Αλέξανδρος Τιχομίρ, “ο φόνος έγινε κι αυτός κάτι το συζητήσιμο” -ποίηση [2015]

Αρχείο 24.7.2015

fav-3

Άθροιση ξοδεμένων ωρών

Και τι στο διάολο θα κάνω εδώ πέρα
θα το παίζω μοναχικός συγγραφέας
των αγρών γυρίζοντας κι εγώ όπως ο
Βαν Γκογκ, μα αυτός είχε κάτι που τον γύριζε
εσύ τι ζητάς και ψάχνεις στα χωράφια
ψάχνεις στα αρχαία θέατρα
σε βαρετές συζητήσεις σε τραπέζια με ακριβά
σερβίτσια και ρώσους που μόνο για φαγητό μιλούν,
και μικρά πονηρά μάτια της χοντρής κυρίας
που ανάθεμα αν ξέρει τι θα πει σεξ
έτσι που δε φαίνεται ούτε ο κώλος,
μια καμπύλη
αχ μόνο εσύ τις είχες
αγνό κορίτσι μέγαιρα μετά
που με κατασπάραζες
από το δίπλα δωμάτιο
ενώ το τρέμουλο δε μ’ άφηνε να κοιμηθώ,
περιπολικά με καταδιώκουν έξω αργά το βράδυ
περιπολικά στην τουαλέτα
περιπολικά όταν μιλώ ή χαμογελώ
περιπολικά δένουν τα χέρια μου τα πόδια μου
δεν ξέρω πώς να περπατώ
δεν ξέρω πού να βάλω την κοιλιά μου
και ακουμπώ σε τοίχους σαν σκύλα σε περίοδο

*
Σαν ρομπότ παιχνίδι με μπαταρίες

Τον γέρο αυτόν που κάποτε μέσα μου τον κορόιδευα
που σηκώνεται μένει για λίγο όρθιος
—ενώ υποπτεύομαι μέσα απ’ το παντελόνι το κατουρημένο του βρακί—
και ξανακάθεται
ή πηγαίνει βόλτες γύρω απ’ το ξενοδοχείο
σαν ρομπότ παιχνίδι με μπαταρίες
και στέκει για να δει κάποιον κώλο
που μέσα στο μυαλό του τον γαμά
που είναι για τότε και για πάντα ο δικός του κώλος
πρόθυμος, που τον αγαπά όπως είναι
με τα σάλια του και τα κατουρημένα βρακιά,
αυτόν τον γέρο που λερώνεται ό,τι κι αν φάει
που με σέρνει απ’ τον βραχίονα
που με κάνει να νιώθω άβολα
αλλά τον υπομένω γιατί είναι αφεντικό μου
αυτόν τον γέρο άρχισα μια μέρα να τον συμπαθώ
(να συμπάσχω μαζί του, καταλαβαίνετε)
όταν σηκώθηκα μετά από ώρες απραξίας
και μ’ ένα τσιγάρο
έκανα κύκλους στη μικρή μου βεράντα
για να ξεπιαστώ
σαν ρομπότ παιχνίδι με μπαταρίες

*
Μια στιγμή που όλα σώπασαν στο πεδίο μάχης και κάποιος πρόλαβε να κοιτάξει τον ουρανό

Με όλο τον θαυμασμό μου———–
στον Αλέξανδρο Ιωσηφίδη
έναν άνθρωπο που ξέρει πραγματικά
τι σημαίνει πάλη

Είμαστε μόνοι πια
’’ να μιλήσω για ήρωες’’
οι ήρωες είναι για μας κάτι σαν διασκέδαση
για την ψυχρή καρδιά
τι είναι καλό και τι κακό
ο φόνος έγινε κι αυτός κάτι το συζητήσιμο
αν φονεύσω κάτω από ποιες συνθήκες
ας το εξετάσει ο νόμος
ο νόμος σέρνεται ο νόμος είναι απελπισμένος
ένας γέρος που δεν ξέρει τι να κάνει πια
και σηκώνει τα χέρια ψηλά με τις
αλυσίδες στους καρπούς
στο κελί του στον πύργο που έχτισε, του χτίσαμε
δεν ξέρω
και ποιος ξέρει ας έρθει ένας φιλόσοφος
ή μάλλον ο Θεός να μας πάρει
και από ψηλά να μας τα δείξει όλα
να νιώσουμε κι εμείς πως συμμετέχουμε επιτέλους
σ’ αυτόν τον κόσμο
πως δεν είναι χάρτινα ο ουρανός, τα βουνά
και το φεγγάρι
πως το γρασίδι αναπνέει πως το χρώμα του
είναι ζωντανό
αχ ας μας δείξει

ωραία αυτά που λες…
με σκυφτό το κεφάλι συλλογιζόμαστε
τα όσα γκρεμίστηκαν γκρεμίσαμε
έπρεπε να γκρεμιστούν;
τι μας χωρίζει πια από το παρελθόν
και από το μέλλον
πού τελειώνει αυτός ο δρόμος
που πήραμε την αυγή
γιατί ήταν ωραία τα χρώματά του στον ήλιο
το πορτοκαλί, αυτό το ζεστό παιδικό χρώμα
και το κίτρινο ω μην ξεχνάμε και το κίτρινο
κι όλα τ’ άλλα που είδαμε στην πορεία
να ανθίζουν δεξιά κι αριστερά
και τα πουλιά
πουλιά…
χτες πάνω στο λόφο ένα σμήνος γλαροπούλια
έκανε κύκλους
ίσως κάποιος αυτοκτόνησε
δεν είναι καλά τα νέα στις ειδήσεις
και ποιος μπορεί να πει πια
άσ’ τα μωρέ, ας ζήσουμε
τι σημασία έχουν όλα αυτά
ζούμε, τώρα υπάρχουμε αύριο ποιος ξέρει
ποιος ξέρει ναι…
μα αυτά είναι που μας ζούνε
μας ζει η ελπίδα του πολέμου
η ελπίδα της κίνησης
η ελπίδα!

αύριο θα ‘ναι μια καλύτερη μέρα
θα δεις
αύριο το φρέσκο ψωμί θα μυρίζει σ’ όλο το σπίτι
αύριο το παιδί θα περπατήσει
και με χέρια ανοιχτά θα πέσει στην αγκαλιά σου
αύριο είναι που θα μιλήσει
ζήσε, ζήσε μην τα χάσεις όλα αυτά

μα το στομάχι μας έγινε ευαίσθητο πια
ευαίσθητο όπως και η ψυχή μας
που στάζει πάνω από την τρέλα
αργά, παχύρρευστη απ’ όσα την βαραίνουν
στη σπηλιά με νυχτερίδες και σταλαχτίτες
και χίλια δυο θαύματα
είναι καλύτερο να κοροϊδεύεις τον εαυτό σου
ναι μπορώ ίσως να το πω αυτό
μα τι καλύτερο βρίσκει άραγε στο τέλος
εκείνος που παλεύει
δεν ξέρω…
οι ήρωες είναι μια διασκέδαση πια
μια παλιά καλή ταινία
τουλάχιστον για μένα.

*
©Αλέξανδρος Τιχομίρ
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Ιεράπετρα 2013″