Ευρυδίκη Τρισόν-Μιλσανή, Υπό το βλέμμα του Βούδα

Αρχείο 14/11/2014

fav-3

Στην είσοδο των ναών μας υποδέχονται οι Βούδες. Είναι όλοι τους καθισμένοι οκλαδόν, με ογκώδη ευρύστερνα σώματα, άτριχα στρογγυλά κρανία, αφτιά με μακριούς λοβούς  και πτυχωτούς χιτώνες. Πάντοτε τοποθετημένοι σε κάποιο ύψος  έτσι ώστε να πρέπει να κάνεις ανάταση για να τους αντικρίσεις. Μπροστά τους, νοιώθεις μικρός, μηδαμινός. Κι η αίσθηση αυτή αυξάνεται ακόμη περισσότερο καθώς εκείνοι σε κοιτούν από ψηλά μέσα από τα ημίκλειστα σχιστά μάτια τους. Το  άπιαστο μυστηριώδες βλέμμα τους μοιάζει υπεροπτικό κι αφάνταστα μακρινό. Είσαι ένα μυρμήγκι, ένα σκουλήκι μπροστά στην μεγαλειώδη απροσπέλαστη ακινησία τους.

Από τον έναν ναό στον άλλο το συναίσθημα αυτό γίνεται εντονότερο. Οι Βούδες είναι παρουσίες που δεν μπορείς να τις οικειοποιηθείς. Έστω  κι αν είναι γλυπτικές και τρισδιάστατες δηλαδή πολύ πιο συγκεκριμένες από τις άσαρκες κι αφαιρετικές εικόνες της ορθοδοξίας μας. Οι Βούδες δεν φαίνονται να είναι έτοιμοι να σου υποσχεθούν το παραμικρό. Παντοδύναμοι, συσπειρωμένοι γύρω από την εγκεφαλικότητά  τους σ’ αφήνουν έξω απ’ το μαγνητικό τους πεδίο.

Οι εικόνες μας αν και μικρές και λεπτές χωρίς εντυπωσιακό εκτόπισμα, είναι πιο ζεστές, έχουν μια άλλη ηδονική διάσταση. Έτσι που τις ατενίζεις στο ύψος των ματιών σου, τις νοιώθεις αφάνταστα κοντινές, και γίνεσαι ικανός να τις αγαπάς ατέλειωτα με μια αγάπη ιδανική και συγχρόνως αισθησιακή. Τις τρως με το βλέμμα τις παίρνεις στην αγκαλιά σου, τις θεωρείς άξιες να κλάψουν, να ματώσουν…Ενώ οι Βούδες  που σε κεραυνοβολούν με το καθηλωτικά περιφρονητικό βλέμμα της ευδαιμονίας τους σ’ αφήνουν μοναχό σου, σε αποσταθεροποιούν.

Δεν είμαι όμως ασιάτισσα και δεν μεγάλωσα εκτεθειμένη στην ακτινοβολία τους. Τίποτε δεν έμαθα ουσιαστικά γι αυτούς κι έτσι δεν υπάρχει πιθανότητα ανταλλαγής μεταξύ μας. Τους Ιάπωνες κυρίως συμπονώ έτσι που είναι άοπλοι, εγκαταλελειμμένοι σ’ αυτήν την μεγαλειώδη περιφρόνηση. Αλλά ίσως και να σφάλλω, υπάρχουν σίγουρα κώδικες που αγνοώ κι οι εντυπώσεις μου παραμένουν επιφανειακές.

Παρ’ όλα αυτά είχα κι εγώ μια συγκινητική εμπειρία με κάποιον πολύ  ιδιαίτερο Βούδα που συνάντησα στο τέμενος ενός ναού στο ιερό όρος Καμακούρα.

Ο εν λόγω Βούδας φτιαγμένος σε φυσικό ανθρώπινο μέγεθος ήταν καθισμένος παράμερα, σ’ ένα χαμηλό τετράγωνο βάθρο χαραγμένο από μια ερμητική επιγραφή. Με τα χέρια του ενωμένα σε δέηση είχε τα μάτια  κλειστά και το καταστρόγγυλο παιδικό πρόσωπό του έλαμπε από εσωτερική αγαλλίαση. Το ένα του πόδι ήταν λυγισμένο πάνω στο βάθρο ενώ το άλλο ελεύθερο και τεντωμένο άγγιζε τη γη. Ήταν μπρούτζινος  αλλά δεν είχε συνηθισμένο πρασινωπό χρώμα του ορείχαλκου. Απ’ το σώμα  του έβγαινε ένα ωραίο χρυσαφί φως. Οι χάρες του  όμως δεν περιοριζόντουσαν στην εμφάνιση. Μια μικρή επιγραφή στα αγγλικά πληροφορούσε τους επισκέπτες πως ο Βούδας αυτός ήταν θαυματουργός. Αρκούσε να τον χαϊδέψεις  στα σημεία που πονάς για να γιάνεις.

Κάθισα λίγη ώρα παρατηρώντας την συμπεριφορά των προσκυνητών που έκαναν ουρά για να τον πλησιάσουν και να εξασφαλίζουν λίγα δευτερόλεπτα αποκλειστικότητας μαζί του. Με συγκρατημένη λαχτάρα ο καθένας πλησίαζε το άγαλμα. Μετά από ένα στιγμιαίο δισταγμό το αγκάλιαζε χαϊδεύοντας  με ευσεβή λαγνεία  τις στιλπνές του επιφάνειες. Το κάθε σημείο του σώματός του γινόταν αντικείμενο ιδιαίτερης θωπευτικής μεταχείρισης. Κατάλαβα πως τα συνεχή κι επιστάμενα τριψίματα είχαν δημιουργήσει την τελική πατίνα που χάριζε στο Βούδα την εξαιρετική του γυαλάδα. Ακτινοβολούσε. Έτσι  αποδεικνυόταν εμπράκτως πόσο το χάδι φέρνει θετικά και οφθαλμοφανή αποτελέσματα.

Αλλά και το άλλο: «όποιος χαϊδεύει, χαϊδεύεται» έλεγε ο Μανώλης, ψυχαναλυτής που ιερουργούσε κάποτε στην οδό Σόλωνος. Εξ’ ου και η θεραπευτική δράση του θαυμαστού Βούδα. Μόλις ο ασθενής τον άγγιζε στο πονεμένο σημείο ο πόνος που τυραννούσε το δικό του σώμα εξαφανιζόταν.

Η ιδέα μου φάνηκε απόλυτα σωστή γι αυτό και πλησίασα με καρδιοχτύπι το θαυμαστό άγαλμα κι άρχισα με μεγάλη πνευματική αναστάτωση και  εσωτερική αταξία να σκέπτομαι ποιο  μέρος του σώματός μου ήθελα να ευνοήσω.

Το κεφάλι, την καρδιά, το συκώτι ; Όλα ήταν όργανα πολύτιμα και χρειαζόμουνα ακόμη για πολύ την βοήθειά τους. Ούτε στιγμή δεν μου πέρασε απ’ το μυαλό  πως αυτό που σκόπευα να κάνω είχε σχέση με μια συγκεκριμένη θρησκεία. Ήταν κάτι απαραίτητο που αντιστοιχούσε στον τόπο και στο χρόνο : ήταν σαν να είχα λάβει μια σημαντική υπόσχεση και υπέκυπτα με πειθώ κι εμπιστοσύνη. Πολύ αργότερα σκέφτηκα πως η ευκολία με την οποία  μπήκα στην διαδικασία είχε ίσως σχέση με τις αρχαίες ρίζες της κουλτούρας μου και τα παγανιστικά τελετουργικά.

Στην αρχή πήρα στα χέρια μου το στρογγυλό κεφάλι του Βούδα κι έβαλα το χέρι μου στη θέση του κρανίου. ΄Ύστερα με κινήσεις κυκλικές χάιδεψα τα χέρια του, το στήθος στο σημείο της καρδιάς. Τέλος  τα γόνατα  και τα  δάχτυλα του λυγισμένου ποδιού που βρισκόταν μπροστά μου τόσο λαμπερά και λεία. Τα δάχτυλά μου για λίγη ώρα – πόση αλήθεια; ήταν αδύνατο να καθορίσω – γλιστρούσαν με ηδονή πάνω στην μεταλλική χλιαρή επιδερμίδα κι είχαν δυσκολία να την εγκαταλείψουν. Χασομερούσα και απολάμβανα. Έπρεπε ωστόσο να απομακρυνθώ γιατί ένοιωθα δίπλα μου τους υπόλοιπους να αδημονούν.

Δεν μπόρεσα  ωστόσο να φύγω αμέσως. Στημένη παράμερα, παρακολουθούσα μαγνητισμένη την ιεροτελεστία που συνεχιζόταν. Κατάλαβα ξαφνικά πολύ καλά  γιατί οι Βυζαντινοί είχαν αποκλείσει τα γλυπτά από την ασώματη τέχνη τους. Θα πρέπει να υπήρχε κάτι το εξαιρετικά δελεαστικό και ηδονικό στις , ώ πόσο ζωντανές και παρήγορες, θεότητες της ειδωλολατρίας.

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή -”Ματιές στον κήπο του χαϊκού” εκδόσεις Γαβριηλίδη

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε