Ευσταθία Ματζαρίδου, Η σφήκα [2015]

Αρχείο 18.12.2015

fav-3

Mπαίνω στο ξεφλουδισμένο κτήριο που έπαθε εγκαύματα απ’ τη χρόνια έκθεσή του στον ήλιο, άνθρωποι ανεβοκατεβαίνουν τους ορόφους μεταφέροντας τη μπόχα του κτηρίου, όπως οι βεντάλιες τον αέρα. Καλημερίζω την υπάλληλο και μου ανταποδίδει μια στραγγισμένη καλημέρα, ολόκληρη μια στραγγισμένη παρουσία, χέρια στραγγισμένα, πρόσωπο στραγγισμένο, κορμί στραγγισμένο, μια πετσέτα που την έστυψαν επί ώρες, και το βλέμμα της στοιχειωμένο σπίτι, ποιος τρόμος άδειασε αυτό το βλέμμα, σκέφτομαι∙ παίρνει τα χαρτιά μου και, με ταχύτητα παράταιρη για τη στραγγισμένη παρουσία της και το ξεφλουδισμένο κτήριο, ανοίγει φακέλους και κλείνει φακέλους και μεμιάς αφήνει τα χαρτιά μου, βουτά έναν κίτρινο φάκελο και κατευθύνεται στο παράθυρο. Μια σφήκα ανεβαίνει ήσυχα προς τα πάνω, κι αυτή προσπαθεί να την πετύχει, η σφήκα ανεβαίνει κι άλλο, κι αυτή σηκώνεται στις μύτες των ποδιών, κάνει πέρα δώθε το φάκελο, η σφήκα προλαβαίνει κι ανεβαίνει κι άλλο και ξεφεύγει, κι αυτή αγριεύει, τα στραγγισμένα χαρακτηριστικά της παραμορφώνονται, σκληραίνουν και αλαφιασμένη ψάχνει κάτι να σκαρφαλώσει στο παράθυρο. Θα τις φοβάται, σκέφτομαι, όπως κάποιοι φοβούνται τα ποντίκια ή τις αράχνες, αυτή θα φοβάται τις σφήκες, και τη λυπάμαι την καημένη τη σφήκα, αλλά κι αυτήν… Οι σφήκες είναι όμορφες, πιο όμορφες απ’ τις μέλισσες, οι μέλισσες θεωρούνται ευλογημένες, δίνουν το μέλι, γονιμοποιούν καρπούς, άνθη, ακόμα και θεραπεύουν∙ η γιαγιά μου, ουρλιάζοντας απ’ τους πόνους των ρευματικών, φώναζε, φέρτε μου ένα μελίσσι μέλισσες να με τσιμπήσουν να γιατρευτώ, χρήσιμα έντομα, αλλά άσχημα, άχρωμα και χνουδωτά σαν τις κάμπιες, ενώ οι σφήκες, έντονα κίτρινες και έντονα μαύρες, έχουν μια αρχοντιά και γι’ αυτό μια έπαρση, που δεν εκπορεύεται όμως από καμιά χρησιμότητα και προσφορά∙ οι περισσότεροι τις φοβούνται και τις μισούν και γι’ αυτό τα καλοκαίρια, που μαζεύονται σμήνη, όπου υπάρχει φρούτο κι αναψυκτικό, τις στήνουν παγίδες και πέφτουν μέσα και τις βλέπουμε παστωμένες μέσα στα πλαστικά μπουκάλια του νερού και των αναψυκτικών. Όλοι φοβούνται  το οδυνηρό τσίμπημά τους, που δεν ωφελεί και σε τίποτα. Αυτό θα φοβάται και η γυναίκα, σκέφτομαι, και δεν θα ηρεμήσει, αν δεν την εξοντώσει. Ρωτά για τη σκάλα, μια μικρή, λέει, με τρία σκαλιά, αυτή που χρησιμοποιώ για τα ψηλά ράφια. Στο τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας είναι, την πήραν χτες, της απαντά ατάραχη η συνάδελφός της. Η σφήκα στο μεταξύ, ανυποψίαστη για τις προθέσεις της, έχει κερδίσει έδαφος, έχει φτάσει στο τέλος της διαδρομής της και γυρίζει οριζόντια∙ θέλω να της πω να ηρεμήσει, θα κάνει την οριζόντια διαδρομή της και θα βρει αδιέξοδο και θα πάρει πάλι την κάθετη διαδρομή της, θα κατεβαίνει δηλαδή, μπορεί να την περιμένει με το φάκελο, να τη συνθλίψει, να την πολτοποιήσει, και θέλω να κλείσω τα αυτιά μου, γιατί νομίζω ότι ο θόρυβος που θα κάνει συνθλίβοντάς την, μόλο το θόρυβο που επικρατεί μέσα και έξω, σ’ όλα τα γραφεία και σ’ όλο το κτήριο, θα με διαπεράσει ολόκληρη, κι αυτή κάνει να τρέξει να πάρει τη σκάλα απ’ το τμήμα Κοινωνικής Πρόνοιας, αλλά γυρίζει μετανοιωμένη, όχι, όχι, λέει, μέχρι να γυρίσω, μπορεί να έχει φύγει. Δεν είναι επομένως ο φόβος της, σκέφτομαι, αν τη φοβόταν, θα ανακουφιζόταν στην ιδέα της φυγής της. Έχει μίσος, θέλει να την εξοντώσει από μίσος. Και παίρνει την καρέκλα, βγάζει τα παπούτσια της, ανεβαίνει και βυθίζει τα πόδια της στην καρέκλα και αρχίζει να λικνίζει το κορμί της πέρα δώθε, το κορμί της πηγαινοέρχεται  με το φάκελο στα χέρια απ’ τη μια άκρη του παράθυρου στην άλλη, και η σφήκα δεν παραδίδεται, τη μπερδεύει, αλλάζει πορεία, ανεβαίνει προς τα πάνω και πάλι γυρίζει,  ποιος θα ζαλίσει ποιον, κι εγώ πονάω τη σφήκα πια, που βρέθηκε στο γραφείο μιας υστερικής, που μισεί τις σφήκες και δεν τις φοβάται∙ δεν λέει κουβέντα, αλλά οι κινήσεις της είναι κινήσεις στυγερού δολοφόνου που μισεί το θύμα του, σκέφτομαι, σαν τους serial killer που σκοτώνουν απανωτά γυναίκες από λανθάνουσες απωθημένες πληγές, και θέλω να βάλω τις φωνές, ότι άφησε στη μέση την υπόθεσή μου και βάλθηκε να εξοντώσει ένα άκακο έντομο και να ουρλιάξω σε όλους γύρω μου, που είναι βυθισμένοι στα χαρτιά τους και δεν ενοχλούνται από την υστερία της. Κλείνω τα μάτια, την έχει πετύχει, είναι πλακωμένη με τον κίτρινο φάκελο και τώρα κατεβαίνει απ’ την καρέκλα της με ύφος νικητή, και η σφήκα κείτεται στο φάκελο μαύρη και κίτρινη, τη φέρνει μπροστά μου, στη μούρη μου, την επιδεικνύει με μια λάμψη στα μάτια που με τρομάζει, το κεφαλάκι της έχει αποχωριστεί του σώματός της. Την αποκεφάλισε. Αυτή σκότωσε την κόρη μου, λέει, ήταν είκοσι πέντε χρονών και η μηχανή μόλις ξεκίνησε, δεν είχε προλάβει να βάλει το κράνος της και είδε τη σφήκα, τις φοβόταν, πήγε να την αποφύγει κι έχασε την ισορροπία της, έπεσε κάτω με το ξεκίνημα της μηχανής, έπεσε κάτω…, είχε χαλίκια ο δρόμος, χτύπησε στο κεφάλι κι έμεινε στον τόπο. Δεν πήγε απ’ τη μηχανή, από μια σφήκα πήγε.

 

*
©Ευσταθία Ματζαρίδου