Σωτήρης Παστάκας, Αποκαΐδια: Ο πυροβολημένος αναγνώστης [2016]

Αρχείο 29.1.2016

fav-3

Δεν μπορώ να διαβάσω.
Το άγχος που μου προκαλεί η ανάγνωση ενός νέου βιβλίου, με οδηγεί πολύ συχνά σε άσκοπους νυχτερινούς περιπάτους στην πόλη. Αντί ν’ ανοίξω το βιβλίο, ανοίγω την πόρτα του σπιτιού μου και χάνομαι. Τις προάλλες κατέβαινα τη μεταμεσονύχτια Πανεπιστημίου μέσ’ στο απόλυτο κενό του μυαλού μου, θεωρώντας με ευτυχή που είχα κατακτήσει μια παρόμοια διανοητική κατάσταση, όταν εκεί από το ύψος της Ομήρου κάποιος άρχισε να μου πετάει όχι ένα και δύο, αλλά σαράντα βιβλία του Κώστα Μουρσελά στο κεφάλι. Η τακτική της διαφήμισης των βιβλίων, που έχουν καθιερώσει πλέον τα μεγάλα βιβλιοπωλεία μοιάζει με το πετροβόλημα πού ρίχναμε όταν ήμασταν παιδιά. Περνάς μπροστά από τον «Ελευθερουδάκη» κι έχεις την αίσθηση πως σε πετροβολάνε αδιάκοπα. Αν είσαι τυχερός και καταφέρεις να φτάσεις το απέναντι πεζοδρόμιο, ξαποσταίνεις ψάχνοντας το κορμί σου για πληγές και κατάγματα.

Ένα νέο βιβλίο συγκρούεται πάντα με τους αναγνώστες του, και ο αναγνώστης του δεν βγαίνει πάντα σώος. Έρχεται να συγκρουστεί με τον προσωπικό μου χρόνο ανάγνωσης, να αμφισβητήσει και να ανατρέψει συνήθειες και αναγνωστικές ρουτίνες. Κάποτε τα βιβλία δεν προκαλούσαν την κραυγαλέα σύγκρουση που δείχνουν να επιζητούν στις ημέρες μας. Περίμεναν διακριτικά να πέσουμε εμείς επάνω τους, και δεν επιδίωκαν την μετωπική σύγκρουση με το έτσι θέλω. Η σημερινή προώθηση των βιβλίων μοιάζει με τους ασυνείδητους οδηγούς που μας προκαλούν με τον τρόπο οδήγησής τους στις εθνικές αρτηρίες. Τα εξώφυλλά τους έγιναν όλα ίδια σε χρώματα και εικόνες. Παλιότερα μπορούσες να διακρίνεις ένα σοβαρό βιβλίο από την εμφάνισή του και μόνο. Τώρα, ούτε αυτό αποτελεί εγγύηση, γιατί τις περισσότερες φορές λιτά και δήθεν σοβαρά εξώφυλλα κρύβουν μεγάλες απογοητεύσεις. Μικροί εκδοτικοί οίκοι που έχουν κερδίσει το άλλοθι της ποιότητας εκ χρίσματος, ρίχνουν στην αγορά απίστευτες πατάτες.

Στην ομοιογένεια της εμφάνισης των βιβλίων, αποδίδω μέρος της αναγνωστικής μου σύγχυσης. Έπαψαν πλέον να αποτελούν κριτήρια επιλογής το εξώφυλλο, η τυπογραφική εμφάνιση του βιβλίου και το όνομα του εκδοτικού οίκου. Αισθάνομαι πετροβολημένος κάθε φορά που περνώ μπροστά από βιτρίνα βιβλιοπωλείου.

Δεν μπορώ να διαβάσω τα νέα βιβλία. Τα αγοράζω και τα αφήνω σε στοίβες σ’ ένα κλειστό δωμάτιο να ξεθυμάνουν, να χάσουν έστω και λίγη από την επιθετικότητα της αγοράς, που αναβρύζει από τον κάθε πόρο τους. Για να πάρουν τη θέση τους στην βιβλιοθήκη μου πρέπει να υποστούν αυτό τον καθαρμό. Πρέπει να παραμείνουν σαν το κόκκινο κρασί καλά φυλαγμένα σε σκοτεινά υπόγεια για να κερδίσουν αργότερα το φως και μια θέση στο τραπέζι μου. Μετά από αυτή τη διαδικασία ίσως, πάρουν και κάποια θέση στη βιβλιοθήκη μου. Με τα χρόνια, η βιβλιοθήκη έχασε την πρωταρχική της έννοια του επίπλου, έπαψε να αποτελεί πηγή άγχους αν θα είναι από μαόνι ή από ξύλο κερασιάς, για το μέγεθός της και την ποσότητα των βιβλίων που μπορούσε να περιέχει, κι απόκτησε την ιδέα της βιβλιοθήκης. Το βιβλίο έπαψε να αποτελεί ιερό αντικείμενο εξ’ εαυτό, και να παίρνει τη θέση του στη βιβλιοθήκη μου μόνο και μόνο επειδή είναι βιβλίο. Αλλά κι από τα βιβλία που κατακτούν κάποια θέση στη βιβλιοθήκη, με την πάροδο του χρόνου πάλι κάποια θα εξοστρακιστούν σε χαρτόκουτα και φιλόξενες δημοτικές βιβλιοθήκες. Έχω προ πολλού εγκαταλείψει το όνειρο φύλαξης κάθε βιβλίου για διάφορους πρακτικούς και μόνον λόγους στην αρχή (περιορισμένος χώρος, μετρημένα τετραγωνικά) και στη συνέχεια καθαρά για ιδεολογικούς λόγους (κριτική εφαρμοσμένη στην πράξη, τι θα κρατήσω και τι θα πετάξω).

Η αναντιστοιχία ανάμεσα στο περιεχόμενο και το εκδοτικό του περιτύλιγμα έχει επιβάλλει πλέον, αυτήν την απαραίτητη διαδικασία παλαίωσης των βιβλίων. Θαυμάζω όλους εκείνους που δεν εξασκούν απαραίτητα το επάγγελμα του κριτικού, αλλά συμμετέχουν ενεργά σε παρουσιάσεις βιβλίων και έχουν το θράσος να τα ταξινομούν αμέσως στη βιβλιοθήκη τους δίπλα στον Σολωμό και τον Κάλβο. Λίγο το κακό αν τα τοποθετούσαν στη δική τους βιβλιοθήκη, θα μου πείτε, το πρόβλημα είναι πως θέλουν να με πείσουν να τα βάλλω στην δικιά μου…

Δεν μπορώ να διαβάσω όλα τα νέα βιβλία. Γυρίζω από την βόλτα μου με μια καινούργια σκέψη που με κάνει να επιταχύνω το βήμα μου. Η ανάγνωση σκέφτομαι είναι μια δεξιότητα που κάποια στιγμή μπορεί και να την χάσεις. Πιανίστες χάνουν το χέρι τους κι ολόκληρα δάκτυλα, ζωγράφοι έτυχε να χάσουν τα μάτια τους και μουσικοί να είναι κωφοί. Ας παρηγορηθώ. Οι πετριές δεν προερχόταν από τον «Ελευθερουδάκη», ήμουν εγώ ο ίδιος που πετροβολούσα τον εαυτό μου. Εμένα πυροβολούσα που μεγάλωσα έχοντας σαν ίνδαλμα τον καθολικό αναγνώστη. Δεν μπορώ πλέον να διαβάζω τα πάντα, παλιά ή καινούργια. Η αρχική μου σκέψη βαδίζοντας τον δρόμο της επιστροφής άρχισε να αποκτάει τη στερεά μορφή της πεποίθησης: εγκατέλειπα στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου το φάντασμα του καθολικού αναγνώστη μια για πάντα, πιεζόμενος εσωτερικά από μια νέα επιτακτική ανάγκη να τακτοποιήσω τη βιβλιοθήκη μου. Έφτασα σπίτι κι έκλεισα την πόρτα. Είχα ν’ ανοίξω ευτυχώς, πολλά βιβλία. Τέρμα πια στις άσκοπες βόλτες και στο πετροβόλημα. Τα λόγια του μακαρίτη του Θάνου ήρθαν αυθόρμητα στο μυαλό μου «το βρίσιμο δεν έκανε ποτέ κακό σε κανέναν».

*

©Σωτήρης Παστάκας
φωτο©Στράτος Φουντούλης-agrimologos.com “Thalys 2007″