Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Οι πρώτες μέρες της Άνοιξης [2015]

Αρχείο 3.3.2015

fav-3

Τα ορόσημα και τα ποιήματα[1]

Οι ποιητές όταν πεθαίνουν, χάνονται αργά, σαν τα πρότυπα της Αφροδίτης στις ακτές της Κύπρου. Οι ποιητές ζουν μετά το θάνατό τους, στα χείλη των μαθητών, σε συνθήματα, σ΄αφορμές, τραγουδώντας τον έρωτα, τ΄όνειρο, τον πόλεμο και την καπνοδόχο. Αυτά εξομολογήθηκε κάποτε ο ποιητής, σκαρφαλωμένος ψηλά στην ετοιμόρροπη σκάλα που οδηγεί στ΄αστέρια και ύστερα σώπασε για πάντα, κρυμμένος μες στα ισπανικά ιδεογράμματα.

Θα πλησιάσει αργά.
Σαν κάποιον που διαπράττει αποφασισμένος μια αδικία
Σαν το σύρσιμο της στιγμής
ή μια νοσταλγία.
Πάντα από μια μυστική κατεύθυνση
που  κανείς δεν φαντάστηκε.
Εμείς τότε, μ΄όλο το δυνατό μας πάθος
θα υποκλιθούμε εμπρός στην αόριστη αίσθηση.
Το  συγκεκριμένο νόημα ξέρουμε
πως ποτέ δεν θα βρεθεί.
Και όμως  δεν πρόκειται να διστάσουμε.
θα παλέψουμε ανένδοτοι
μες στ΄ανεμοδαρμένα απογεύματα
και τις μικρές καταστροφές.
Φωτισμένοι και απαστράπτοντες,
Θα διασχίσουμε τις μέρες.
Στα χέρια μας κρατάμε στίχους αναμμένους.

Εκείνη την Άνοιξη είδαμε για τελευταία φορά τον Μάρκο και την Άννα. Έπειτα, μάθαμε πως τέτοιες αγάπες μένουν για πάντα στην ιστορία, σαν τις φωτογραφίες στο τέλος του πολέμου όταν το κορίτσι παραδίνεται αμαχητί σ΄έναν στρατιώτη εραστή. Αυτά τα ονόματα για πάντα θ΄ακούγονται απ΄τα ραδιόφωνα. Ο Μάρκος και η Άννα είναι πια ζευγάρι μυθικό, κάτι σαν την άνοιξη του Σάντρο Μποτιτσέλι, στο τέλος ενός παλιού αιώνα.

Στις βιτρίνες μπροστά,
σ΄αλκοολικές κουβέντες,
στις γρήγορες τροχιές των σταθερών μέσων,
ανάμεσα σε προσόψεις μεγάρων αποικιακών.
Τα ποιήματα γράφονται παντού.
Είναι ασημικά σε κλουβιά,
φύση νεκρή μιας Αλεξάνδρειας.
Τα ποιήματα ποτέ δεν θεραπεύονται.

Μες στα σαλόνια, ηχούν και πάλι τα εύθυμα βαλς του Φρειδερίκου. Ένα κορίτσι απ΄τη σχολή του Μονάχου με τρεμάμενα, υγρά μάτια κυνηγάει τη μοίρα της και η ιστορία, πάντα στα έδρανα των εποχών, διδάσκει ξανά την προπαίδεια του ανθρώπινου γένους. Έξω μαίνονται άνθη, μεγάλες, εύθυμες μέρες. Κάτι σαν τις προσευχές ενός Ορέστης, διστακτικού και ερωτευμένου, σ΄έναν αξέχαστο μονόλογο.

__________________________
[1]Αυτό το μικρό, εαρινό αλμανάκ δεν συνιστά παρά μια παράθεση των ασήμαντων αλλά και των μεγάλων, εκείνων γεγονότων. Των γεννήσεων και των θανάτων που οριοθετούν τ΄ανθρώπινο ημερολόγιο. Ο θάνατος του Λούτσιο Ντάλα, ο Σάντρο Μποτιτσέλι, ο Κώστας Μόντης, οι πίνακες του Νικολάου Γύζη, εμβληματικά δείγματα της περίφημης σχολής του Μονάχου συνθέτουν εκείνα τα μικρά και αξέχαστα γεγονότα που διασώζονται για πάντα και ανασύρονται εκ νέου τις πρώτες μέρες της καινούριας άνοιξης.

Τα ποιήματα που παρεμβάλονται είναι μονάχα όνειρα. Ας πούμε κάτι σαν τα κυκλαδίτικα βιβλία της Χρύσας που είναι μυσταγωγίες, που τείνουν πάντα προς τα μέσα.-

*

©Απόστολος Θηβαίος
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Βρυξέλλες Άνοιξη 2012