Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: London kills me

Αρχείο 16/06/2016

favicon

Όλη τη νύχτα έβρεχε.
“Πάντα βρέχει στο Λονδίνο”, μου είπε και πήρε μια ροζ λίμα από το τραπέζι της.

“Τι την θέλεις τη λίμα”; Τη ρώτησα. “Εσύ δεν κάνεις ποτέ μανικιούρ”.

“Είναι για να μην σε γδέρνω όταν σε χαϊδεύω”, απάντησε και κάθισε σε μια περιστρεφόμενη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο.

Κατάλαβα πως έλεγε ψέματα. Από το σπίτι της περνούσε κατά καιρούς πολύς κόσμος. Ξένη ήταν η λίμα, και δεν ήθελε να μου το πει. Όμως δεν με ενδιέφερε να την στριμώξω. Ήξερα πως στη ζωή της είχαν υπάρξει άντρες, γυναίκες, ιστορίες της μιας ώρας, επιφάσεις αιωνιότητας, απάτες, μικρά εγκλήματα, τεράστια ομορφιά και απερίγραπτη ασχήμια. Μου άρεσε για το κάθε τι από όλα αυτά.

Σηκώθηκα, άναψα τσιγάρο –καπνίζαμε πολύ σε κείνο το δωμάτιο – και στάθηκα από πάνω της. Κατάλαβα πως την ενοχλούσα, μάλλον της έκοβα το λιγοστό φως, και έκανα μερικά βήματα προς το άλλο παράθυρο, που είχε θέα στον κήπο. Μια μικρή λίμνη γεμάτη βρόχινο νερό, κάνα δυο αγάλματα που πάνω τους φύτρωναν βρύα και λειχήνες, κάτι βαρέλια με φυτά, σανίδες η μια πάνω στην άλλη, και βροχή. Αδιάκοπη λονδρέζικη βροχή, που μούλιαζε τον τόπο.

Γύρισα και την κοίταξα. Φορούσε ένα μπλε φανελάκι με μια λευκή επιγραφή, κι από κάτω ήταν γυμνή. Μου άρεσε η ξετσιπωσιά της φυσικότητάς της.

Είχε ανάψει ένα τσιγάρο και κάπνιζε κοιτώντας το δρόμο. Έφερα γύρω το βλέμμα μου και παρατήρησα το χώρο. Παλιές καρτ ποστάλ από πρώην εραστές της, φωτογραφίες των δικών της, σημειώματα που σκέφτηκα πως αν την ρωτούσα ποιος της τα έγραψε σίγουρα θα έβρισκε κάτι πρόχειρο να μου πει, ένα χαρτόκουτο με το όνομά της και το όνομα κάποιου πρώην της στολισμένο με χοντρό μαρκαδόρο και καρδούλες, ρούχα, χαρτιά, υπολογιστής, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα, ένα μεγάλο διπλό κρεβάτι.

Σκέφτηκα πως ο χώρος της τής ταίριαζε. Πρακτική ζωή, ευκίνητη, μόνο με τα απαραίτητα να την ακολουθούν. Η ζωή της όλη χωρούσε σε ένα δωμάτιο. Θα μπορούσε να είναι έτοιμη να φύγει για πάντα σε χρόνο ελάχιστο, με δυο βαλίτσες και τους σκληρούς δίσκους της κραιπάλης και της ιδιοφυίας της για αποσκευές. Και τίποτε άλλο. Αυτό, φαντάστηκα, μπορεί τελικά και να ήταν το όνειρο της ζωής της.

Παρατήρησα τη χάρτινη κούτα με το όνομά της και το όνομα του προκατόχου μου στο ερωτικό μενού της. Δεν θέλησα να σκεφτώ πόσες λεπτομέρειες φύλαγε εκεί μέσα και δεν μπορούσα να τις διακρίνω. Είμαι μαζοχιστής και το απολαμβάνω, όμως αυτή η γυναίκα με σκλήραινε. Δεν της αφηνόμουν. Έβγαζε από μέσα μου ένστικτα αυτοσυντήρησης που σπανίως τα έχω νιώσει με άλλους ανθρώπους. Ίσως επειδή ήξερα πως η επίδρασή της πάνω μου μπορούσε να γίνει καθοριστική.

Σκέφτηκα πως η ιστορία μας ήταν κομμάτι ενός προϋπάρχοντος κόσμου που δεν ανακαλύφθηκε ακόμη εντελώς. Με διασκέδαζε να την σκέφτομαι ακόμα και την ώρα που μπορούσα να την κοιτάζω. Της άρεσε να μιλά με κομπορρημοσύνη. Ήταν υπερβολική και εγωκεντρική – ενίοτε έπεφτε και στην παγίδα της κολακείας για να είναι βέβαιο πως θα κατάφερνε να γίνει αρεστή σε όλους. Χρειαζόταν διαρκώς επιβεβαίωση και φρόντιζε να μου το δείχνει συχνά με ακραίο τρόπο. Πολλές φορές μου είχε πει “σ’ αγαπώ, είσαι το παν για μένα, είσαι μοναδικός”, παρόλα αυτά ήξερα πως εκείνες τις στιγμές δεν προσπαθούσε να πείσει εμένα, αλλά τον ίδιο της τον εαυτό. Ένιωθα πως το είχε ανάγκη.

Την άφηνα να λέει, με την υποχωρητικότητα και την συγκατάβαση των ερωτευμένων που όμως διατηρούν στο έπακρο την επίγνωση της κατάστασής τους. Δεν υπήρχε κάτι που να μην το είχε κάνει ή να μην το είχε δει αυτή η γυναίκα. Το παρελθόν της, έλεγε, ήταν ένα τεράστιο game boy όπου όλα όσα έκανε ήταν απλώς και μόνο συνθετικά στοιχεία μιας επόμενης πίστας. Αυτό της εξασφάλιζε μια ψυχραιμία και μια πληρότητα εμπειριών που δεν θα κατάφερνα ποτέ μου να αντιμετωπίσω. Μοναδικά πράγματα, αισθήματα ή πρόσωπα δεν γινόταν να υπάρξουν πλέον στη ζωή της.

Μπορεί από εκεί ακριβώς, από αυτή τη διαπίστωση να πήγαζε η ενστικτώδης παρόρμησή μου να της αντιστέκομαι και να μην αφήνομαι ολοκληρωτικά στα μαγικά της κόλπα. Μου άρεσε η θέρμη της, η όρεξή της να συναρπάσει και να συναρπαστεί. Η αφοσίωσή της στην ιδέα του σεξ, που τώρα ήθελε να την αναμείξει και με μια εσάνς έρωτα, έτσι όπως στολίζουμε το φαγητό με ένα ωραίο μπαχάρι, προφανώς αντιλαμβανόμενη τη δική μου ανάγκη για κάτι τέτοιο. Η ακόρεστη τάση της στην υπερβολή, στη γαλιφιά, σε όσα η πείρα της είχε διδάξει πως συγκινούν τους ανθρώπους και τους κάνουν να νιώθουν ωραία. Παρότι ήξερα και ήξερε πως από μένα δεν είχε να κερδίσει και πολλά, συχνά ένιωθα πως δίπλα μου είχα έναν άνθρωπο-τακτική. Το κατέρριπτε όταν, ενστικτωδώς, με άφηνε να κρυφοκοιτάξω και να συμμεριστώ κάποιες σπάνιες μα άκρως συγκινητικές λεπτομέρειες της ιδιωτικότητάς της.

Παρότι ήταν ντόπια, πάνω της δεν είχα διακρίνει ούτε για μια στιγμή το περίφημο εγγλέζικο φλέγμα. Μου άρεσε όσο και με παραξένευε αυτό. Το προηγούμενο βράδυ είχαμε περπατήσει για πολλή ώρα δίπλα στο ποτάμι. Είχε επιμείνει να μου κάνει στοματικό σεξ σε ανοιχτό χώρο, δείχνοντάς μου για άλλη μια φορά την τάση της προς την επιπολαιότητα και την ελαφρότητα των κινήσεών της. Ενδεχομένως και τον εθισμό της στην πρόκληση. Στην πρόκληση απέναντι στον εαυτό της. Μια επόμενη πίστα σε αυτό που άλλοτε αποκαλούσε game boy.

Έπειτα κατηφορίσαμε χέρι χέρι κατά μήκος της πλατφόρμας και μου εξήγησε τα αξιοθέατα. Έδειχνε αξιομνημόνευτη υπομονή κάθε που σταματούσα για να φωτογραφίσω τον Τάμεση και τα γύρω κτίρια. Σχεδόν όση δείχνω κι εγώ όταν προσπαθεί να με ποτίσει με κάτι που είναι εξόφθαλμα διαφορετικό απ’ ό, τι νομίζει, και όμως επιμένει να ποτιστώ με αυτό ως το κόκκαλο κι ύστερα να πω πως συνεχίζω να διψάω.

Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, και αφού περάσαμε από διάφορα μαγαζιά που κανένα δεν ήταν της αρεσκείας μου όμως απέφυγα να λογομαχήσω γι’ αυτό, καταλήξαμε στο δωμάτιό της. Ανάμεσα στα ίχνη των παλιών της εραστών, στις φωτογραφίες της, στα αποτσίγαρα και τη μυρωδιά της πηχτής, λονδρέζικης βροχής με την οποία την είχα εξαρχής συνδυάσει.

Ξαπλώσαμε στο κρεβάτι της. Στο χιλιοχρησιμοποιημένο στρώμα της, στα πολύπαθα γκρίζα της σεντόνια. Στα ίχνη των παλιών περαστικών απ’ τη ζωή της. Δίπλα στους αμφιβόλου ηθικής συγκατοίκους της, που εκείνο το βράδυ έτυχε να λείπουν από το σπίτι. Την αγκάλιασα με την απόγνωση και συνάμα την επίγνωση που έχει ένας χειμερινός κολυμβητής που βουτάει σε ένα παγωμένο ποτάμι. Ήξερα πως θα μπορούσε να με παρασύρει και να πνιγώ, από την άλλη όμως, εκείνο το παράξενο ένστικτο επιβίωσης που μου ξυπνούσε, με έκανε να μην φοβάμαι.

Σε άλλη περίπτωση θα έλεγα πως όσα ζούσα μαζί της εγώ, ήταν σα να τα ζούσε κάποιος άλλος. Ή πολλοί μαζί, σε διαφορετικές στιγμές του χρόνου. Όσο και να προσπαθούσα, δεν κατάφερνα να νιώσω πραγματικά πως αυτή η γυναίκα θα μπορούσε ποτέ να μου ανήκει. Ακόμα και να το ήθελα, ακόμα και να το επεδίωκα, ήμουν βέβαιος πως αργά ή γρήγορα θα ξανάνιωθε την ανάγκη να περάσει σε μια επόμενη πίστα. Και παρότι με διαβεβαίωνε πως μαζί μου ήταν ειλικρινής, και πως της όφειλα απόλυτη εμπιστοσύνη, κάτι ανεξέλεγκτο και υπερβατικό με έπειθε πάντα για την αστοχία μιας πιθανής ευχής αφοσίωσής της στο πρόσωπό μου. Παρόλα αυτά, ένιωθα ζεστά, η φωνή της μου άρεσε, το κορμί της έμοιαζε με μια μικρή φωλιά για τραυματισμένα ζώα.

“Μόλις γίνεις καλά θα σε αφήσω στο δάσος, εκεί που σε βρήκα δηλαδή, για να συνεχίσεις γερός τη ζωή σου”, θα μπορούσε να μου πει. Τότε θα την είχα πιστέψει.

Το μόνο που μου είπε εκείνη τη νύχτα όμως ήταν τρυφερά λόγια αγάπης, από κείνα που λένε μεταξύ τους οι εραστές, ανάκατα με κάποιες οργισμένες και σαφώς θεατρικές λέξεις επιτηδευμένης κάβλας. Ήξερα, με τη σιωπηλή γνώση που μεταγγίζουν στον άνθρωπο οι πιο σοβαρές του εμπειρίες, πως αυτή τη γυναίκα δεν θα την ξεχνούσα ποτέ. Ακόμα κι αν την έχανα ξαφνικά από τα μάτια ή από το άγγιγμά μου. Ποτέ και με καμία άλλη δεν θα κατόρθωνα να ζήσω τα πράγματα για πρώτη φορά, όπως μου συνέβαινε με αυτήν. Ακόμα και όσα είχα ξαναζήσει.

Εκείνη τη νύχτα στο σπίτι της δεν κοιμήθηκα. Ήξερα πως όσα ζούσαμε στέρευαν λίγο λίγο και πως δεν μπορούσα να κάνω κάτι για να εμβολιάσω με αιωνιότητα κάτι που ήταν εκ γενετής θνητό. Ήμουν αχόρταγος για κείνη, παρέμενα όμως διαυγής. Μας κοίταζα από ψηλά, από το ταβάνι του δωματίου της, μετά από τη στέγη, κι έπειτα από την Αφροδίτη, που νωρίτερα είχαμε κοιτάξει μαζί στον ουρανό, με τον ίδιο τρόπο που την είχε κοιτάξει και με αμέτρητους άλλους, πριν από μένα, και με τον ίδιο τρόπο που θα την κοίταζε και με τους επόμενους, μετά.

Είδα ξανά εκείνα τα δυο κομμάτια ενός προϋπάρχοντος κόσμου που πάνω τους έφεραν ίχνη από τα παλιά. Ουδέποτε κατάφερα να χαλιναγωγήσω τη ζήλεια μου για κείνη και την παλιά ζωή της. Μέσα στα αποσπάσματα των εικόνων που την συμπεριλάμβαναν, έβλεπα δυνητικά κομμάτια του εαυτού μου. Την ζήλευα ακόμα κι από τότε που δεν την είχα βρει, ακριβώς για το λόγο αυτό. Την ζηλεύω ακόμα και τώρα που δεν ξέρω καν αν ζει ή αν πέθανε, αν με ξέχασε ή αν με θυμάται.

Εκείνο το πρωί με βρήκε με τα μάτια καρφωμένα στο κενό. Κοίταζα χωρίς να χορταίνω. Έβλεπα δυο ανόμοιους ανθρώπους που είχαν αναγνωριστεί σαν τα μυρμήγκια μεταξύ τους και που τώρα, πάνω σε ένα διπλό κρεβάτι στο βόρειο Λονδίνο, πλεγμένοι σε μια παράδοξη όσο κι αυτονόητη αγκαλιά, τυλιγμένοι στα μικρά και στα μεγάλα τους ψέματα, σε παλιές ή μελλοντικές ιστορίες, σε ανομολόγητα ή ομολογημένα μυστικά και σε κάθε είδους ανάγκη που λύνει και δένει σαν σχοινί, προσπαθούσαν να βρουν και να ενώσουν τις αιχμές με τις οποίες θα δοκίμαζαν να ξεγελάσουν τον ίλιγγο του χρόνου και την ταπεινή κι ανήμπορη, φυλακισμένη πραγματικότητά τους.

*

©Μαρία Πετρίτση
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε