Παύλος Αβραμίδης, Νησί Utö, Σουηδία: Μέρος 3ο – Πεδίο βολής β’ [2016]

Αρχείο 28.1.2016

Διαβάστε 1ο και 2ο μέρος

Ο ουρανός ξαναφάνηκε για λίγο. Μετά χάθηκε.  Χάθηκαν σε μια στροφή και τα ελάφια. Καινούρια βροχή δυνάμωνε. Το Λόνγκχολμεν δεν απείχε πια παρά μόνο δυο-τρεις κουπιές. Πλάγιασα το σκάφος και έβγαλα γρήγορα το ένα πόδι σ έναν ήπια κατηφορικό βράχο για μην το αναποδογυρίσω. Άρχισε να με κυριεύει η μοναξιά του τοπίου. Έσυρα τη βάρκα μου στη στεριά. Είχα βάλει την κουκούλα του άνοράκ μου και καθόμουν υπό τον ήχο της ψιχάλας στα φύλλα των δέντρων. Αισθανόμουνα σα γορίλας στα υψίπεδα της Ρουάντα. Η ομίχλη βγαίνει από μελαγχολικά μάτια. Το πράσινο της ορεινής ζούγκλας είναι απλά ανανεούμενη αντίθεση. Η ζωή αυτό εξυπηρετεί. Μια γρήγορη ματιά μού έδωσε να καταλάβω ότι το μέρος είχε μια περίεργη ενέργεια. Μύριζε στάχτη. Αυτά που νόμιζα για γκρίζα αναχώματα ήταν μικροί κρατήρες. Σηκώθηκα όρθιος και προχώρησα πιο μέσα.  Βρήκα μια πεσμένη πινακίδα γραμμένη στα Σουηδικά. Και σκελετούς σιδερένιους σαν αναγεννησιακές μπανέλες φορεμάτων με πλατιά λάμα.  Ήταν ουρές βλημάτων κι έπρεπε να φύγω από κει. Ξανά προσεκτικά, μπήκα στο καγιάκ και βγήκα στην ανοιχτή θάλασσα. Μπορεί να ήμουνα μια στιγμή ενδοσκόπησης, μια απαραίτητη μορφή στις σκέψεις του ιδιοκτήτη του σπιτιού στον κοντινό όρμο πριν από μια μεγάλη απόφαση και να μην υπήρχα πραγματικά. Η μοναξιά δεν ανήκει σ εμάς, σκέφτηκα αλλά η θαλασσοταραχή με έκαιγε σαν ταψί φαγητού που δεν είχα φτιάξει εγώ και δεν έδωσα άλλη σημασία.

Όταν αργότερα το διηγόμουν στον οδηγό καγιάκ που μου νοίκιασε το σκαρί αυτό δεν πίστευε στ αυτιά του. Πέντε χρόνια ξεναγός σ εκείνο το μέρος ποτέ δεν είχε δει ελάφια να κολυμπάνε. Δεν έθεσα θέμα σύγκρισης όμως. Κι οι δύο άνθρωποι της φύσης και για τους δύο μας είχε την ίδια σημασία. Σε κάποιον από μας είχε γίνει η χάρη και μας είχε αποκαλυφθεί η Πνομ Πενχ των ελαφιών με τα μυτερά ακροκέραμα και τις πτυχωτές στέγες  όπως η ζέστη των ζώων όταν αγκαλιάζονται στο δάσος και παραμορφώνουν την εικόνα. Νιώθαμε, είμαστε, φευγαλέα αδελφοποιτοί. Τον χαιρόμουνα, αμερικάνος από τη Γιούτα, σκιέρ, παντρεύτηκε μια Σουηδή κι έμενε κοντά στο Utö, δουλεύοντας το μπόουτ χάους του πεθερού του τούς θερινούς μήνες. Ίσως επειδή ήμουνα 22.

Χαιρόμουνα που θα καταλάβαινε την Ευρώπη.

Ευτυχία τότε ήταν για μένα να τρέχω στο περιμετρικό μονοπάτι της Γκρίντα, ζωσμένος με τα αναρριχητικά μου παπούτσια να κουνιούνται σαν τη ζώνη Φραγκισκανού μοναχού, ενός άλλου νησιού, πιο βόρεια, στο αρχιπέλαγος της Στοκχόλμης και αφού κάνω τα απαραίτητα χιλιόμετρα, να καταλήγω σε κάτι βράχια που είχε το νησί, μικρά, πιο πολύ αναρριχητική παρηγοριά παρά πρόκληση, και να βλέπω τον ήλιο να πνίγεται πίσω από τα υπόλοιπα νησιά και να μεταφέρεται ξαπλωμένος στις γαβάθες των κωνοφόρων, κατευθυνόμενος προς τη Νορβηγία σα να μην είχε καμία ενοχή για την ένωση των ανθρώπων.

Χωρίς καμία ενοχή για τις αχτίνες που περνάνε μέσα από σταγόνες νερού στην άκρη του ματιού και διαχέονται ακόμα περισσότερο, κι ενώνουν προβλήτα, ιστιοπλοϊκά σκάφη, θαλασσινό ορίζοντα και μασημένη τροφή σε μισάνοιχτο στόμα, για τη νεαρή, θηλυκή ευκαιριακή εργατιά σε εστιατόρια και χόστελ που όταν γυρίσω να κοιμηθώ, θα την κλείσω σαν φως.

*

©Παύλος Αβραμίδης
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com