Γρηγόρης Λεβεντόπουλος, Πληθύνεται υπέρμετρα το Τέλος και κοστίζει -ποίηση [2015]

Αρχείο 17.12.2015

fav-3

I.
Τα βράδια μου είναι θάνατοι
Αλλεπάλληλοι

Ένα κορμί αποσυντίθεται στο σκοτάδι
Παναγίες θρηνούν απαρηγόρητες τις πληγές μου εν ώρα κοινής ησυχίας
Παράπονα ενοίκων δεν τολμούν ν’ ακουστούν πια
Οι ραγισμένοι τοίχοι παραιτήθηκαν απ’ τη γκρίνια τους
Ληξίαρχοι σπεύδουν να πιστοποιήσουν την καθημερινή μου απώλεια
Μες στα μεσάνυχτα σφραγίζουν ανοικτιρμόνως το ταβάνι

Δεν φτάνουν οι ανάσες
Ποτέ δεν έφταναν

Τα βράδια μου είναι θάνατοι
Αλληλένδετοι

Ένα κοράκι τραβά την κουρτίνα
Στις νεκρικές δοσοληψίες οι μαρτυρίες του Φωτός περιττεύουν
Με δανεικούς οβολούς διασχίζω Αχέροντες
Ζωή άλλη δεν έχω απόψε να πνίξω
Ζευγάρι αστραγάλων να μουλιάσω

Πληθύνεται υπέρμετρα το Τέλος και κοστίζει

Έχω πεθάνει πολλές φορές και ξέρω πια:

Τα βράδια μου είναι θάνατοι.

fav-3

II.

Ο πόνος που προσκρούει στης Κυριακής τις καμπάνες
Μας χτυπά την πόρτα λίγο πριν το μεσημέρι

Ψήνει διπλό ελληνικό μέτριο
ορίζοντας το μέτρο μας

Διαλύεται στον ήχο της τελευταίας πιρουνιάς
Στο πρώτο ράγισμα του καλού σερβίτσιου
Εκεί που δραπετεύει η μητρική συχνότητα

Το κενό της απουσίας πνίγεται στο αντανακλώμενο φάσμα του
Βρώμικου νιπτήρα τις Δευτέρες

Γουλιά – γουλιά

Αόριστα πλανάται για κάποιες στιγμές
Στο χάραγμα μιας μετοχής παθητικότατου παρακειμένου.

Η απρόσωπη Τρίτη
με υποτάσσει εξακολουθητικά στο πρόσταγμά της:

Μάθε
Ατελώς
Από το τέλος

fav-3

III.

Ένα χρόνο μετά
Ακουμπώ το αυτί μου στο χώμα
Σε ακούω να χτυπάς την ξύλινη τάβλα
Φοβάμαι πως δε θα μπορέσω να ανοίξω
Mα πώς να σε βγάλω έξω;
Ακόμη κι αν καταφέρεις την παρουσία σου να στοιχειοθετείς,
Η απουσία σου πως θα τεκμηριωθεί επαρκώς;
Πώς να δικαιολογήσουμε το χρόνο στους χρονικά ανυποψίαστους;

Αγγίζω τη μαρμάρινή πλάτη
Νιώθω τις ρωγμές της
Κάθε γράμμα σπάει την ομοιομορφία που μάθαμε να αποδεχόμαστε
Μη, Άλφα, Κάπα, Όμικρον, Ύψιλον
Χτενίζω το αραιό γρασίδι
που στολίζει το κρανίο σου

Μη χτυπάς
Ίσως την άλλη φορά
Επαναλάβω το ίδιο ψέμα
Γιατί εσύ,
όπως κι εμείς, άλλωστε,
χρειάζεσαι ελπίδα να υπομείνεις τις ζωές μας

Κάθε γδούπος μου αφαιρεί κι ένα κομμάτι.

Μην πλανάσαι σε θαμπούς ήλιους
Στενεύει τα παραμύθια μας και δε διαβάζονται οι σελίδες
Είναι όλα πια χώμα
Σώπα.
Θα τους ακούσεις να παίρνουν τα κομμάτια σου.

*

©Γρηγόρης Λεβεντόπουλος
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com, “Café, Paris 2012″