Ασημίνα Λαμπράκου, Φύλλα Φθινοπώρου

Αρχείο 17/10/2016

fav_separator

I.

ρόδι αναφλοίωτο βαθέως κοκκινίζον
το φως πίσω από τη σάρκινη κουρτίνα των βλεφάρων

απέξω ένα καλοκαίρι που μακραίνει στο φθινόπωρο·
σκηνή σε ηχητικό σώμα αόρατο
μόνο στοιχείο η κίνηση στο χρώμα

ό,τι κοιτάμε, με τα μάτια
ό,τι βλέπουμε, με το μυαλό
εκείνο που βλέπουμε συνωθείται σε ό,τι κάποτε μας συγκρότησε

το κάποτε είναι ήχος σιωπής ανθρώπου·
ένας κόφτης να αδειάσει τη πούδρα τ’ ουρανού
από βλέμμα· να φεύγουν οι κραυγές των ψυχών
έξω· ν’ απλώνονται ύλη αστρική και υλακή ζώου
στο άπειρο· να σπάζονται στο μηδέν του σύμπαντος·

κι έπειτα να ‘ρχεται βροχή στην πόλη και λίγο κίτρινο
στην άκρη των φύλλων

συνένοχες φυλλωσιές και ήλιος που πλήττει·
το πράσινο στα φύλλα
είναι η συνουσία ουρανού και ήλιου
και το κίτρινο ήχος προδοσίας
ή γλώσσα θανάτου

σκέφτομαι:
ο θάνατος· ο θάνατος δεν είναι άλλο από τον διάλογο της ζωής με τη φύση
το άλλο της πρόσωπο· το αναγκαίο για την ύπαρξή της
ο τροφοδότης κι ανασκαφέας της
γράφω:
φοράω τη λύπη σας και μοιάζει να την λυπάμαι περισσότερο από σας
κι αμέσως:
το την στην πρόταση προσδίδει μια συμμετοχική πράξη με αντικείμενο το άψυχο: λύπη κι όχι το έμβιο: εσάς που δυναμώνει την αίσθηση του αναγνώστη

στο ΚΕΤΘ ο ουρανός φοράει χειμώνα·
ανεβάζοντας τα αμάξια οδικής βοήθειας στον ουρανό αλλάζεις εποχή

παράξενο Φθινόπωρο
δεν το χωράει το φως
στην περιοχή του το μέσα παραχωρείται στο έξω
μάταιο να το ακολουθήσεις
όσο το ακολουθείς τόσο το χάνεις
όσο το χάνεις τόσο σε καλεί
βράχος αλαφρογλειμμένος από θαλασσινό νερό
τα πόδια τα ξανά βαφτισμένα σ’ αυτήν τη θάλασσα
θάναι από τερλίκι αποκαλυμμένα

ξημέρωμα στην εθνική
1705
το νούμερο αθροίζει στο δεκατρία

η μοναξιά που αφήνεται να προσποιείται ποίηση

———–πεινάω τη δίψα μου
———–να με διψάνε τα φιλιά σου

εδώ σε αυτόν τον τόπο τον γυμνό από προσποίηση
νόμισα πως μπορούσα να γράψω σαν Μήδεια
το: η Μήδεια αγαπούσε τα παιδιά της
ή το: η Μήδεια είμαι εγώ

όταν όλα θάχουν πια τελειώσει
τότε που θα μεγαλώνουν ξοδεμένα στα κύτταρα παιδιών
ή θα κείνται ξέπνοα στο άνοιγμα τάφου ξεχασμένου σαν άνθος μικρό ρόδου
τότε, όπως στον μεγάλο πυρετό το δροσερό χείλι της μητέρας,
θα αναζητάμε τη στοργή
ως το μόνο που θα μας δένει με όποια αλήθεια μέσα της έχουμε υπάρξει

οι άνθρωποι ενηλικιώνονται όταν ρίζες γίνονται πια οι ίδιοι ._

II.

η ώρα του μεσημεριού κι όσες μας φέρανε ως εδώ
ένας ορίζοντας ασύνορος κι ο βράχος της μεσημβρίας που γλείφει ουρανό

αφουγκράζομαι τον ήχο από χορτάρι που βλασταίνει στη κοιλιά της ξέρας και την ανάσα μέσα απ’ τους κοχλίες κάτω απ’ το νερό της θάλασσας· πρασινογάλαζη γυναίκα που κλέβει μυστικά τις ομορφιές του κόλπου

οι λάμες του κίτρινου στο σώμα της θαλάσσης κι η αχλή του μεσημεριού
η αχλή που σηκώνει το τρέμισμα δυο δάχτυλα πάνω από τη κίτρινη λάμα

εκείνο το απόγευμα αργά θα ανεμοπουρούσαν γλάροι κατά σμήνη και ζεύγη
και το φθινόπωρο θα διεκδικούσε να υπάρξει.

ο σκύλος με πλοκό από φίλντισι
η χαλαρότητα· η γαλήνη· το απρόκλητο

οι άνθρωποι οι άνθρωποι οι άνθρωποι
σπέρμα και σπόρος του αιώνιου κι αφανισμός του

ετούτο το απόγευμα σάτυροι και κούροι έγειραν στην άμμο
το αρσενικό κορμί είναι ο χώρος που ο χρόνος εξωραΐζεται

παράξενο Φθινόπωρο
δεν μπόρεσε να το χωρέσει άλλο παρά η θάλασσα
αυτό που έρχεται καταπάνω μας είναι φύση ξεχασμένη
κι η θάλασσα είναι μάτια γυναικών που κάποτε την φόρεσαν
να φτάσουν ουρανό

η μοίρα χλωαίνει τους ανθρώπους
αφουγκράζομαι το θρήνο στο κούφωμα του πελάγου

παράξενο Φθινόπωρο
δεν μπόρεσε να το χωρέσει άλλο παρά η θάλασσα
αυτό που έρχεται καταπάνω μας είναι φύση ξεχασμένη

το γαλάζιο των ματιών είναι θάλασσες φορεμένες από κορίτσια
που προοιώνιζαν θάνατο

τι δολοφόνος ζωή
η ποθούμενη·
και τι αμετάθετος
η εκπληρωμένη!

III.

γλυκύκαρπος καιρός
ύλη ευκολοπέραστη
η βροχή στην επαρχία έχει φωνή από άργιλο ψευδάργυρο και ξύλο
μυρίζει χώμα μουσκεμένο χόρτο και περιττώματα ζώων
πόσο δυνατή πόσο ντελικάτη
σαν πόδια φοράδας σε καλπασμό
ή πεταλούδα της νύχτας επάνω στο καπέλο του λαμπατέρ
ένα μικρό παιδί που χτυπάει με το νύχι του το μάτι του παιχνιδιού
για νάχει η μοναξιά παρέα

τα μεσημέρια του φθινοπώρου στα νοτιοδυτικά της αττικής
τα νησιά σηκώνονται απ’ το πέλαγο και γίνονται δελφίνια

ένας γλάρος ασκεί τον άνεμο επιστρέφοντας έξοδο
στην άμμο σύναξη τενόντων τεταμένων
από εκεί θα αναγκαστώ να πηδήσω ευθύς στην κλίμακα του γαλάζιου ̶
γαλάζιο όπως του διοξειδίου του άνθρακα – δηλαδή θάνατος

κάνει μια ησυχία μια δροσιά κι ένα δρόμο δαχτύλων πάνω σε ήχο κόρνου
είναι δυο μάτια καντήλια καπνισμένα έρωτα και φύλλα φασκόμηλου σκουριασμένα
υπάρχει μια φωτιά από λόγια δακρύων κι η ανάσα του γκιώνη στη ψυχή κρεμασμένη·
γυμνή μύτη πευκοβελόνας·
υπάρχει και μια έξοδος από ήχο πιάνου συνοδεία βημάτων τσιγγάνας·
ύστερα ψίθυροι σε ήχο πλάγιο και μετωπικό και χρώματα ποτισμένα νερό και κηλίδες φωνών και φιλιών πεθαμένων
κι η είσοδος·
η είσοδος όπου πρέπει να συγκατανεύσουν όλοι που την προκάλεσαν σε έξοδο ._

fav_separator

©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε