Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Romancero Gitano -μετάφραση Βασίλη Λαλιώτης (αποσπάσματα)

Aρχείο 23/09/2016

favicon

3
ΚΑΥΓΑΣ

Στον Ραφαέλ Μέντεθ

Εκεί στη μέσητης χαράδρας,
οι σουγιάδες του Αλμπαθέτε,
όμορφοι από εχθρών το αίμα,
λάμπουνε ολόιδιοι με ψάρια.
Σκληρό ένα φως του τραπουλόχαρτου
κόβει στην πράσινη την τσόχα
άλογα αφηνιασμένα
και κατατομές ιππέων.
Στην κορφή από μιαν ελιά
κλαίνε δυο γριές γυναίκες.
Του καυγά ο μέγας ταύρος
ανεβαίνει από τους τοίχους.
Άγγελοι μαύροι και που φέρνουν
μαντίλια και νερό από χιόνι.
Άγγελοι με φτερά μεγάλα
από σουγιάδες του Αλμπαθέτε.
Ο Χουάν Αντόνιο απ’ τη Μοντίγια
νεκρός προς την πλαγιά κυλάει,
με το κορμί γεμάτο κρίνους
και μ’ ένα ρόδι στους κροτάφους.
Τώρα μ’ ένα σταυρό φωτιάς
κάνει ιππασία του θανάτου.

favicon

Ο δικαστής με αστυνόμους
μέσα από τα λιοστάσια φτάνει.
Χυμένο αίμα που στενάζει
ένα βουβό φιδιού τραγούδι.
Κυρ Αστυνόμε όπως βλέπεις:
εδώ συνέβη ό, τι από πάντα.
Πεθάναν τέσσερις Ρωμαίοι
κι απ’ τους Καρχηδονίους πέντε.

favicon

Από συκιές τρελό το βράδυ
κι από θορύβους όλο ζέστη
πέφτει λιπόθυμο στα πόδια
τα πληγωμένα των ιππέων.
Και μαύροι άγγελοι πετούσαν
στον αέρα του πουνέντε.
Άγγελοι με μακριές πλεξούδες
και καρδιές από λαδάκι.

6
H ΑΠΙΣΤΗ ΠΑΝΤΡΕΜΕΝΗ

Στη Λυδία Καμπρέρα
και στη Νεγρούλα της

Την πάω κι εγώπρος το ποτάμι
πιστεύοντάς την για κορίτσι
μα εκείνη είχε άντρα.
Ήταν τη νύχτα του Σαντιάγο
και σχεδόν σα να ‘χα τάμα.
Σβήσανε τα φαναράκια
και ανάψανε οι γρύλοι.
Προς τις τελευταίες γωνίες
πιάνω τα στήθη της στον ύπνο
κι άξαφνα και μου ανοίξαν
σαν δυο ματσάκια υακίνθων.
Η κόλλα του μεσοφοριού της
έφτανε ως την ακοή μου
σαν κομμάτι από μετάξι
που έσκισαν δέκα μαχαίρια.
Δίχως ασημένιο φως στα φύλλα
τα δέντρα όλα είχαν φουντώσει,
κι ένας ορίζοντας με σκύλους
γαβγίζει πέρα απ’ το ποτάμι.

favicon

Τις βατομουριές περνώντας
κι ύστερα αγκαθιές και βούρλα,
κάτω απ’ το θάμνο των μαλλιών της
κάνω μια τρύπα μες στον άμμο.
Εγώ βγάζω τη γραβάτα.
Εκείνη βγάζει το φουστάνι.
Τη ζώνη εγώ με το ρεβόλβερ.
Τους τέσσερις αυτή κορσέδες.
Οι νάρδοι μα και τα κοχύλια
αφή δεν έχουνε πιο φίνα,
και κρύσταλλα με τη σελήνη
δε λάμπουνε με τέτοια λάμψη.
Ψηλά τα πόδια μου ξεφεύγαν
σαν τα τρομαγμένα ψάρια
ως τα μισά γεμάτα φλόγα
ως τα μισά γεμάτα κρύο.
Έτρεξα κείνο το βράδυ
τον καλύτερο απ’ τους δρόμους
σε φοράδα από σεντέφι
και με δίχως χαλινάρια.
Σαν σωστός άντρας δε θέλω
να σας πω όσα μου είπε.
Το φως που έχω της συμπάθειας
διακριτικό με κάνει.
Φιλιά κι άμμο λερωμένη
τη φέρνω πάλι απ’ το ποτάμι.
Με τον άνεμο χτυπούσαν
όλα τα σπαθιά των κρίνων.
Φέρθηκα όπως που μου ταιριάζει.
Σαν αληθινός τσιγγάνος.
Της χαρίζω πανεράκι
για τη ραπτική αχυρένιο,
κι όχι είπα στον έρωτά της
γιατί αν και είχε άντρα
μου είπε πως ήτανε κορίτσι
σαν την τραβούσα στο ποτάμι.

*

Μετάφραση©Βασίλης Λαλιώτης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε