπει να σχηματίζει ορθή γωνία για να ξεκουράζεται και να θρέψει σωστά…»

Τώρα που το σκέφτομαι, αυτός ήταν εν τέλει ο κανόνας που διέγραφε σχηματικά όλη τη ζωή του και φάνηκε πως επηρέασε κι εμένα στο έπακρο. Ο κανόνας της ορθής γωνίας, που πλέον μπορώ να αποδεχθώ στο ταλαιπωρημένο μου κορμί. Ναι, καλέ μου, φίλε. Τώρα, εδώ, ιερός προσκυνητής στη μητέρα γη της νιότης σου, αυτήν τη γόνιμη γη που δέχεται το βασανισμένο σου κορμί, μπορώ να καταλάβω το βάρος εκείνων των λόγων σου, τη μέρα που περιέθαλψες το επιπόλαιο, όπως εύκολα όρισες, τραύμα μου. Μα η πληγή, καλέ μου φίλε, όσο ξυστά κι αν πέρασε εκείνο το καταραμένο βόλι, να ξέρεις, πως ποτέ δεν έκλεισε οριστικά. Με καίει και με λιώνει όταν αλλάζει ο καιρός. Με σφίγγει και με πονάει όταν η υγρασία τρυπάει το κόκαλο κι ο πόνος φθάνει ως το μεδούλι. Νιώθω ακόμα εκείνο το ευλογημένο, όπως αποδείχθηκε τελικά, βόλι, που με σημάδεψε με τη γνωριμία σου στο μπράτσο μου. Και πλέον, έμαθα το χέρι μου να το κρατώ πάντα σ’ ορθή γωνία, όπως μου δίδαξες, τότε, εκεί, κι ο πόνος στο τέλος σβήνει, χάνεται.

Οι ακτίνες του ήλιου φωτίζουν ακόμα το μονοπάτι που γράφτηκε ταπεινά ο επίλογος της πορείας του σωτήρα μου. Κόσμος πολύς δεν υπήρξε να τον αποχαιρετήσει στο στερνό του αντίο. Δεν ήξεραν, δεν έμαθαν, δεν ρώτησαν, δεν ενδιαφέρθηκαν. Δεν ήθελαν ή δεν μπορούσαν. Εδώ, στον Ποταμό, στο νησί του, όπως το ήθελε, άνοιξε τα σπλάχνα της η ποτισμένη με δάκρυα και αίμα γη για να δεχθεί πίσω τον καρπισμένο σπόρο της. Κι εμείς, παραστάτες ετούτης της επιστροφής, κάθετα ορισμένοι στον επίπεδο στίβο της, επαληθευτές του δικού του κανόνα, σχηματίσαμε με τα κορμιά μας ορθές γωνίες με το έδαφος σ’ ένδειξη μνήμης.

Κρατώ στο δεξί λαβωμένο μου χέρι το δικό σου μετάλλιο που χάζευα εκείνη τη μέρα που με βάπτισες, καλέ μου φίλε, και μια διάχυτη αίσθηση πόνου σουβλίζει και πάλι το μπράτσο μου, λες και το σμίξιμό του χεριού με το στρατιωτικό σου τρόπαιο να ξύπνησε το ναρκωμένο απομεινάρι από εκείνο το βόλι που με πλήγωσε. Το παράσημο με τον σταυρό του τάγματος του Αγίου Λουδοβίκουλάμπει στο φως. Ένα παράσημο που κέρδισες με το άσβεστο θάρρος, το απαράμιλλο σθένος, τη λογική και την τόλμη σου κατά τη διάρκεια της μακράς στρατιωτικής σου θητείας. Ποτέ δε μιλούσαμε με χρόνια στις διεξοδικές μας συζητήσεις. Πάντα μου έλεγες για την υπηρεσία σου, πως θα πρέπει να είναι όσα και τα χρόνια του Χριστού. Τις εκστρατείες που συμμετείχες ποτέ δεν μου τις απαρίθμησες, αν και φρόντισα να μάθω λεπτομέρειες από τους συναγωνιστές σου. Μέτρησα δεκατέσσερις ένα βράδυ που ταξιδεύαμε ερχόμενοι στη Ελλάδα σε μια κρίση εξαίρεσης του κανόνα της απαρίθμησης. Και τι δεν κέρδισες σε τούτη τη ζωή! Τίτλους, παράσημα, δόξα, φήμη, περιουσίες! Αλήθεια, πόσα πολλά μπορεί να περικλείσει μέσα του ένα τρίγωνο, ένας κύκλος! Πόσα ταξίδια, πόσα πρωινά, πόσα βράδια, πόσα γράμματα, πόσους έρωτες, πόσες μάχες, πόσους πολέμους! Πόσες σκέψεις, πόση γνώση, πόση φαντασία και πόσα έργα! Ποιος ο λόγος, λοιπόν, να κάτσω να τα καταμετρήσω, όσα κι αν είναι; Ετούτος ο κύκλος, είναι σίγουρο πως τα περικλείει. Γιατί δημιουργείται και ορίζεται από τα αρχικά σημεία του τριγώνου της ζωής, εκείνου του τρίπτυχου αξιών, σκέψεων και πράξεων.

Αφήνω το παράσημό σου στο σημείο που θα’ σαι για πάντα. Ήταν το μόνο που ζήτησα να μου αφήσεις απ’ όλα τα υπάρχοντά σου, κι εσύ σεβάστηκες στο έπακρο την επιθυμία μου. Όχι για να καρπωθώ την τιμή και τη δόξα σου, αλλά για να στο επιστρέψω, ως ένδειξη σεβασμού, ως φόρο τιμής για την άπλετη ευγνωμοσύνη που νιώθω να με πνίγει και να μου καίει το λαιμό. Ούτε ένα δάκρυ μου δεν δέχθηκες να σου χαρίσω. Τίποτα δεν κράτησες εν τέλει για τον εαυτό σου. Πάντα, καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής σου, έθετες τον εαυτό σου στο περιθώριο. Και φρόντισες, πριν φύγεις οριστικά, να με γεμίσεις με ιερό καθήκον να προασπίσω ετούτη τη διάθεση ακόμα και τώρα, και μάρτυς μου ο Θεός, σου υπόσχομαι πως θα το κάνω, πραγματοποιώντας όλες τις ύστατες επιθυμίες σου. Μα επίτρεψέ μου, εδώ, στο χώμα που σε σκεπάζει και ελπίζω να είναι ελαφρύ, στη λατρεμένη σου πατρίδα, κάτω από το μεσημεριανό ήλιο που γιορτάζει τη μόνιμη επιστροφή σου στο νησί των Φαιάκων, τώρα που έφυγες, έτσι, για να σπάσω τον κανόνα, ν’ αρχίσω να απαριθμώ κατορθώματα, ιστορίες, αλήθειες, μύθους και γεγονότα που σημάδεψαν τη ζωή σου. Τη ζωή μας. Ή μάλλον να ζωγραφίσω αυτόν τον κύκλο ζωής με τα χρώματα της μνήμης μου, και να προσπαθήσω να συμπεριλάβω στην επιφάνειά του όλα όσα χαρακτήρισαν το τρίπτυχο του τριγώνου σου. Ταπεινός μαθητής, μαζεύοντας λέξη – λέξη όσα θυμάται το κουρασμένο μου μυαλό από τα διδάγματα και τις νουθεσίες σου. Έτσι, για όλους αυτούς που ήρθαν σήμερα, εδώ, και σε θυμήθηκαν. Γι’ αυτούς που δεν μπόρεσαν. Γι’ αυτούς που ίσως θα σε ξεχάσουν γρήγορα και εύκολα. Γι’ αυτούς που ίσως ποτέ δεν θα τους δοθεί η δυνατότητα να σε γνωρίσουν. Τον άνθρωπο, τον αγωνιστή, τον ήρωα, τον επιστήμονα, τον καλλιτέχνη, τον στοχαστή, τον Κερκυραίο, τον Έλληνα, Σταμάτη Βούλγαρη.

vintage_under2

parginos-orthi-bkΑπόσπασμά από:
©Νίκος Παργινός
Ο κανόνας της ορθής γωνίας
Καλλιγράφος, 2014
496 σελ.
ISBN 978-960-9568-31-9

 

 

 

 

*