Πάνος Παπαπαναγιώτου, Όρκος [2014]

Αρχείο 6.12.2014

fav-3

Πόση ώρα έμεινα στην ίδια θέση; Ποτέ δεν μπόρεσα να πω με σιγουριά. Άλλοτε μου φαίνεται στιγμή κι άλλοτε η στιγμή αυτή μοιάζει να υψώνεται σε ύψη δυσθεώρητα, έτσι που νομίζω ότι είμαι ακόμα στην ίδια εκείνη καθισιά˙ μόνος. Αυτή ’ναι η αλήθεια που μπορώ με σιγουριά να υποστηρίξω. Για ό,τι άλλο, έχεις το δικαίωμα να με κρίνεις κατά πώς θέλεις.

Ιδού λοιπόν τη στιγμή αυτή εγώ μονάχος και γύρω μου οι τοίχοι κι έξω ο κόσμος και βαθιά μέσα του η Νύχτα. Η ίδια αυτή Νύχτα που γέννησε τον Όνειρο. Η αιώνια Νύχτα.(Τότε μόνο θυμάμαι να έβλεπα όνειρα μα πάντα σ’ αυτά ήτανε μέρα, καθάρια κι ηλιόλουστη. Παιδί της Νύχτας κι αυτή. Ας είναι.)

Εδώ ούτε άνθρωποι, ούτε μουσικές και τοπία. Σκοτάδι μόνο με μια θαμπή υποψία φωτός απ’ τη μεριά του δρόμου. Ενός δρόμου γλιστερού, τόσο που κανείς δεν θα μπορούσε να τρέξει για πολύ δίχως να πέσει και να λερωθεί για πάντα. Εδώ ησυχία˙ δεν έχει σειρήνες απόψε. Σιωπή εδώ, καπνός τσιγάρου κι εγώ.

Κι έντυνε η σιωπή το όνειρο και του έδινε τροφή να μεγαλώσει, να με καταπιεί.(Ονειρεύτηκες ποτέ – θυμήσου – με μάτια ανοιχτά; Ένιωσες – θυμήσου –  τη ζέστη του ήλιου τη νύχτα; Τη ζωή που έζησες τη μέρα αυτής της νύχτας θυμήσου.)

Κι έδινε ο καπνός στις σκέψεις μου μορφή. Θολές κι επιβλαβείς κατέκλυσαν το δωμάτιο κι ήταν θαρρείς σύννεφα γκρι που έκρυβαν τον ήλιο που ανέτειλε στη ματιά μου.(Κοίτα πώς στροβιλίζονται αβέβαιες εμπρός μου. Ψηλά πετούν και πάλι χαμηλά, διαλύονται – κοίτα – στον τοίχο και χάνονται. Το πεπρωμένο τους μην το κοιτάς.)

Ωσεί παρών, είδα να χάσκει το κενό εντός μου. Η άβυσσος και το ταξίδι μου εκεί. Η πτώση.(Βουτιά – φαντάσου – από βράχο ψηλό σε θάλασσα αφρισμένη. Να είσαι στον αέρα – φαντάσου – έχοντας μόλις πηδήξει από μια κούνια. Αυτό φαντάσου ˙ όχι την κατάληξη.)

Η πτώση εκείνη δεν τέλειωσε με γδούπο. Στο τέλος δεν είδα χρώμα κι ουρανό. Άνυδρος τόπος και η ζωή απούσα. Έστριψα βλέμμα και κορμί. Την πύλη είδα την καμωμένη από ελεφαντόδοντο.

Η απάντηση απλή αν η ερώτηση σωστή έλεγε το σκάλισμα στο πάνω μέρος.(- Πόση ώρα έμεινα στην ίδια θέση;)

Ο δρόμος μου περνούσε απ’ τις αψίδες και τις άγνωστες γωνιές της μέσα πλευράς της. Πιο δύσκολο πάντα το πρώτο βήμα. Στο τελευταίο έτριξαν πίσω μου οι αρμοί. Άλλος ο δρόμος της επιστροφής, ποτέ ο ίδιος, και η πύλη τώρα κλειστή.

Δωμάτια δεξιά, δωμάτια αριστερά και πίσω μου κι εμπρός μου. Ένας λαβύρινθος φτιαγμένος στα μέτρα μου. Όλες οι πιθανές πορείες στριμώχτηκαν στο κεφάλι μου εκλιπαρώντας την προσοχή μου. Στάθηκα.  Αφουγκράστηκα.

Ένα παράπονο. Ένας λυγμός οδήγησε το βήμα μου κι όσο προχωρούσα το κλάμα γινόταν όλο και πιο σπαρακτικό. Φως σε μια μικρή εσοχή. Κοίταξα δειλά.

Ένα παιδί έκλαιγε πάνω απ’ το σπασμένο του παιχνίδι κι ήταν το κλάμα του σαν μιας γυναίκας που έχασε το μονάκριβό της γιο κι άλλοτε σαν του άνδρα που έμεινε να περιμένει ως το πρωί μιαν αγαπημένη που ποτέ δεν ήρθε.(Έκλαψες κάποτε έτσι κι εσύ, το ξέρω. Έμαθες τη γεύση των δακρύων και ήταν – το ξέρω – πικρή. Μη με ρωτήσεις όμως να σου πω –δεν ξέρω – αν γίνεται ποτέ να την ξεχάσεις.)

Σήκωσε το κεφάλι και με είδε. Μια νέα δύναμη γεννήθηκε παρουσία μου. Ένα βλέμμα. Και να μπροστά μου τώρα ένα φλεγόμενο παιδί με το φλεγόμενο παιχνίδι του να τρέχει καταπάνω μου γελώντας υστερικά. Μια αθωότητα διαφορετική, ντυμένη πύρινο μανδύα.

Το’ βαλα στα πόδια χωρίς να με νοιάζει ο δρόμος που πήρα. Μόνο να φύγω, να φύγω μακριά. Η ανάσα μου σώθηκε. Λύγισαν τα γόνατά μου. Σταμάτησα. Άκουσα.

Φωνές και τραγούδια αναπτέρωσαν το ηθικό μου. Εκείνη η αταίριαστη ευτυχία με τράβηξε κοντά της. Μεγάλη αίθουσα και πλήθος φιγούρες παραδομένες σ’ έναν εκστατικό χορό. Ορχήστρα πουθενά αλλά μουσική παντού. Στάθηκα στο κατώφλι.

Κι ήταν τα βήματά τους τελετουργικά, αυτά μιας Διονυσιακής συνοδείας, και η επίκλησή τους συνεχής:

«Η απάντηση απλή! Αν η ερώτηση σωστή! Η απάντηση απλή! Αν η ερώτηση σωστή! Η απάντηση απλή! Αν η ερώτηση σωστή!»(-Πόση ώρα έμεινα στην ίδια θέση;)

Πλησίασα. Ο προεξέχων του χορού, ακίνητος ως τότε, γύρισε προς τη μεριά μου. Ένιωσα τη ματιά του κάτω απ’ τη μάσκα που φορούσε. Σήκωσε το χέρι ψηλά. Όλα πάγωσαν. Ησυχία. Ύστερα μ’ έδειξε.

Ιαχές πολέμου κατέκλυσαν την αίθουσα. Άνοιξαν στα δυο τα στήθη τους, ξεχύθηκε από μέσα τους μια κόλαση μίσους και μαινόμενοι όρμησαν να με κομματιάσουν.

Τόσο φοβήθηκα που πόνεσα. (Το σκοτάδι γύρω σου – μη φοβάσαι– το πυκνό. Τον δρόμο – μη φοβάσαι – να βαδίζεις τον άγνωστο. Τον φόβο μοναχά. Αυτόν να φοβάσαι.)

Έτρεξα με όλη τη δύναμη που μου απέμεινε χωρίς να κοιτάξω πίσω και δεν άκουγα παρά μόνο τους παλμούς της καρδιάς μου. Βρέθηκα σ’ ένα μέρος ανοιχτό, χωρίς τοίχους, εσοχές και δωμάτια. Κατέρρευσα.

Άνοιξα τα μάτια. Στο βάθος μια μικρή κεράτινη πύλη. Μια μικρή υποψία ελπίδας. Σύρθηκα προς τα ’κει. Μια ηχώ μου πιπίλιζε το μυαλό. Ένας ψίθυρος.

Εκεί σε μια πέτρα, ένας γέρος σκυφτός, λίγα μέτρα απ’ την κλειστή πύλη. Ανασηκώθηκα. Ήρθα πιο κοντά. Λόγια δυσνόητα. Πιο κοντά. Κι άλλο.

«Εγώ είμαι εσύ. Ρώτησέ με! Εγώ είμαι εσύ. Ρώτησέ με! Εγώ είμαι εσύ. Ρώτησέ με!» μουρμούριζε χωρίς να με κοιτάει. Έμεινα σκεπτικός. Εκείνος συνέχιζε το παραμιλητό χωρίς να τον ενδιαφέρω εγώ ή η πύλη δίπλα του.

Τον ρώτησα για πόσον καιρό κάθεται εκεί. Δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλά του. «ΕγώείμαιεσύΡώτησέμεΕγώείμαι εσύΡώτησέμεΕγώείμαιεσύΡώτησέμε!» συνέχισε αλλόφρων.

Τον ρώτησα γιατί κάθεται στην ίδια θέση και ξάφνου μια κραυγή ανακούφισης βγήκε από μέσα του. Σήκωσε το κεφάλι ψηλά ουρλιάζοντας και άρχισε να λιώνει.

Πρώτα φάνηκαν οι μύες του προσώπου, τα μάτια έπεσαν προς τα μέσα, σταμάτησε η φωνή του και σε λίγο δεν ήταν παρά ένας σορός από κόκκαλα.

Κι αυτά ακόμη έγιναν μπροστά μου στάχτη.(Το πεφταστέρι – μη βιαστείς – ευχή να του φορτώσεις. Μη βιαστείς λυτρωτικό να πεις πως είν’ το τέλος. Βιάσου να μη σε βρει η ζωή. Να μη σε βρει μονάχο.)

Η πύλη άνοιξε. Πέρασα στην άλλη πλευρά και ιδού πάλι εγώ μονάχος και γύρω μου οι τοίχοι κι έξω ο κόσμος και βαθιά μέσα του η Νύχτα.

Ένας λεκές στάχτης στα ρούχα μου και το τσιγάρο σβηστό στο χέρι μου. Στη στάχτη αυτή ορκίστηκα, στην ίδια θέση να μην ξαναμείνω.

*

©Πάνος Παπαπαναγιώτου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Αυγ.2007

Σύντομο βιογραφικό
Πάνος Παπαπαναγιώτου: Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1985 όπου ζει κι εργάζεται. Γράφει διήγημα και ποίηση. Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί σε ιστοσελίδες και περιοδικά.