Κυριακή Βυρίνη, Αναπόκριτα [2015]

Αρχείο 10.11.2015

fav-3

(XVII)

Τη λογική μουσού παραδίδω Θεέ μου
Να τη φυλάξεις να μη τη βρίσκω.
Ορμή και κάψα με κατακυριεύουν
Μα μη θαρρείς έλεος και λύτρωση πως θα ζητήσω
Παρά δύναμη να δίνεις την απόλαυση αυτή να συναντώ
Και θάρρος που μόνο η αποκοτιά του έρωτα δίνει και του πάθους
Εμπρός του να σταθώ και κάπως έτσι για όλα να μιλήσω…

Κύριε, ποια ορμή και τι κάψα το σώμα μου παραλύει κι ως γαλή
ιμεροκυριευμένη τα μέλη μου τεντώνω κι αναδιπλώνω και πάλι
απ’ την αρχή και σταματημό δεν έχω παρά αν ένας μου μιλήσει
και απ’ των απολαύσεών μου τις πλάνες με χωρίσει ανάσκελα
ξαπλωμένη στη κλίνη μου και τα σκεπάσματα να τα αρνούμαι από
τη ζέστα του καιρού μα πιο πολύ από τη φλόγωση της σάρκας που
να σβηστεί γυρεύει στες θωπείες του βλέμματος και των δαχτύλων σας.

Κι ω! μέλωμα και στεναγμοί
Χαμόγελα κρυφά κι αφηρημάδα γλυκεία
Χαϊδέματα των σεντονιών
Και συστροφές της σάρκας
Ονείρων ανασαλέματα
Στομάτων υγρασία και χειλιών
Αναστάτωση και τρέμουλο μελών
Και του κορμιού δειλά ανακλαδίσματα
Τα πιο πάνω ν’ αποτινάξει
Μα όλα εκεί παρόντα όπως
Οι μέλισσες σε άνθη ωοτόκα
Όπως ο άνεμος που απ’ τα φαράγγια δραπετεύει
Όπως φιλήματα τ’ αγέρα σε μάγουλα
του έρωτα

Πως έγινε ως εδώ άξιον είναι να πούμε μα της ώρας πιότερο θαρρώ ταιριάζει
αυτό να ομολογήσω… πως πρόσωπο οικειοποιήθηκα και πιθανόν και την αιτία
που λέξεις πλέξατε κι απευθύνατε σε πρόσωπο που σας γλυκαίνει.
Εκεί κι εγώ στάθηκα το νέκταρ των λόγων σας γευόμενη που έκαψε τη σκέψη
και τα σωθικά μου. Και να ’μαι εδώ, ξεδιάντροπη με ούτε μια συγγνώμη να ζητάω,
το πάθος μου το γλυκαμένο να εξιστορώ κι η σωφροσύνη ξεχασμένη.
Αχ Κύριε! Που απ’ τη πόρτα τη πλαϊνή σας πλησίαζα κι εσείς την Ωραία της Ψυχής σας Πύλη μού ανοίξατε και το Πνεύμα σας αφού γνώρισα και του Λόγου σας γεύτηκα την ωραιότητα και τις στροφές, εσείς σαν γλώσσα μέσα μου μπήκατε κύριος εγίνατε του νου πρώτα και κατόπιν συνείδηση γινόσασταν και γνώση το κορμί διαπερνώντας ως κάτω πνοή φυσούσατε στα μέλη εκ νέου· τώρα ομοτράπεζη όπως με τοποθετείτε της ψυχής σας, αποζητώ κι εγώ η δυστυχής κι άλλο δε μου μένει να θεαθώ παρά τη σάρκα σας με πλήρεις τις αισθήσεις.
Για τούτο αυτός ο πυρετός. Της ολοκλήρωσης που γυρεύω.

Ελάτε λοιπόν Κύριε! Εδώ στου δρόμου τη σκοτεινιά όπως απέναντι με βάζετε καθρέφτισμα του Εγώ σας επιτρέψτε σπονδές στη Σάρκα να αποδώσω με τα δάχτυλα πρώτα κι έκταση περιορισμένη όπως κάνει ο κυνηγός που ανιχνεύει τα περάσματα το θήραμα προτού να συναντήσει.

Ελάτε! Τα χέρια σας δώστε στα δικά μου φιλήματα μικρά
της γλώσσας όπως νεράιδες τ’ ανθόφυλλα αγγίζουν να τους χαρίσω
κι όπως υγρά θα στέκονται τις θύρες της δικής μου ψυχής
φέρτε να ακουμπήσουν· των ματιών μου τους βολβούς ως επάνω
των φρυδιών το τόξο και τις βρυσούλες των δακρύων τους· πώς
σας κοιτώ να γνωρίσουν κι έπειτα το δέρμα από κάτω και στο πλάι
να ευφρανθούνε με τις ψίχες κι όπως οι ρώγες τους μιλήματα
θ’ αλλάζουν με του προσώπου μου τους πόρους στα δικά μου επιτρέψτε
στο ύφασμα της μπλούζας σας από κάτω τη σάρκα τη δική σας να ψηλαφίσουν
Μόνο -Σας παρακαλώ -μονάχη μη μ’ αφήσετε σε τούτη την αψηφισιά
κι όσο επιχειρώ τη συστολή μου να νικήσω μια φωλιά φτιάξτε για εμένα
με το χέρι σας στον ώμο μου γύρω περασμένο και τ’ άλλο στη μέση μου απαλά
Έτσι κι εγώ συντροφευμένη το ταξίδι μου να ξεκινήσω από των ώμων
και των μπράτσων σας τη στιλπνότητα και τη δύναμη πρώτα κι ύστερα στου
στέρνου το άνοιγμα τους χτύπους της καρδιάς τα δάχτυλα μου να μετρήσουν
και απ’ το λαχάνιασμα να τους ξεχωρίσουν· μα πιο πριν το δασωμένο όπως
του προσώπου σας ίσως ή το στεγνό σαν αγοριού νιούτσικου -κόκκινου από
ντροπή -του στήθους σας το χωράφι να τρυγήσουν προτού τις πλαγιές σας
ποντιστούν στου στομαχιού και της κοιλιάς τη καμπύλη όπως τον ιδρώτα σας
θα ανασαίνω στης μασχάλης σας τη κορυφή με πρόσωπο κρυμμένο πάνω απ’
το ύφασμα -σκιρτήματα στη σάρκα σας να χαρίσω και τρέμισμα στο σώμα και
των δυο μας…

Έπειτα… έπειτα ως εκεί! Γιατί από θάρρος -σε δόσεις -όπως ο άνεμος σε ριπές
στη γυμνή της θάλασσας την επιφάνεια ή τις πτυχές του φορέματός μου, όπως
τα νερά στο μέσα των ποδιών μου, όπως…
Εκτός κι αν… εκτός κι αν Εσείς Κύριε τα χέρια μου οδηγήσετε κατά την επιθυμία αλλού… Εσείς…
Εγώ από έξαψη ντροπή και πόθο που δεν έσβησε, εξαντλημένη χωρίς ανάσα και βούληση, δίχως και να σας κοιτάζω, μ’ έναν ασπασμό ίσως στη ρίζα του λαιμού σας εκεί προς τον αριστερό σας ώμο, με δίψα σώματος και σπασμό απώλειας στα εντός μου στο φως θα βγω και τη συνέχεια θα προσποιηθώ όσο πιο απλή κι άδολη τη φανταστείτε κι έτσι και θα είναι.

*
©Κυριακή Βυρίνη
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Italia 2008″