Μαρία Νικολαΐδου, Ο ακόλαστος βασιλιάς [2015]

Αρχείο 22.7.2015

fav-3

Στο παλάτι επικρατούσε αναβρασμός. Ένα τσούρμο υπηρέτες γυάλιζαν σχολαστικά τα χρυσά και τα ασήμια, περιποιούνταν με αρωματικά έλαια τι ξύλινες επιφάνειες και έτριβαν με μανία τα τζάμια και τα πατώματα ώσπου ν’ αστράψουν. Οι πλύστρες φρέσκαραν τα πολύτιμα υφάσματα, οι κηπουροί έτρεχαν πάνω- κάτω στολίζοντας τα βάζα και οι μαγείρισσες ιδροκοπούσαν ετοιμάζοντας τις ντελικατέσσες για το γιορτινό τραπέζι σε αργυρές πιατέλες με το οικόσημο του μονάρχη.  Οι μουσικοί ζέσταιναν τις φωνητικές τους χορδές και οι κυρίες των τιμών στόλιζαν με μαργαριτάρια και μπριλάντια τα περίτεχνα χτενίσματα στα χαριτωμένα κεφαλάκια τους. Όλα έπρεπε να είναι τέλεια για τα πεντηκοστά γενέθλια του βασιλιά!

Εκείνο το πρωί ο βασιλιάς ξύπνησε καλοδιάθετος όπως συνήθως. Χασμουρήθηκε, φόρεσε τη ρόμπα του και έριξε μια ματιά έξω από το παράθυρο χαιδεύοντας την κοιλιά του. Ξημέρωνε μια λαμπρή ανοιξιάτικη μέρα. Γύρω απ’το περβάζι του παραθύρου του μια περικοκλάδα έτεινε τα χλωρά βλαστάρια της στο φως, ψάχνοντας κάτι ν’αγκαλιάσει και τα τυλιχτεί. Ξαφνικά θυμήθηκε και γύρισε το κεφάλι. Στην ακρούλα του κρεβατιού, κουκουλωμένη με το σεντόνι σαν κουβάρι, με μάτια κόκκινα και φοβισμένα, τον κοίταζε ένα κορίτσι. Ηταν η κόρη της αρχιμαγείρισσας, ένα άγουρο, ισχνό πλάσμα, ούτε δεκαπέντε χρονώ. Είχε ζητήσει να του τη φέρουνε στο δωμάτιο του, ετούτη εδώ τον δυσκόλεψε, δάγκωνε και κλωτσούσε στην αρχή, αναγκάστηκε να την απειλήσει με φυλακή αν δεν υποτασσόταν στο θέλημα του. Την άφησε να τσιρίζει όσο ήθελε- το απόλαυσε μάλιστα- κι όταν τελείωσε μαζί της  γύρισε πλευρό κι αποκοιμήθηκε. Τον κάρφωνε τώρα με τα τρομαγμένα μάτια της προσπαθώντας να μαντέψει τις προθέσεις του, χωρίς να ξέρει τι να κάνει. Εκείνος άνοιξε ένα σκαλιστό κουτί πάνω στο κομοδίνο του, πήρε ένα φλουρί και της το πέταξε στο κρεβάτι. ‘Πήγαινε τώρα’ είπε στο κορίτσι μαλακά, κι εκείνο, αρπάζοντας το, φόρεσε σαν αστραπή το φουστάνι της και βγήκε τρέχοντας.

Καλπάζοντας μέσα στην πρωινή δροσιά- παρ’όλο που του το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί- σκεφτόταν πόσο ανυπομονούσε για το δώρο της βασίλισσας. Του είχε υποσχεθεί πως θα του έστελνε το βράδυ τις τρεις νεότερες από τις καινούργιες κυρίες των τιμών της. Δεν τις είχε δει ακόμα και η σκέψη αυτή τον ερέθιζε. Η βασίλισσα φρόντιζε ανάμεσα στις επισκέπτριες και τις κυρίες των τιμών της να μπαίνει νέο αίμα κάθε τόσο, μα κι αυτές γρήγορα αναλωνόντουσαν μιας και ο βασιλικός σύζυγος σπανίως έπαιρνε την ίδια γυναίκα στο κρεβάτι του πάνω από δυό-τρεις φορές. Είχε τεράστια αδυναμία σε δύο ειδικές κατηγορίες : Τις πολύ έκφυλες και τις πολύ πιστές συζύγους. Οι μετριότητες δεν τον συγκινούσαν ποτέ ιδιαίτερα. Στην αρχή του άρεσε να κατακτά τις ερωμένες του, κατόπιν όμως έγινε ο βασιλιάς, αρκούσε να δώσει μια διαταγή, να εκφράσει μια επιθυμία. Κάπου – κάπου βρισκόταν και κάποια που αρνιόταν και δε θαμπωνόταν εύκολα από τον τίτλο του. Και τότε ξυπνούσε μέσα του ο παλιός κατακτητής, εξασκούσε την παλιά του τέχνη με επιμονή και μαεστρία, σκαρφιζόταν τόσα τεχνάσματα για να καταφέρει το σκοπό του, που σχεδόν ποτέ δεν αποτύγχανε. Με τον καιρό η ροπή του προς τις μικρότερες έγινε πιο έκδηλη, ώσπου δεν έμεινε πια κορίτσι πάνω από τα δεκατέσσερα που να μην ήρθε και η σειρά της. Δε δίσταζε να πειραματίζεται ακόμα και με νεαρούς άνδρες, καθώς ήταν πάντοτε αρχή του να υπερτρέφει τα πάθη του χωρίς καμία συστολή.

Σταμάτησε να ποτίσει το άλογο του στο ρυάκι όταν ακούστηκε το τρίξιμο μιας άμαξας. Στο παραθύρι της, στολισμένη νύφη, μια μορφονιά με φωτεινό πρόσωπο και χρυσές πλεξίδες με άνθη, χαμογελούσε αφηρημένα. Χαιρετούσε με το περιστερένιο της χεράκι κι ήταν τόσο λαμπερή που ο βασιλιάς ένιωσε τη σκληρή καρδιά του να σταματάει για ένα ολόκληρο λεπτό. Εδωσε εντολή στον ακόλουθο του να σταματήσει την άμαξα και να ζητήσει πληροφορίες. Του είπανε πως η νύφη ερχόταν από άλλη πόλη, συνοδευόμενη απ’τον γερο-πατέρα της και πήγαινε να παντρευτεί έναν κόμη. Ηταν γάμος από έρωτα, παιδούλα ακόμη αυτός την είχε αγαπήσει κι όταν έγινε δεκαεφτά τη ζήτησε για γυναίκα του. Το κορίτσι ανταποκρίθηκε στο αίσθημα του με παρθενική αθωότητα κι αμέσως αποφασίστηκε η ημερομηνία του γάμου. Ο βασιλιάς σκέφτηκε γρήγορα. Δε γινόταν να μην τον τιμήσουν με την παρουσία τους στα πεντηκοστά του γενέθλια, επέμενε. Θα γιόρταζαν όλοι μαζί και υποσχέθηκε την επόμενη κιόλας μέρα να συνοδέψει ο ίδιος τη νύφη με βασιλικές τιμές και πολύτιμα δώρα στο γάμο. Ετσι καβαλάρηδες και άμαξα κίνησαν για το παλάτι.

Ο γάμος δεν έγινε ποτέ. Ο κόμης εξαφανίστηκε μυστηριωδώς εν μία νυκτί αφήνοντας πίσω του ένα λακωνικό γράμμα όπου έγραφε πως άλλαξε γνώμη και φεύγει μακριά. Ο βασιλιάς σκούπισε τρυφερά τα δάκρια συντριβής του κοριτσιού και με μάτια που έλαμπαν πιο υπνωτικά κι από το πράσινο αψέντι που της προσέφερε, της μίλησε για ώρες. Της είπε πως ο άθλιος εκείνος δεν άξιζε ούτε ένα της δάκρυ και πως της χρειαζόταν ένας άντρας γλυκός και περιποιητικός με αληθινή καρδιά και ειλικρινή αισθήματα. Της μίλησε για την αξία της ομορφιάς, της νιότης και της αληθινής αγάπης. Κι όταν το σώμα της παραιτήθηκε, το μυαλό της θόλωσε και τα μάτια της γλάρωσαν  από τα γλυκά λόγια, την εξάντληση και το αψέντι, την πήρε στην αγκαλιά του σαν παιδί, της έβγαλε το νυφικό και της πήρε την παρθενιά χωρίς καμιά βία.

Δυο χρόνια είχαν περάσει από εκείνη τη νύχτα. Τον πρώτο καιρό ακόμα κι ο ίδιος ο βασιλιάς πίστεψε πως κάτι είχε αλλάξει μέσα του. Μιλούσε στο κορίτσι για αγάπη, για πάθος πρωτόγνωρο. Ορκιζόταν πως ήταν μονάχα δικός της. Ηταν τρυφερός μαζί της, της έκανε όλα τα γούστα και της έδινε δώρα. Πράγματι απαρνήθηκε τις παλλακίδες του και την αποζητούσε σταθερά στην κλίνη του. Η βασίλισσα είχε αρχίσει να ανησυχεί. Μήπως η καινούργια του ερωμένη της έπαιρνε τη θέση; Σαν πολύ δεν κράτησε αυτό εδώ το καινούργιο αστείο; Eπάνω που είχε αρχίσει να κάνει σκέψεις για το πως να δελεάσει το σύζυγο μήπως και του αποσπάσει την προσοχή, η μικρή έμεινε έγκυος. Είχε άσχημη εγκυμοσύνη, ένιωθε άρρωστη, πρήστηκε, είχε ναυτίες και αιμορραγίες, οι επαφές αναγκαστικά σταμάτησαν. Ο μονάρχης άρχισε να χάνει το ενδιαφέρον του και μέσα σε λίγο καιρό επέστρεψε ολοκληρωτικά στις παλιές του συνήθειες. Η εγκυμοσύνη δεν κράτησε πάνω από τέσσερις μήνες κι όταν τελείωσε όλα είχαν ξαναγυρίσει με φυσικότητα στους παλιούς τους ρυθμούς. Το ενδιαφέρον δεν υπήρχε πια. Ετσι η κόρη τριγυρνούσε σα φάντασμα στο παλάτι και ζητούσε επίμονα να τον δει μα δεν της επιτρεπόταν παρά μόνο στα μεγάλα τραπέζια και τις γιορτές, ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους. Σε κάποιες πολύ σπάνιες περιπτώσεις, το στέμμα θυμόταν με νοσταλγία την ερωτική έξαρση που του είχε προκαλέσει κάποτε και τότε την προσκαλούσε στο κρεβάτι του για μια νύχτα. Ο σύμβουλος του παλατιού της μετέφερε πως ήταν ελεύθερη να φύγει αν το ήθελε, να γυρίσει στον πατέρα της ή να παντρευτεί, μα εκείνη ούτε να τ’ακούσει. Εβλεπε τις καινούργιες ερωμένες να χαχανίζουν στο πλευρό του άσωτου χωρίς να μιλά, έπειτα έστρεφε το βλέμμα της στο πρόσωπο του με βλέμμα σβησμένο.

Η υγεία του βασιλιά είχε χειροτερέψει πολύ. Οι αιμοπτύσεις ήταν πλέον συνεχείς κι ο βήχας τον βασάνιζε ακατάπαυστα. Ωχρός και αδυνατισμένος έλιωνε, έχανε τις δυνάμεις του γοργά, μέχρι που οι γιατροί ανακοίνωσαν στη βασίλισσα ότι ο θάνατος του ήταν ζήτημα ημερών. Κανένας δεν τον πλησίαζε πια παρά μόνο οι δύο άντρες που τον υπηρετούσαν. Η ζωή συνεχιζόταν κανονικά έξω από τις σφαλισμένες πόρτες του βασιλικού υπνοδωματίου, μέσα απ’αυτές όμως ο θάνατος άπλωνε αργά την παγερή σκιά του. Προτού προλάβουν να την εμποδίσουν, το κορίτσι όρμησε στο δωμάτιο αλαφιασμένο. Το άρρωστο σώμα, μόλις αναπνέοντας με συριγμό, κείτονταν μέσα στο αίμα του. Το άλικο υγρό έβαφε τα κατάλευκα μαξιλάρια και τα χρυσοποίκιλτα σεντόνια. Με μάτια και στόμα ορθάνοιχτα, στα άλλοτε όμορφα χαρακτηριστικά του ηγεμόνα δεν έβλεπες πια παρά  ένα φριχτό προσωπείο σε αναμονή του τέλους. Εκείνη, ξεφεύγοντας από τα χέρια του υπηρέτη, έπεσε μπρούμυτα στο στρώμα. Αρχισε σαν τρελή να γλείφει λαίμαργα το αίμα από τα μαξιλάρια. Δεν τόλμησε πια κανείς να τη σταματήσει, παρά μονάχα την κοίταζαν από απόσταση, κοκαλωμένοι από την έκπληξη, τη φρίκη και την αηδία. Αγκάλιασε με θέρμη το ξυλιασμένο κορμί του ετοιμοθάνατου και παλλόμενη ολόκληρη μέσα στο δικό της πυρετό μουρμούριζε λόγια τρυφερά που του ψιθύριζε παλιά, τις στιγμές που τον ένιωθε δικό της μέσα στο σώμα της. Κόλλησε τα χείλια της με ερωτική μανία στο στόμα του ρουφώντας την ισχνή ανάσα του ώσπου πήρε μέσα στα πνευμόνια της και το τελευταίο ίχνος της, ώσπου το βασανισμένο σώμα του έμεινε πια εντελώς ακίνητο μέσα στα χέρια της, ένα άψυχο κουφάρι.

Δεν πρόλαβε να πεθάνει φθισική. Την αποκεφάλισαν την επόμενη κιόλας μέρα. Είχε σκοτώσει το βασιλιά.

*

©Μαρία Νικολαΐδου
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com