Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο Λάνης χαραγμένος [2015]

Αρχείο 26.5.2015

fav-3

Εντυπώσεις από την ελληνική χαρακτική

Τις νύχτες, -πόσο σωστά το συνέλαβε ο ζωγράφος τις δύσκολες, εκείνες, μεσοπολεμικές μέρες- ανθίζουν τα μνήματα. Και όλα τα πρόσωπα που δίχως έρωτα χαθήκαν από μια αρρώστια ή ένα πάθος στηρίζουν στους αγκώνες τους ολόκληρη τη νύχτα. Αποστεωμένοι, όπως οι γυμνογραφίες των πεινασμένων παιδιών τίποτε δεν βλέπουν. Καρφώνονται στα φώτα της πόλης που παίζουν μες στον άνεμο, καρφώνουν τα μάτια τους και γυρεύουν κάτι στη θέση της παλιάς καρδιάς τους. Οι εραστές συρρέουν θολοί, όπως μορφές του Τζιακομέτι, πάντα σ΄απόσταση, με ισχνά σώματα. Ακουμπούν τα πρόσωπά τους και κλαίνε γοερά. Για όσα δεν ειπώθηκαν, για τα γλυκά μάτια που ΄γιναν η σκόνη αυτής της πόλης, για τ΄απόγευμα που πέρασαν κοινό και τώρα τους πνίγει, τότε τον καιρό των μεγάλων εξεγέρσεων. Σπασμένοι κίονες, παλιοί Μάηδες με τα στεφάνια τους, νικημένοι, ζωγράφοι και ανθοί μιας άλλης εποχής. Ζωγράφοι  και μανδύες και σκίαστρα πάνω απ΄τα κεφάλια των μοντέλων που πνίγουν τους ρυθμούς μες στην αγκαλιά τους. Κάπου ανάμεσά τους και ο Λάνης που γι΄αυτόν γράφτηκαν τα ποιήματα. Γι΄αυτόν τα χρώματα και οι λευκοί καμβάδες και οι λεπτές φαντασιώσεις του Μάρκου. Ο Λάνης χιλιάδες χρόνια νεκρός με την αυτοθυσία εκείνου που γνωρίζει πως άλλη νιότη δεν θα υπάρξει, ο Λάνης που με τόσους πίνακες ζωγραφικούς απεικονίστηκε. Ο Λάνης των εμπορικών ανθολογιών, ο Λάνης που δεν θα μπορούσε να ΄χει ποτέ σωθεί από τέτοιο έρωτα. Ο Λάνης, σ΄ιχνογραφίες του Γκίκα, ανασηκωμένος ως τη μέση με κάτι μάτια υγρά που όμοιά τους ποτέ δεν έχετε δει. Γι΄αυτόν, λοιπόν τα ποιήματα και οι ζωγραφιές και η άγρια εκείνη βλάστηση.

Αυτός λοιπόν μα και ο κοιμώμενος και ο φαντάρος και τόσοι μα τόσοι άλλοι, χαραγμένοι σε λιθογραφίες, στην πλώρη του καραβιού και ιππείς πάνω σε θαύματα δημοτικά κάτι φανερώνουν. Κάτι που δεν μεταφράζεται, μια εκδοχή ηρωική της τέχνης, στα πρότυπα της ζωής. Γιατί πώς αλλιώς να ερμηνευθούν τα τετράγωνα, λαϊκά πρόσωπα, οι μαργαρίτες και οι δάφνες στα πόδια ενός στρατιώτη; Πώς αλλιώς να ερμηνευθεί τ΄ωραίο πρόσωπο του σπουδαστή που κάτι ονερεύεται και η καρδιά του λιώνει. Πρόκειται για μια ιδιομορφία της ελληνικής τέχνης που υπήρξε ανδροκρατούμενη, έτσι ώστε και όπου απουσιάζουν τα πρόσωπα μια μοτοσικλέτα, μια παραδοσιακή πράξη, μια αφορμή για το θάνατό σου να΄ναι αρκετή για να γραφτεί ένα ποίημα ή να φτιαχτούν απ΄την αρχή όλες οι αποχρώσεις της ζωής μας. Μες σε ήλιους μαύρους, στον υπόλευκο τόνο ενός προσχεδίου, στις σκιές που χαλκογραφούνται, στην αγιοσύνη του Διγενή και το μακρύ ταξίδι των αδελφών, σε όλα τούτα ανασταίνεται η μεγάλη μουσική της ψυχής μας. Σκοπός παρόμοιος μ΄εκείνον των αετωμάτων και των καρυάτιδων όταν δακρύζουν κάτω από στοές, μες στο τρομερό, το κάθετο θαύμα αυτής της γης. Σκοπός όμοιος της πέτρας που δουλεύεται μες στα υπόγεια και τις άδειες κάμαρες, σκοπός παρόμοιος με την πίκρα τριών, ξυλογραφικών σκλάβων που χαράζουν όλη την λύπη. Και όλη την αγιοσύνη, όπως εκείνη του Παύλου Μάτεσι.

Αυτό που θέλω να πω, μιλώντας με την αίσθηση, κριτήριο ασφαλές του αδαούς, είναι πως μια δύναμη πρωτόγνωρη, ένα πείσμα αγνό και παιδικό πρέπει να όπλισε τα χέρια της Βάσως Κατράκη, του Κεφαληνού, του Χατζηκυριάκου Γκία, του Τάσσου και τόσων άλλων. Θέλω να πω, όσα φτιάχνουν τα χέρια μας δεν μπορεί παρά να΄ναι ποιήματα.

*

©Απόστολος Θηβαίος
Φωτο:Στράτος Φουντούλης, χαρακτικό σε λινόλεουμ 12 x 14 εκ. 1993