Παύλος Αβραμίδης, Νησί Utö, Σουηδία -1 [2015]

Αρχείο 31.12.2015

fav-3

Μέρος 1ο

Σκύβω στον εαυτό μου λες κι έχω μάρσιπο, να δω πού έχει κυλήσει το μπουκάλι μου.

Διψάω. Μ αυτή την θαλασσοταραχή έχει πάει πιο μέσα στον κλωβό, κοντά στα πατάκια των πηδαλίων.  Με το που έφερα γύρο το ακρωτήρι και κοίταξε η μύτη στο πέλαγος , ο κόλπος σύρθηκε στο σχοινί και άνοιξε η θάλασσα σαν αλεξίπτωτο μπροστά μου. Πάει το πηχτό πράσινο νερό. Εδώ ήταν μπλε με έντονο κυματισμό. Άρχισα να φοβάμαι. Σκοπός ήταν να φτάσω στην έξω μέση του νησιού. Περίπου τρεις ώρες μακριά ανακατεύοντας σα μάντης με το διπλό κουπί του καγιάκ, να μάθω για το μέλλον της φυλής μου.

Τα κύματα. Είναι μικρά μαρμάρινα δόντια με αλυσίδες από αφρό που μασάνε την μπροστά άκρη του νοικιασμένου σκάφους. Το μυαλό μου είναι ένα αμόνι δράσης που πάνω του βαράνε σφυριές. Είμαι πέρα από το φόβο. Ο φόβος είναι πολυτέλεια. Οι ύβοι των αντίπερα όρμων είναι λείοι κι απότομοι, καφέ, σα γλίστρες νεκρών κενταύρων. Αντίθετα στο ένστικτό μου ανοίγομαι κι άλλο για να μην τσακιστώ στα βράχια. Σε μια γωνιά του γιαπιού ενώ ανέβαινα με πνευμόνια που έκαιγαν, σκαλιά με σακιά τσιμέντο, σκεφτόμουνα, Βαλτική Θάλασσα, Βοθνικός Κόλπος, εδώ είμαι. Εδώ είμαι. Ο Ρικάρντο Κασσίν με το ποδήλατο πάνω και πέρα από δυο βουνά, μετά από έξι μέρες σιδεράς στο εργοστάσιο για να σκαρφαλώσει στους Δολομίτες την Κυριακή. Τότε. Ούτε αυτοκίνητα ούτε τελεφερίκ. Τι ευγενή πλήθη. Τι ιερές αγάπες. Κι έγινε θρύλος με τις αναρριχήσεις του.

Μέσα στην ταπεινή πάλη μου έχω φτάσει ξανά κοντά σ έναν μικρό όρμο. Έχει περάσει μία ώρα ορίζοντα κυμάτων και κοιλιακών που γειώθηκαν στη θάλασσα. Κανείς δε θα με νιώσει. Κανείς. Κάνω απλά τη δουλειά μου επιβιώνοντας έξω, πάνω στους φακέλους του αρχείου της φύσης.

fav-3

Μέρος 2ο:  Πεδίο Βολής

Κωπηλατούσα κοντά σε πεδίο βολής χωρίς να το ξέρω. Ο όρμος που έβλεπα μπροστά μου είχε ένα νησάκι να τον γεμίζει. Σαν την σκέψη του σπιτιού, που φαινόταν στα γρασίδια του μεγάλου Utö ακριβώς απέναντι.  Όλα τα όνειρα, τα μυστικά, οι φιλοδοξίες και η ένοχη αίσθηση ασφάλειας του ιδιοκτήτη ήταν. Ο χάρτης που είχα κολλημένο μπροστά μου πάνω στο καγιάκ έγραφε Λόνγκχολμεν στα σουηδικά, ενώ συννέφιαζε. Το άνοιγμα της ακτογραμμής σε εκείνο το σημείο ήταν μακρόστενο, το ίδιο και το Λόνγκχολμεν. Άρχισε να βρέχει. Ανόρεκτα έψαξα να βρω το αδιάβροχό μου. Δεν ήξερα τον καιρό εκεί. Κι αν έπεφτε κεραυνός; Τι ηλίθιος θάνατος τουρίστα. Σιγά-σιγά, κουρασμένος, πλησίασα τις καλαμιές και τους βράχινους ύβους που με χώριζαν από το νησάκι. Πλησίαζα σε αβαθή. Οι ύβοι ήταν περισσότεροι απ όσοι νόμιζα και σχημάτιζαν κλειστές διαδρομές που εμφάνιζαν νέους ύβους στο τέλος του κάθε μικρού καναλιού. Σε μια στροφή τα ‘χασα.

Μια μικρή ομάδα από δύο θηλυκά και ένα αρσενικό κολυμπούσαν στο νερό. Το ένα θηλυκό είχε μείνει πιο πίσω. Τα άρρεν και θήλυ μπροστά. Ήταν ελάφια. Είχε μεγάλα, περίτεχνα κέρατα το αρσενικό, πρέπει να ήταν μεγαλόσωμα ζώα έξω από το νερό. Δε μπορούσα να τρομάξω. Πόση απόκοσμη ομορφιά. Καλαμιές, πέτρινες καμπούρες χελωνών μέσα στη θάλασσα και ελάφια που κολυμπούσαν. Κι εγώ. Το ανθρώπινο εγώ, το καλό μου το χορτασμένο εγώ, το στην ώρα του εγώ που έψαχνε για λίγη απρογραμμάτιστη ομορφιά. Και τη βρήκε. Αφού περπάτησε 7 χιλιόμετρα λόγω απεργίας μέχρι το λιμάνι του Νουνασχάμν, πέρασε ατέλειωτα γήπεδα γκολφ κι από τις δύο μεριές του δρόμου και είπε το Βέστερχάνινγκε που έβλεπε γραμμένο στις στάσεις του λεωφορείου, καμιά εκατοστή φορές μες τον ήλιο, ώσπου το τελειοποίησε. Η ελευθερία του και η τσιγκουνιά του, ζύγιζαν 28 κιλά και του έκοβαν την ανάσα. Ίσως και το δάχτυλο στον ώμο του που τον έκανε να γυρίσει πριν το περπάτημα του έκοψε επίσης την ανάσα. Τόσο όμορφο ανσάμπλ από ανθρώπινα μέλη. Αυτό το δάχτυλο το ξαναείδε στο φέρυ μποτ για το Utö αλλά δεν του είπε τίποτα. Μα και τόσο όμορφος παραλληλισμός της διαδρομής που έκανε με τα πόδια από Μελίσσια στο Μαρούσι όταν το λεωφορείο τον ξεχνούσε. Αυτόν μόνο. Με τη μουσική εκείνου του καλοκαιριού. Το συγκρότημα Band of Horses. Στα πλοία, στα τραίνα, στις ερημιές της Σουηδίας. Και ερημιά είναι εκεί που δεν ξέρεις κανέναν.

Δεν είχα φτάσει ακόμα στο πεδίο βολής.

*

©Παύλος Αβραμίδης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com

vintage_under2