Θανάσης Πάνου, Η μελισσούλα τα blues και τα ρεμπέτικα [2015]

Αρχείο 16.6.2015

fav-3

Αυτή η πόλη, όπως κάθε πόλη σε βυθίζει καθημερινά στην αφασία. Χωμένος ως τα αυτιά στα σωθικά της ανάπτυξα σταδιακά μια υπέρ-αντίληψη. Κάθε υπερβολικά απάνθρωπο , που σε υψηλές δόσεις καταλαμβάνει το κορμί ολόκληρο, το διαχώρισα , το έβγαλα από τα παθογόνα όρια που εγκλωβίζει την ψυχή και σαν μαλακή αφύπνιση το άφησα να μου μιλήσει. Θα μου πεις, ότι πουλιά δεν βγαίνουν από το μυαλό. Μπορούν όμως να σου ψελλίσουν έναν ήχο, οποιοδήποτε ήχο που αν τον αναγνωρίσεις αποκομίζεις εντυπώσεις από τις  οντότητες που δρουν  αόρατα σε κάθε πόλη. Μιλάω για την κάθε φωνή που ‘άηχα υπάρχει στα θεμέλια της πόλης,  την γλώσσα της  σιδερένιας λογικής που  πάνω της χτίσαμε ορόφους , τον έναν πάνω στον άλλο  και κατοικούμε ως  έγκλειστοι  λογαριασμοί.

Μέσα λοιπόν, σε αυτούς τους δρόμους που διασχίζω καθημερινά ανέπτυξα αυτή την  υπέρ-αντίληψη  και  βρήκα κάποια ισορροπία. Αυτό το απόγευμα όμως, στην   βόλτα μου  παραμόνευε η φωνή της πείνας, αυτός ο πόνος που καλά κρύβεται στο   γκρι τοπίο, που όσο χρώμα και να βάζουμε στις βιτρίνες και όσα ηλεκτρικά λαμπιόνια, σκάβει την άσφαλτο, ξαπλώνει επάνω της και ζητιανεύει.

Έτσι, καθισμένη κατάχαμα στο πεζοδρόμιο, είδα, ίσως μόνο εγώ, μια φτωχή μελισσούλα.

Με κοίταξε, άπλωσε το χέρι και μου είπε θλιμμένα:

-Παρακαλώ, πεινάω, δώστε μου ένα λουλουδάκι να φάω…

Κοίταξα γύρω μου… ο κήπος της πόλης μου ήταν τυλιγμένος με πέτρινο επίδεσμο. Η άσφαλτος  μια έρημος γεμάτη με μηχανοκίνητα κουλουριασμένα σε κυκλικούς δρόμους, δεν μου έδινε καμιά ελπίδα  φιλανθρωπίας. Το  διαπεραστικό γαύγισμα ενός  βαλσαμωμένου  σκύλου σε ένα μπαλκόνι με έκανε να σηκώσω το κεφάλι.  Περιποιημένος,  ράτσας σκύλος  και δίπλα του μια μικρή γλάστρα με ένα όμορφο λουλουδάκι. Του έκλεισα πονηρά το μάτι σε μια προσπάθεια  ακαριαίας επικοινωνίας και με την ταχύτητα βέλους που χτυπά καταΐσια στη καρδιά  άρπαξα το λουλούδι. Τίποτα όμως  πιο ηρωικό  από αυτή την προάσπιση του λουλουδιού. Ο σκύλος άρπαξε το χέρι μου και η κυρία του σπιτιού με την λεπτολόγο ακοή άρχισε να ουρλιάζει. Ποτέ μια πράξη  ενάντια στην ιδιοκτησία, όσο καλό υπόβαθρο και να έχει δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Άλλωστε, με το σκυλί να κρέμεται από το μανίκι μου και την κυρία να ουρλιάζει, δεν είχα καμιά ελπίδα να δικαιολογήσω την ακατανόμαστη  αυτή ενέργεια. Και, ποτέ μα ποτέ,  η αστυνομία, ως προασπιστής του πολίτη, δεν έχει βρεθεί τόσο γρήγορα στον τόπο  του εγκλήματος. Μέσα σε αυτό το δίκτυ, σκύλου, κυρίας και αστυνομικού οργάνου ένοιωσα ότι θα μείνω έγκλειστος για πάντα. Έδειξα την φτωχή μελισσούλα, τους είπα σε μινόρε  blues, τραγουδιστά το δίκιο της, αλλά η καρδιά της πόλης δεν μπορούσε να αισθανθεί, ούτε ένα γλυκόπικρο blues. Και μην βιαστείτε να με κατηγορήσετε  ως φυγόπονο, επέμεινα πολύ, τους εξήγησα την αντινομία μας, την  αδικία για μία μέλισσα πόλης να πεινάει.

Ένα λουλούδι βρε παιδιά, μόνο ένα μικρό λουλούδι θέλει αυτή η πείνα.

Εν πάση περιπτώσει, χωρίς και την δική σας φωνή υποστήριξης, με την δική σας δηλαδή απραξία, οδηγήθηκα με τη μελισσούλα στο κρατητήριο. Στα έγκατα του περιθωρίου δηλαδή, εκεί, που άνθησαν τα blues και τα ρεμπέτικα αυτό  το  θυμαρίσιο μέλι, το βουνίσιο, που αναγγέλλει εν παντί τόπω ότι ο άνθρωπος είναι τρισδιάστατος. Ακόμα και  ο άνθρωπος της πόλης, που και σε μηχανιστικές πραγματικότητες ανασυντίθεται έναντι της κάθε αταξίδευτης προοπτικής, χωρίς ένα λουλούδι, μια μέλισσα και ένα βουητό  που αν το αφουγκραστεί, σε ήχους blues το κεντρί της μέλισσας θα τον  ξυπνήσει.

*

©Θανάσης Πάνου
Image credit: BeesinFrance, used under Creative Commons license.