Δημήτρης Φύσσας, “Τον αγορεύοντα εν μέσω εκστασιασμένων αμαθών” -ποίηση [2015]

Αρχείο 21.4.2015

fav-3

ΕΜΕΝΑ ΜΟΥ ΛΕΣ

Θα μ’ εκτιμήσουν μετά θάνατο κάτι περίεργοι τύποι
Όσοι θ΄ ανακαλύψουν τους συγκεκριμένους κυνισμούς
Και μιαν απόσταση απ΄ τα πράματα
Που επιτρέπει ένα μικρό φιλτράρισμα στη σκέψη
Ίσα για να μην παρασύρομαι απ’ τους πολλούς
Μα ζώντας κατά τ’ άλλα μες τον κόσμο.

Θα μ’ αγαπήσουν μετά θάνατο κάτι περίεργοι τύποι
Που θα συντονιστούνε αναδρομικά με τα γραφτά μου
Και θ’ αναπαρασταίνουν, ίσως, στο μυαλό τους
Τους γυρισμούς μου σπίτι κάθε νύχτα
«Με βήματα βαριά κι αργά» στο Τέρμα Πατησίων,
Μ’ ολόφωτα περίπτερα και τους συνήθεις ξέμπαρκους
Αυτούς τους ίδιους, σταθερούς ξενύχτηδες
Που με κοιτάν και τους κοιτάζω ξημερώματα.

(Υ.Γ. Τα ρέστα για το τέρμα Πατησίων:
Ο πόλος όλων των μέσων συγκοινωνίας
«Γκούντις» και τράπεζες και φαγητάδικα
Ρουχάδικα, μπιχλιμπιδάδικα και σούπερ μάρκετ
Και ζαχαροπλαστεία, και φαρμακεία και προποτζίδικα
Τηλεφωνίες κινητές συν «Έβερεστ», πάντα διανυκτερεύον).

(2003 – 2015)

fav-3

ΟΛΙΓΩΡΙΑ

Αδιαφορώντας για το πλήθος ένα γύρω
Άλλος θα διορθώσει τον επίμονο ημιμαθή
(Τον αγορεύοντα εν μέσω εκστασιασμένων αμαθών)
Και θα του πει αυτά που εγώ απαξίωσα να πω:
«Δεν είναι ρυμουλκό, είναι πιλοτίνα
Αλλιώτικο σκαρί, μικρό φουγάρο, η λέξη ‘Pilot’.
Και δεν τραβάει βεβαίως το ‘World Sunshine’,
Δεν ‘το βοηθάει να στρίψει’, καθώς λέτε,
Μα μόνο έχει πλευρίσει δεξιά στη μπουκαπόρτα.
Να, πήρε τον πιλότο, φεύγει».

2015

fav-3

ΠΑΤΗΣΙΑ – ΝΕΑ ΕΛΒΕΤΙΑ

Η πόλη αυτή θα λιάζεται σα θα ’χουμε πεθάνει.

Πάντως τα τρόλεϊ, κίτρινα, τώρα κυριαρχούν
Μαζί με τα παλιά, κλειστά περίπτερα
Τα ταχυδρομικά κουτιά και τα ταξί.

Λοιπόν, στο Τέρμα του «11» οι οδηγοί καπνίζουν
Μιλάν στο κινητό και πίνουν κόκα κόλα περιμένοντας
Μετανάστες, γριές, νοικοκυρές, πρεζόνια
Και κάτι ξεχασμένους συνταξιούχους, κουστουμάτους
Που δεν παρέλειψαν καν τα γιλέκα τους- μα εντελώς ΄50
Να πει ο σταθμάρχης «Φύγε» στην άλλη άκρη της πόλης
Κατά τα μελαγχολικά τα καφενεία Κουλών ή Κονοστάσι
Το Ντάνκαν, του Τζελέπη και το Λόφο Γερμανού.

Στα τρόλεϊ, στον ηλεκτρικό, στα λεωφορεία–
Ποτέ δε νοιάστηκα για καλοπέραση και λούσα.

(1998 – 2015)

fav-3

ΚΑΓΧΑΖΩ ΤΩΡΑ

Καγχάζω τώρα με τους μεγαλόστομους ποιητές
Τι u u –, τι u u u u –, τι –u, τι u – u
«Τι ό,τι κι αν πεις»- πάντα στα ώπα ώπα
Στα ώπα ώπα απαγγελλόμενοι,
Με το εθνικό το ακροατήριο να χάσκει δακρυσμένο
Και με τις αναλύσεις Νέων Ελληνικών στις τάξεις
Τι θα γινόσασταν δίχως τις αναλύσεις–

(Εδώ μέχρι για Νόμπελ τούς προτείνανε
Κι εκείνο τ’ άλλο το τυχάρπαστο, το Λένιν,
Άσε που κάποιοι πράγματι το πήραν τελικά).

Ε ρε Ασλάνογλου που σας χρειάζεται
Ε ρ’ Αλεξάνδρου που σας πρέπει
Ε ρε χαστούκια Πολυδούρη, Καρυωτάκης
Ε «Κατά Σαδουκαίων»– τι μοναξιά των στίχων.

Όχι πως θα ίδρωνε τ΄ αφτί σας βέβαια,
«Μη λησμονάτε τη χώρα μου».

(2015)

fav-3

ΠΡΩΙΜΗ ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

Γύρω μου συνεργεία σκληρής δουλειάς
Υδραυλικά μοτοσικλέτες τζάμια μάντρες
Πρώην καμίνια κι ανταλλακτικά αυτοκινήτων
Λιοσίων πόρτες τροπέτα τιμόνια και παρμπρίζ
(Ψάχτε μαλάκες τώρα τι ’ναι τα τροπέτα).

Ποτέ δε νοιάστηκα για καλοπέραση και λούσα
Έπαιξα μπάλα σε οικόπεδα άχτιστα, στους δρόμους
Δούλεψα σ’ εργοστάσιο με σόμπες και καλοριφέρ
Πρόλαβα αυτά που κι αν κοιτάξετε, δε θα τα δείτε
Νερό απ’ το πηγάδι, στάμνες, λάμπες πετρελαίου
Γυφτάκια με ξύλα καρότσια σούπερ μάρκετ
Στην παράγκα από τζίγκο, χάρμποτ κι ανάπτυγμα του ντενεκέ
(Του ντενεκέ απ’ το λάδι– πού να καταλάβεις)
Σου μιλάω για φτωχόσπιτα που τα πήρε ο δρόμος
Το 2004, Κύμης και Λούη Σπύρου,
Και πού να τα προσέξεις, μες τα κλέη των πέντε κύκλων)

Ήμουν αριστερός σα νέος ευκατάστατος
Μα έφυγα νωρίς, φτωχότερος απ’ ό,τι μπήκα
Σοφότερο σε κάνουν οι μη βεβαιότητες–

Η φτώχεια όμως να δεις πόσο σοφότερο σε κάνει.

(2000 – 2015)

fav-3

Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ

Ούτε περήφανος, ούτε και μη περήφανος
Είμαι επειδή γεννήθηκα και πέθανα ως Έλλην
Ήταν οι μέρες μου πολύ, πολύ μακριά
Κι από τους «Επιτάφιους» κι απ΄ τα «Ω ξείν΄ αγγέλλειν».

(2008 – 2015)

fav-3

«ΕΙΣ ΟΙΩΝΟΣ ΑΡΙΣΤΟΣ ΑΜΥΝΕΣΘΑΙ ΠΕΡΙ ΠΑΤΡΗΣ»

Α ρε συ Έκτορα, πού πήγε η μαγκιά σου;

Κιμπάρης, τσίφτης, μόρτης, δερβισόπαιδο
Τα σέα σου τα μέα σου, παιδιά και Ανδρομάχη
Και τους οιωνούς χεσμένους, μπράβο σου.
Δεν ήσουνα για να πληρώσεις γαμησιάτικα
Για μια ξεχειλωμένη γκόμενα, για μιαν Ελένη.
Πώς και δε σου ’κοψε;

Δεν του ξηγήθηκες καλά του Πάρη.
«Πάρτη και φύγε, ρε μαλάκα» ας του ΄λεγες
«Φύγετε κι οι δυο σας τώρα από δω μέσα».
Κι αν δεν του γούσταρε, στους Δαναούς πεσκέσι.

Εδώ ζυγιάζονταν το αίμα σας μ΄ όλη την πόλη-
Πώς και δε σου ’κοψε;
Κατάντησες, εσύ, «αμύνεσθαι» περί Πάρη.
Πληρώσατε τη νύφη (όχι και «νύφη») πλατινένια.

Και μην ακούσω τώρα τίποτα φεμινισμούς
Να πάτε να τα πείτ΄ αυτά στον Αστυάνακτα.

(2015)

fav-3

ΤΙ ΥΠΑΡΧΕΙ

Μετά πρώτη επίσκεψη, τέλη του ΄70,
Βρέθηκα με δώρα «Ταγχόιζερ» και «Πρίζον μπλουζ»
Που τα ξανάκουγα, πριν κάνα μήνα, στο γιουτιούμπ

Άνθρωποι, σπίτια, φράγκα, δυνατότητες
Έκτοτε λείψανε, λιγόστεψαν, πεθάναν.

Υπάρχει μόνο το γιουτιούμπ

(2008 – 2015)

*

©Δημήτρης Φύσσας
φωτο©agrimologos.com -βαλίτσες παλιών αναμνήσεων, 2013