Δήμητρα Λουκά, «Κόμπο τον κόμπο» (διηγήματα) -προδημοσίευση

Από τις εκδόσεις Κίχλη

Στὴ συλλογὴ διηγημάτων «Κόμπο τὸν κόμπο» ὅλες σχεδὸν οἱ ἱστορίες ἔχουν τὴ μορφὴ τῆς ἐξομολόγησης ἢ τῆς ἐξιστόρησης γεγονότων ποὺ ἀφοροῦν τὸ παρελθόν. Οἱ ἀφηγητές, φορεῖς τοῦ παραδοσιακοῦ προφορικοῦ πολιτισμοῦ οἱ περισσότεροι, μὲ ἕναν ἀδρὸ προφορικὸ λόγο καὶ μὲ δωρικὴ λιτότητα ὑφαίνουν λέξη τὴ λέξη, κόμπο τὸν κόμπο, τὰ προσωπικὰ πάθη ἀλλὰ καὶ τὶς πληγὲς τῆς Κατοχῆς καὶ τοῦ Ἐμφυλίου σὲ κρουστὲς ἱστορίες.

Ἡρωίδες ποὺ βίωσαν τὴ σκληρότητα τῆς ἀρχαϊκῆς κοινωνίας καὶ ἄλλες ποὺ ὕψωσαν τὸ ἀνάστημά τους καὶ πάλεψαν στὶς πιὸ ἀντίξοες συνθῆκες· ἥρωες-θύματα τῶν κοινωνικῶν προκαταλήψεων καὶ ἄλλοι ποὺ τοὺς συνέθλιψαν οἱ μυλόπετρες τῆς Ἱστορίας· ἀφηγήσεις ὅπου τὸ χάσμα ἀνάμεσα στὸν πάνω καὶ τὸν κάτω κόσμο κλείνει χάρη στὸν πόθο γιὰ τὸ σμίξιμο ζωντανῶν καὶ νεκρῶν ἐραστῶν. Ὅλα αὐτὰ συνθέτουν τὸν κόσμο τοῦ βιβλίου τῆς Δήμητρας Λουκᾶ, ἕναν κόσμο τραχύ, ὁ ὁποῖος δονεῖται ἀπὸ δυνατὰ πάθη καὶ ἔνστικτα καὶ συνάμα κυριαρχεῖται ἀπὸ τοὺς ἰσχυροὺς δεσμοὺς τῆς κοινότητας. Τὸν κόσμο αὐτὸν διασώζει ἀπὸ τὴ λήθη ἡ συγγραφέας, χωρὶς νοσταλγία, ἀλλὰ μὲ ἀγάπη γιὰ τὴν ὀμορφιὰ καὶ τὴν καταλυτικὴ δύναμη τῆς γλώσσας του. (από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

*

Προδημοσίευση: Κόκκινη πουὰ κορδέλα μὲ φιόγκο

Τὴν κόκκινη πουὰ κορδέλα μὲ τὸ φιόγκο τὴ φυλάω στὸ συρτάρι τοῦ κομοδίνου μου μέσα σ’ ἕνα λευκὸ πάνινο σακουλάκι. Κάθε φορὰ ποὺ τὴν κοιτάω, μοῦ κάνουν ἐντύπωση τὰ χρώματά της. Εἶναι τὸ ἴδιο ζωηρά, ὅπως τότε. Ἀμερικάνικη βαμβακερὴ ποπλίνα. Μ’ αὐτὴν ποζάρω στὴν ἀσπρόμαυρη φωτογραφία πάνω στὸ κομοδίνο, ἀγκαλιὰ μὲ τὴ μάνα μου. Εἶμαι πέντε χρονῶν. Μοῦ λείπουν τὰ δυὸ μπροστινὰ δόντια, ἀλλὰ χαμογελῶ μὲ αὐταρέσκεια. Ἡ μάνα μου κοιτάζει τὴν κάμερα μὲ ἄδειο βλέμμα. Τὸ πρόσωπό της εἶναι γεμάτο ρυτίδες. Εἶναι στὰ εἴκοσι ὀκτώ, ἀλλὰ φαίνεται σαράντα. Αὐτὴ εἶναι καὶ ἡ μοναδικὴ φωτογραφία ποὺ ἔχω ἀπὸ τὰ παιδικά μου χρόνια. Τραβήχτηκε στὸ γάμο τῆς Τούλας, τῆς ξαδέρφης μου. Ὁ φωτογράφος ἐρχόταν ἀπὸ τὴν Ἄρτα, τέσσερις ὧρες δρόμο, μόνο γιὰ γάμους καὶ βαφτίσεις. Φωτογράφιζε τότε ὅλο τὸ χωριὸ κι ἔφευγε τὴν ἴδια μέρα μὲ τὸ ἄλογο φορτωμένο. Τοῦ ἔδινε ὅ,τι εἶχε ὁ καθένας. Ἀλεύρι, κουκιά, ψιλοκομμένο καπνὸ καί, ἂν ἦταν τυχερός, καὶ κανένα σφαγμένο κουνέλι. Τὴν παραμονὴ τοῦ ἐρχομοῦ του, σὲ ὅλα τὰ σπίτια ἀκολουθοῦνταν τὸ ἴδιο τελετουργικό: ἡ νοικοκυρὰ ἄναβε φωτιὰ στὴν αὐλή, ζέσταινε νερὸ στὸ καζάνι κι ὅλοι περίμεναν ὑπομονετικὰ τὴ σειρά τους γιὰ νὰ πλυθοῦν στὴν ξύλινη σκάφη. Ἀκολουθοῦσε τὸ πλύσιμο τῶν ρούχων μὲ τὰ ἀπόνερα. Τὴν ἑπομένη ὅλο τὸ χωριὸ ζοῦσε σὲ ρυθμοὺς ἀναμονῆς: οἱ κοπέλες, ἅμα τέλειωναν μὲ τὸ πρωινὸ συγύρισμα, ἔβγαιναν στὴν πλατεία γιὰ νὰ ἐλέγξουν τὶς τελευταῖες λεπτομέρειες στὶς χοντρὲς γυαλιστερὲς πλεξοῦδες τους, οἱ ἄντρες κάθονταν στὸ καφενεῖο καὶ κάθε τόσο ἔβγαζαν ἀπὸ τὴν ἀριστερὴ τσέπη τοῦ σακακιοῦ τους μιὰ μικρὴ πλαστικὴ τσατσάρα, μὲ τὴν ὁποία ἔστρωναν τὰ μαλλιά τους. Μόλις ὁ φωτογράφος ἔμπαινε στὸ χωριό, δίνονταν καὶ τὸ σῆμα μὲ τὸ τρεχαλητὸ καὶ τὶς φωνὲς τῶν μικρότερων παιδιῶν: «῎Ερχεται, ἔρχεται!». Κανένας δὲν κουνοῦσε ἀπὸ τὴ θέση του μέχρι νὰ στηθεῖ ἡ μηχανὴ καὶ νὰ βρεθεῖ τὸ κατάλληλο φόντο. Ἐγὼ θυμᾶμαι ὅτι ἐκείνη τὴ μέρα θὰ φωτογραφιζόμουνα γιὰ πρώτη φορά. Τὴν κορδέλα μοῦ τὴν εἶχε φέρει ἡ μάνα μου μιὰ βδομάδα πρὶν καὶ ἀπὸ τότε εἶχε ριζώσει στὸ κεφάλι μου, τὴ φοροῦσα ἀκόμη καὶ στὸν ὕπνο. Τὶς συνθῆκες ποὺ τὴν ἀπέκτησα τὶς ἔμαθα πολὺ ἀργότερα, ἀπὸ τὸ μεγαλύτερο ἀδερφό μου:
«Ἦταν Μάης τοῦ ’46, ὅταν πέρασε ἕνα βράδυ ὁ ἀδερφὸς τῆς μάνας μας, ποὺ ἀνακατεύονταν μὲ τὰ κοινοτικά. Μᾶς εἶπε ὅτι τὴν ἑπομένη θὰ μοίραζαν στὸν Ἀμμότοπο τὰ πράματα ποὺ ἔστελνε ἡ Οὔντρα. Ὁ πατέρας εἶχε ὄργωμα καὶ σπορά, δὲ μπόρεγε νὰ πάει, τὰ ἄλογα τά ’θελε. Τὸ πῆρε ἔτσι ἀπόφαση ἡ μάνα νὰ πάει μοναχή της, πέντε ὧρες δρόμο μὲ τὰ ποδάρια. Ἀποβραδὶς μᾶς μάζωξε καὶ μᾶς εἶπε νά ’χουμε τὸ νοῦ μας ὅσο θὰ λείπει κι ὅταν γυρίσει θὰ μᾶς φέρει τὰ καλὰ τοῦ Θεοῦ ὅλα. Φορτώθκε ἕνα ἀδειανὸ μπαοῦλο πού ’χαμε καὶ ἔφυγε τὸ χάραμα γιὰ νὰ πιάσει σειρά. Ἔκαμε λιγότερο ἀπὸ τέσσερις ὧρες. Τόση ἦταν ἡ χαρά της ποὺ θά ’χαμε νὰ φᾶμε καὶ νὰ ντυθοῦμε. Ἀφοῦ τῆς ἔδωκαν ὅ,τι ἦταν νὰ πάρει, τὸ μπαοῦλο τό ’χε γεμίσει μὲ πράματα ὣς ἀπάνου, τῆς ἔβγαλαν ἕνα χαρτὶ νὰ βάλει ὑπογραφὴ γιὰ ἐκειὰ ποὺ πῆρε. Ἡ μάνα τοὺς εἶπε: “Δὲν ξέρω νὰ βάνω τὴν ὑπογραφή μ’”. “῎Ε, τότες δὲν παίρνεις τίποτα”, τῆς εἶπαν κι ἔβαλαν δυὸ ἐργάτες νὰ τῆς ἀδειάσουν τὸ μπαοῦλο. Ἡ μάνα ἔκλαιε, τοὺς ἔλεγε ὅτι δὲν ξέρει γράμματα, τοὺς παρακάλαε νὰ τὴ λυπηθοῦν, πῶς θὰ γύρναε στὸ χωριὸ μ’ ἄδεια χέρια; Ἐκεῖνοι δὲν ἔκαμαν πίσω. Ἅμα εἶδε τὴν ἀπανθρωπιά τους ἡ μάνα, ἀπελπίστηκε τόσο ποὺ λιγοθύμησε. Δὲ τὴ λυπήθκαν. ῎Ηθελαν βλέπεις νὰ πάρουν τὰ πράματα γιὰ τὰ δικά τους τὰ σπίτια. Ἔτσι τὴν ἔβαλαν νὰ κάτσει παραπέρα, νὰ συνέρθει καὶ ἐκεῖνοι συνέχισαν τὴ δουλειά τους. Ἐκεῖ τὴ βρῆκε νὰ κλαίει ἕνας ἀπ’ τὸ χωριό μας. Ἔβγαλε τότες ἀπὸ τὰ πράματά του τὴν κορδέλα καὶ τῆς τὴν ἔδωκε: “Πάρ την, Πραξία, νὰ τὴν πᾶς στὴ Μεροπίτσα σου, νὰ χαρεῖ. Ἐγὼ δὲν ἔχω κοπέλες”. Ὅταν τὴν εἴδαμε νὰ κατεβαίνει στὴ ράχη μὲ τὸ μπαοῦλο στὴν πλάτη, θυμᾶσαι πῶς ἔκαναμ’; Χύθκαμ’ στὴν ἀνηφόρα καὶ φώναζαμ’: “Τί μᾶς ἔφερες, μάνα; Τί σοῦ ’δωκαν; Νὰ δοῦμε; Νὰ δοῦμε;”. Κι ἐκείνη μᾶς εἶπε σιγανά: “Τὰ ἀγαθὰ τοῦ Ἀβραὰμ καὶ τοῦ ᾽Ισαὰκ μᾶς ἔστειλαν οἱ Ἀμερικάνοι. Μόνο πααίνετε νὰ πεῖτε στὸν πατέρα σας νά ’ρθει νὰ μὲ βοηθήσει νὰ ξεφορτώσω. Ἄιντε κι ἐγὼ θὰ σᾶς κάμω ψωμὶ νὰ τὸ φᾶτε ζεστὸ καὶ νὰ πιεῖτε κι ἕνα ποτήρι τσάι μὲ ζάχαρη ἄσπρη σὰν τὸ χιόνι, ποὺ ἔφερα”. ῞Οσο νὰ γυρίσουμε μὲ τὸν πατέρα ἀπ’ τὸ χωράφι, εἶχε φουρνίσει ψωμί, εἶχε φκιάσει καὶ τσάι. Θυμιέσαι τί νόστιμο μᾶς εἶχε φανεῖ τὸ καρβέλι; Δὲν τὸ χόρταιναμ’. Ἀλλὰ δὲν ἦταν τὸ ἀμερικάνικο τὸ ἀλεύρι, ἀδερφή μ’, πού ’ταν νόστιμο, ἦταν τὰ δάκρυα τ’ ἁρμυρὰ τῆς μάνας τὴν ὥρα ποὺ τὸ ζύμωνε ποὺ τό ’χαν νοστιμέψει τόσο. Τὴν ἑπομένη βγῆκε ζητιανιὰ στὸ χωριὸ γιὰ νὰ βρεῖ ψωμὶ νὰ μᾶς ταΐσει».
Τὴν κορδέλα τῆς ἀμερικάνικης βοήθειας τὴ φόρεσα στὴν κόρη μου ὅταν ἔκλεισε τὰ πέντε, καὶ βγήκαμε φωτογραφία μαζί. Τὸ Νοέμβρη σκέφτομαι νὰ τὴ δωρίσω στὴν ἐγγονή μου γιὰ τὰ πέμπτα της γενέθλια. Θὰ τὴ φορέσει κι αὐτὴ καὶ θὰ τὴ φωτογραφίσω ἀγκαλιὰ μὲ τὴν κόρη μου. Θὰ βάλω καὶ τὶς τρεῖς φωτογραφίες δίπλα δίπλα, στὴν ἴδια κορνίζα, πάνω στὸ γραφεῖο μου.

*

Ἡ Δήμητρα Λουκᾶ γεννήθηκε στὴν Πρέβεζα τὸ 1970. Εἶναι φιλόλογος καὶ διδάσκει λογοτεχνία στὸ πρόγραμμα τοῦ International Baccalaureate τῶν Ἐκπαιδευτηρίων Γείτονα. Διηγήματά της ἔχουν δημοσιευθεῖ στὰ ἠλεκτρονικὰ περιοδικὰ «Ὁ Ἀναγνώστης», «Bookpress», «Φρέαρ», «Fractal», «Διάστιχο» καὶ στὸ «Διάσελο». Συμμετεῖχε στὴ συλλογικὴ ἔκδοση διηγημάτων μὲ τὸν τίτλο «Τὸ μυστικό» (ἐπιμ. Ἀμάντα Μιχαλοπούλου, Καστανιώτης 2018). Ἡ παροῦσα συλλογὴ διηγημάτων «Κόμπο τὸν κόμπο» εἶναι τὸ πρῶτο της βιβλίο.