Δημήτρης Μαμαλούκας, Όσο υπάρχει αλκοόλ υπάρχει ελπίδα -α π ό σ π α σ μ α

Αρχείο 17/10/2016 – Σε νέα έκδοση, το πρώτο μυθιστόρημα (2002) του Δημήτρη Μαμαλούκα από τις Εκδόσεις Κουκουνάρι

Στριμωχτήκαμε ανάμεσα σεγέρους και γριές. «Δεν μπορώ ούτε σε μπαρ να δουλέψω νύχτα», έκανε. «Γιατί;» ρώτησα. «Κάθε μέρα να μπαίνω σπίτι στις τρεις τα ξημερώματα;» Κούνησε όχι με το κεφάλι. Έγνεψα ότι κατάλαβα. Πρέπει να ’ταν ζόρικη φάση το quartier Sant’ Angelo. Κοίταξα δίπλα μου δυο γριές. Μασουλούσαν κάτι κίτρινο που το ’βγαζαν από μια πλαστική σακούλα. Βρωμούσαν απλυσιά και γατίλα. Μιλούσαν μια διάλεκτο που δεν έπιανα ούτε λέξη. Φορούσαν παντόφλες και τρύπιες κάλτσες. Πρόσεξα ότι ήμασταν οι πιο νέοι στο λεωφορείο. Έπιασα τη μισογεμάτη μπουκάλα απ’ το σάκο μου και του την έδειξα: «Έχεις άλλο τέτοιο σπίτι σου;» Γέλασε και είπε: «Έχω ακριβώς το ίδιο». Χαμογέλασα ευχαριστημένος. Όπως και να ’ταν στο σπίτι του, δε θα είχα πρόβλημα. Κατευθυνόμασταν προς την άκρη της πόλης. Καινούργια κτίρια, ψηλά, δεκαετίας του ογδόντα. Σχετικά πλούσια περιοχή. Μάλλον ήμασταν στο μεγάλο περιφερειακό. Στρίψαμε δεξιά πίσω από ένα φορτηγό. Κωλοπαίδια με μοτορίνι έκαναν σφήνες δίπλα στο βαρύ όχημα. Άκουσα τον Αντρέα να λέει: «Στην επόμενη κατεβαίνουμε». Είδα τότε από μακριά για πρώτη φορά τα μπλοκ των πολυκατοικιών. Και ξεχώρισα αμέσως το incubo. Ήταν αδύνατο να το μπερδέψω με τα άλλα που διαγράφονταν στο βάθος. Είχα καρφώσει το βλέμμα μου απορροφημένος απ’ το θέαμα: Το μπλοκ που ο Αντρέας ονόμαζε εφιάλτη όρθωνε το ανάστημά του μπροστά μας, τεράστιο, κτηνώδες, πανάσχημο. Είχε ένα απροσδιόριστο χρώμα προς το μπορντό, πολλά τζάμια ήταν σπασμένα, άλλα έλειπαν. Κεραίες τηλεοράσεων ξεφύτρωναν από παντού, ενώ έβλεπες κάθε είδους σιδεριές σε παράθυρα και μπαλκόνια. Ρούχα κρεμασμένα, ξεσκισμένες ση- μαίες ποδοσφαιρικών ομάδων, κάποια μπαλκόνια βαμμένα άσπρα, κάποια μπλε. Ακούγονταν δύο ή τρεις διαφορετικές μουσικές στη διαπασών. Βαδίσαμε προς αυτό που κάποτε αποτελούσε την κυριλέ κύρια είσοδο του μπλοκ. Διασχίζαμε μια μεγάλη έκταση σαν αλάνα. Βρώμικο χώμα. Παντού σκουπίδια, άδεια πακέτα τσιγάρα, χρησιμοποιημένα προφυλακτικά, σπασμένα μπουκάλια κρασιού, ματωμένες σύριγγες, σκισμένα περιοδικά, πάνες μωρών, λάστιχα αυτοκινήτων. Όσο πλησιάζαμε έβλεπα ολόκληρες σακούλες σκουπιδιών σπαρμένες γύρω από το κτίριο. Δεν ήθελε πολλή σκέψη να καταλάβεις ότι έφευγαν απ’ τα παράθυρα. Το γιγαντιαίο συγκρότημα αποτελούνταν από τέσσερα palazzi ενωμένα μεταξύ τους. Η κατασκευή δαιδαλώδης, οι διάδρομοι αμέτρητοι, διαγώνιοι, ν’ ανεβαίνουν, να κατεβαίνουν. Τα ισόγεια που προορίζονταν για μαγαζιά και τα γκαράζ ήταν όλα ερμητικά κλεισμένα. Πολλά είχαν γύρω τους σωρούς από σκουπίδια. Μπήκαμε στην κεντρική πόρτα. Οι πίνακες των κουδουνιών ήταν καμένοι και σπασμένοι. Ένα πιτσιρίκι κατουρούσε μπροστά στα σφραγισμένα ασανσέρ. Όλο το κτίριο μύριζε σαν τουαλέτα. Πρόσεξα ότι σε μια άκρη της εισόδου κάποιοι είχαν φτιάξει ένα δωμάτιο πρόχειρα με ξύλα και χαρτόνια, τώρα όμως έδειχνε εγκαταλελειμμένο. Αρχίσαμε ν’ ανεβαίνουμε τα αμέτρητα σκαλιά. Ο Αντρέας δεν είχε μιλήσει καθόλου από τότε που φτάσαμε. Κάθε τόσο συναντούσαμε κόσμο, ντρογκάτους και παιδιά πού έτρεχαν πάνω κάτω. Όλοι ζητούσαν τσιγάρο. Δεν είχαμε. Γριές κουβαλούσαν τα ψώνια τους κρυμμένα μες στα βρώμικα παλτά τους. Πατήσαμε πάνω σ’ εμετούς και χρησιμοποιημένες σύριγγες. Ανεβαίναμε διαρκώς. Είχα χάσει το μέτρημα των ορόφων, μα κάποιοι είχαν γράψει με μπογιά τεράστια νούμερα. Οχτώ. Είχαμε δρόμο ακόμα. Βαριανάσαινα. Ακούστηκαν βρισιές -μια γυναίκα που σφάδαζε στο κλάμα κι ένα μωρό που ούρλιαζε ολοκλήρωναν το σκηνικό. Δέκατος. Κάθε όροφος είχε τέσσερις πόρτες. Άλλες έλειπαν, άλλες ήταν τελείως διαλυμένες, άλλες είχαν πέντ’ έξι κλειδαριές. Κοντοστάθηκα στο δωδέκατο. Είχα ψιλοζαλιστεί. Μπροστά μου έχασκε ένα καμένο διαμέρισμα, τώρα πια τουαλέτα και κρησφύγετο μικροσυμμοριών. «Πάμε», έκανε ο Αντρέας. «Μη σταματάς!» Έσκυψα το κεφάλι και τον ακολούθησα. Δε συναντήσαμε κανέναν άλλο μέχρι το σπίτι. Η ερημιά των πάνω ορόφων με φόβισε πιο πολύ απ’ τους ντρογκάτους. Ανέβηκα άλλο ένα κεφαλόσκαλο και κοίταξα αριστερά μου. Ένα τεράστιο 17 έπιανε όλο τον τοίχο. Δίπλα του ο Αντρέας ξεκλείδωνε τις τρεις κλειδαριές της πόρτας του, δύο στη μέση, η μία με μπάρες από πίσω, και μία πάνω. Ήταν μια συνηθισμένη πόρτα για την Ιταλία. Μπήκαμε μέσα. Έκανε αρκετό κρύο και δεν έβγαλα το μπουφάν μου. Ήμασταν στο «σαλόνι» του σπιτιού. H κοπέλα του Αντρέα καθόταν σ’ έναν καναπέ κι έβλεπε τηλεόραση. Μια ασπρόμαυρη Zanussi διαστημικού ντιζάιν που έμοιαζε σαν μεγάλη κάσκα αστροναύτη. Η λήψη ήταν αισχρή και η φωνή μόλις που ερχόταν. Γύρισε και μας κοίταξε. Η Χριστίνα. Φορούσε μάλλινες κάλτσες, ροζ φόρμα και ένα αντρικό μπλε πουλόβερ τρύπιο και τελείως ξεχειλωμένο. Είχε τα πιο όμορφα και θλιμμένα μάτια που είχα δει ποτέ μου. Τα ξανθά της μαλλιά, άλουστα και αχτένιστα, έπεφταν ακανόνιστα στους ώμους της. Κοίταξα τον καναπέ. Είχε τα χάλια του. Ήταν φανερό ότι τον είχαν βρει στο δρόμο, σε κάποια γωνιά της πόλης, και τον είχαν ταξιδέψει στον ουρανό της Alfa Romeo για να τον εγκαταστήσουν εδώ, για μια δεύτερη ζωή, να σημαδέψει άλλο ένα καθιστικό, συνοδεύοντας κι άλλες βραδιές απέναντι στην τηλεόραση. Κάποτε ήταν δερμάτινος, τώρα ήταν μάλλον ξεσκισμένος . Στην άκρη έλειπε ένα μαξιλάρι, κι είχαν τοποθετήσει ένα άσχετο…

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε