Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Deola Thinking [2015]

Αρχείο 6.11.2015

fav-3

Cesare Paveze

H Deola ξοδεύει τα πρωινά της στα καφέ, δίχως κανείς να νοιάζεται για ΄κείνη. Βιαστικοί εργάτες, κάτω απ΄τον καινούριο ήλιο. Μα και η Deola, ούτε και αυτή  γυρεύει κάποιον. Καπνίζει γαλήνια, ανασαίνοντας το καινούριο πρωί. Παλιότερα, τέτοιες ώρες φρόντιζε να αναπληρώνει τις δυνάμεις της. Το ριχτάρι στο κρεβάτι της ήταν μαύρο, γεμάτο απ΄τ΄αποτυπώματα στρατιωτών και εργατών και κοπιώντων αυτού του κόσμου.

Εδώ και χρόνια δουλεύει δίχως προστάτες και έτσι η δουλειά της είναι ευκολότερη και στα μέτρα της. Σαν αυτήν την περίπτωση χθες του καλοβαλμένου κυρίου που την ξύπνησε αξημέρωτα, τη φίλησε και την πήρε στο σταθμό για τους καθιερωμένους αποχαιρετισμούς.

Θα ΄θελα να μπορούσα να μείνω εδώ, μαζί σου στο Τορίνο αγάπη μου

Ετούτο το πρωί είναι κάπως ζαλισμένη, μα και ανανεωμένη,

Άλλωστε στην Deola αρέσει να νιώθει ελεύθερη και απολαμβάνει το γάλα της συνοδεία εκλεπτυσμένων εδεσμάτων. Ετούτο το πρωί η Deola  μοιάζει μ΄αληθινή κυρία και αν κανείς έστρεφε το βλέμμα του πάνω της θα ΄ταν δίχως ενοχή.

Τα κορίτσια στο σπίτι κοιμούνται. Ο αέρας βρωμά, η μαιτρέσα πάει τον πρωινό της περίπατο, θα ΄ταν μια τρέλα να μένει κανείς σ΄ένα τέτοιο μέρος.

Για να κρατηθείς ζωντανή σ΄αυτή τη δουλειά, νύχτες και νύχτες, θα πρέπει να δείχνεις όμορφη. Αλλιώς μετά τα τριάντα κινδυνεύεις να χάσεις τα πάντα.

Μια προοπτική της Deola στον καθρέφτη. Το πρόσωπό της πάνω στη δροσιά του ποτηριού. Πρόσωπο πάντα χλωμό. Όχι από καπνούς μα απ΄τη φύση του την ίδια. Πυκνές γραμμές πάνω απ΄τα μάτια. Για ν΄αντέξεις σ΄ένα τέτοιο μέρος θα χρειαστείς τη θέληση της Mari ,-γιατί γλύκα μου, όλοι αυτοί έρχονται εδώ γυρεύοντας κάτι που δεν θα βρουν ποτέ σε συζύγους και ερωμένες-, που συνήθιζε να δουλεύει ακούραστα, προικισμένη με καλοσύνη και γερή κράση.

Οι άνθρωποι που περνούν απ΄το καφέ δεν αποσπούν την Deola. Άλλωστε δουλεύει μοναχά τις νύχτες, απολαμβάνοντας στ΄αγαπημένο της μπαρ παράξενες, μουσικές αναζητήσεις. Θα γνέψει όταν το θελήσει ή θ΄αγγίξει πολύ τρυφερά το σώμα του, καθώς η ορχήστρα αφηγείται μια ιστορία αγάπης, ανάμεσα σ΄εκείνη και τον νεαρό κροίσο.

Ένας πελάτης τη βραδιά της αρκεί.

Ίσως αυτός ο χθεσινοβραδινός κύριος επιστρέψει στ΄αλήθεια και με πάρει μαζί του.

Ένας πελάτης τη βραδιά αρκεί για να μπορεί να ξοδεύεται νωχελικά στα καφέ, δίχως να γυρεύει κανέναν και τίποτε.

Σ΄αυτό το ποίημα του Paveze βρίσκω μια προσευχή για ΄κείνο το κορίτσι που λάμπει στη γωνιά του δρόμου. Κάθε τόσο τα΄αμάξια σταματούν μπροστά της, κάτι της λένε και γελούν. Έπειτα απομένει μόνη. Ως την αυγή θα ΄χει ρίξει όλα της τα πέπλα, θα΄χει γνωρίσει κατακλυσμούς και παράθυρα στις σκιές.

Αυτό το κορίτσι υπηρετεί τη μόνη απ΄τις τέχνες που αφοσιώθηκε με τέτοιο πείσμα στ΄αγώνισμα του ανθρώπου.  Το πρωί θα γυρίσει στην Βικτώρια, στον Πειραιά, την Σαλαμίνα, με τα μαύρα της στιλέτα καρφωμένα στην καρδιά της. Οι δρόμοι πάντα θα την ακολουθούν. Στο μικρό της δώμα πετούν ποιήματα και αν μπορούσα, λέω, αν μπορούσα να ρωτήσω την Deola σε ποιον χαμογελά, έτσι αινιγματική, θα μου ΄λεγε, στον Cesare, στον που είναι ένα βέλος πάντα στην ακμή της τροχιάς του.

Μια καθέλκυση μ΄όλες τις γνώριμες τιμές και τις φιέστες.

*

©Απόστολος Θηβαίος